Skip to content

ΣΕΙΡΑ ΑΡΘΡΩΝ ΠΑΝΩ ΣΕ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Του Γιώργου ΠΟΛΥΜΕΡΙΔΗ

Η παραγωγή των υλικών αγαθών κύριος όρος ύπαρξης

της ανθρώπινης κοινωνίας

Η ανθρώπινη κοινωνία είναι ένα ειδικό κομμάτι του υλικού κόσμου, που υποτάσσεται στους δικούς της νόμους ύπαρξης και ανάπτυξης. Ο άνθρωπος δε δημιουργήθηκε από κάποια μυστηριώδη, υπερφυσική δύναμη, αλλά προήλθε από το ζωικό βασίλειο και γι’ αυτό είναι μέρος της φύσης, ανώτερο γέννημά της. Είναι πολύ μακρινός ο δρόμος που πέρασε η ανθρωπότητα από τα πρωτόγονα πέτρινα εργαλεία έως τις πολύπλοκες γιγάντιες σύγχρονες μηχανές, από τους αρχαίους οικισμούς και τα χωριά με τις καλύβες έως τις σημερινές μεγάλες πόλεις, από τις νομαδικές μικρές κοινότητες των αγρίων έως τα μεγάλα έθνη, από τις φτωχές γνώσεις της ανθρωπότητας έως τη σημερινή βαθιά διείσδυση στα μυστικά της φύσης. Βασική και καθοριστική δύναμη της ανοδικής ανάπτυξης της κοινωνίας από την πρωτόγονη εποχή έως τις μέρες μας είναι η εργασία, η υλική παραγωγή.

Η παραγωγή υλικών αγαθών είναι ο κύριος, ο αποφασιστικός όρος της ανθρώπινης ζωής. Για να ζήσουν οι άνθρωποι πρέπει να έχουν τροφή, ενδυμασία, κατοικία, θέρμανση κλπ. Και για να έχουν μέσα ύπαρξης, πρέπει να τα παράγουν. Οποιαδήποτε κοινωνία θα εξαφανιζόταν, αν σταματούσε την εργασία έστω και για λίγες βδομάδες.

Οι άνθρωποι ξεχώρισαν από το ζωικό κόσμο και εξασφάλισαν επιτυχίες στην κυριαρχία πάνω στις δυνάμεις της φύσης και στην ανάπτυξη του πολιτισμού ακριβώς χάρη στην παραγωγή υλικών αγαθών. Τα ζώα, τρώγοντας φυτά ή άλλα ζώα, χρησιμοποιούν ως μέσα ύπαρξης αυτά που βρίσκουν έτοιμα στη φύση. Γι’ αυτό τα ζώα βρίσκονται σε πλήρη εξάρτηση από τη γύρω φύση. Οι αλλαγές στο ζωικό κόσμο, αν δεν εκδηλωνόταν η μεταμορφωτική επίδραση των ανθρώπων, θα γίνονταν μόνον από τις αυθόρμητες βιολογικές λειτουργίες, κάτω από την επίδραση των αλλαγών των φυσικών όρων ύπαρξης των ζώων. Ο άνθρωπος δεν προσαρμόζεται παθητικά στη φύση, αλλά επιδρά ενεργά σ’ αυτή, με την εργασία υποτάσσει τις δυνάμεις της φύσης και τις χρησιμοποιεί για τους σκοπούς του. Οι άνθρωποι μεταμορφώνουν τα υλικά της φύσης, φτιάχνουν από αυτά εργαλεία εργασίας και μέσα για την ύπαρξή τους. Γι’ αυτό ο άνθρωπος διαφέρει ριζικά από τα ζώα.

Η Πολιτική Οικονομία είναι ένα από τα τρία συστατικά του μαρξισμού-λενινισμού. Η ονομασία «Πολιτική Οικονομία» μπήκε στην επιστημονική χρήση από τον Γάλλο επιστήμονα Α. Μονγκρετιέν το 1615 στο βιβλίο του «Πραγματεία Πολιτικής Οικονομίας».

Ο όρος αυτός δημιουργήθηκε από τις ελληνικές λέξεις «πόλις», «οίκος» και «νόμος» και σημαίνουν «Νόμοι Κρατικής Διαχείρισης».

Η Πολιτική Οικονομία ανήκει στις κοινωνικές επιστήμες και μελετάει τη σπουδαιότερη πλευρά της ανθρώπινης κοινωνίας, την οικονομική της ζωή.

Βάση της ζωής της κοινωνίας είναι η υλική παραγωγή. Για να ζήσουν οι άνθρωποι πρέπει να έχουν τροφή, ρούχα, στέγαση και άλλα υλικά αγαθά. Για να τα έχουν όλα αυτά οι άνθρωποι πρέπει να τα παράγουν. Γιατί, όπως δεν μπορούν να παύσουν να καταναλώνουν υλικά αγαθά, έτσι δεν μπορούν και να σταματήσουν να τα παράγουν.

Ομως, είναι γνωστό πως η φύση δε δίνει έτοιμα όλα όσα είναι απαραίτητα για την ικανοποίηση των αναγκών των ανθρώπων. Γι’ αυτό οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να επενεργούν αδιάκοπα πάνω στα υλικά της φύσης και να τα μετατρέπουν σε προϊόντα, που τους είναι απαραίτητα. Ετσι, οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να έρχονται σε μια συνεχή σχέση με τη φύση. Η παραγωγή είναι πάντα η σχέση των ανθρώπων με τη φύση.

Σ’ αυτή τη σχέση με τη φύση οι άνθρωποι δεν παράγουν τα υλικά αγαθά ένας ένας, δηλαδή παλεύουν με τη φύση από κοινού, κατά ομάδες, κατά κοινωνίες.

Συνεπώς, πάντα και σε όλες τις συνθήκες η παραγωγή είναι κοινωνική παραγωγή και η εργασία είναι δραστηριότητα του κοινωνικού ανθρώπου.

Το προτσές της παραγωγής των υλικών αγαθών προϋποθέτει τους παρακάτω παράγοντες:

1. Την εργασία

2. Το αντικείμενο της εργασίας

3. Τα μέσα παραγωγής.

Η εργασία

Η εργασία είναι η σκόπιμη δραστηριότητα, με την οποία ο άνθρωπος προσαρμόζει τα αντικείμενα της φύσης και τα κάνει κατάλληλα για την ικανοποίηση των αναγκών του.

«Η εργασία – γράφει ο Κ. Μαρξ – είναι πρώτα ένα προτσές ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, όπου ο άνθρωπος, με τη δική του πράξη, μεσολαβεί, ρυθμίζει και ελέγχει την ανταλλαγή της ύλης ανάμεσα στον εαυτό του και στη φύση»1.

Η εργασία είναι ουσιαστικά απόκτημα του ανθρώπου και έχει δυο διακριτικά:

Πρώτο: Η εργασία του ανθρώπου αποτελεί δράση, η οποία αποβλέπει στην εκπλήρωση ενός εκ των προτέρων καθορισμένου σκοπού.

Η εργατική δραστηριότητα των ανθρώπων, όταν συγκρίνεται επιφανειακά με την «εργασία» μερικών ζώων, π.χ., των μυρμηγκιών, μελισσών, πουλιών, φαίνεται σαν να μοιάζει με αυτήν.

Στην ουσία, όμως, η εργασία του ανθρώπου και η «εργασία» των ζώων διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους. Η «εργασία» των ζώων κατευθύνεται από το ένστικτο, ενώ η εργασία του ανθρώπου αποτελεί πάντα μια λογική, συνειδητή και σκόπιμη δραστηριότητα.

Ο εργάτης προτού αρχίσει την εργασία του, βάζει μέσα του ένα συγκεκριμένο σκοπό, καταστρώνει με το μυαλό του το σχέδιο των ενεργειών του, ελέγχει με τη βοήθεια του μυαλού τις κινήσεις των οργάνων του, των χεριών και των ποδιών του, συγκρίνει τα αποτελέσματα της εργασίας με το ιδεατό πρότυπο, που είχε πλάσει προηγούμενα στο κεφάλι του.

«Η αράχνη κάνει δουλιές που μοιάζουν με αυτές που κάνει ο υφαντής και η μέλισσα με το κτίσιμο των κυττάρων της κερήθρας της ντροπιάζει καμπόσους ανθρώπους-αρχιτέκτονες. Αυτό όμως που ξεχωρίζει από τα πριν το χειρότερο αρχιτέκτονα από την καλύτερη μέλισσα είναι ότι έχει κιόλας φτιάξει το κύτταρο στο κεφάλι του, προτού το φτιάξει στο κερί»2.

Στο τέλος του προτσές της εργασίας προκύπτει ένα αποτέλεσμα, που υπήρχε κιόλας από την αρχή στην παράσταση του εργάτη, δηλαδή υπήρχε κιόλας ιδεατά. Ο εργάτης δεν πετυχαίνει μονάχα μια αλλαγή της μορφής του φυσικού, πραγματοποιεί ταυτόχρονα στο φυσικό στοιχείο το σκοπό του, έναν σκοπό που καθορίζει ως νόμος τον τρόπο και το είδος της ενέργειάς του και που σε αυτόν πρέπει να υποτάξει τη θέλησή του.

Δεύτερο, η εργασία του ανθρώπου συνδέεται απαραίτητα με την παραγωγή εργαλείων. Αυτό είναι μια άλλη καθοριστικής σημασίας ιδιομορφία της ανθρώπινης εργασίας και έγκειται στο γεγονός, ότι οι άνθρωποι δημιουργούν και χρησιμοποιούν για την παραγωγή προϊόντων τα εργαλεία εργασίας.

Είναι αλήθεια, πως ορισμένα είδη ζώων χρησιμοποιούν στις ενέργειές τους φυσικά αντικείμενα, π.χ., ο ελέφαντας ξεριζώνει ένα κλαδί και το κουνάει πέρα-δώθε. Ο πίθηκος αρπάζει ένα ξύλο ή μια πέτρα και αμύνεται με αυτή στους εχθρούς του. Κανένα, όμως, από τα ζώα δε δημιουργεί εργαλεία εργασίας. Και το κυριότερο είναι ότι οι πρωτόγονες μορφές της τυχαίας χρησιμοποίησης από τα ζώα ορισμένων φυσικών αντικειμένων ως εργαλείων δεν έχουν καμιά σημασία για την ανάπτυξή τους.

Αλλά η ανάπτυξη των εργαλείων είναι αποφασιστική δύναμη για την κοινωνική πρόοδο.

«Οι οικονομικές εποχές – γράφει ο Κ. Μαρξ – ξεχωρίζουν η μια από την άλλη όχι από το τι φτιάχνεται, αλλά από το πώς και με τι μέσα εργασίας φτιάχνεται»3.

Σχετικά με τη σημασία και το ρόλο της εργασίας για την ανάπτυξη του ανθρώπου, ο Φρ. Ενγκελς γράφει:

«Ο ρόλος της εργασίας στη μεταμόρφωση του πιθήκου σε άνθρωπο είναι η βασική, η πρώτη προϋπόθεση κάθε ανθρώπινης ζωής και σε τέτοιο βαθμό, που από μια άποψη μάς κάνει να πούμε: Η εργασία δημιούργησε τον ίδιο τον άνθρωπο»4.

1. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμ. 1, σελ. 190.

2. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμ. 1, σελ. 191.

3. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμ. 1, σελ. 193.

4. Φρ. Ενγκελς, Αρθρα και μελέτες, τ. Α΄, Απαντα, τόμ. 9, σελ. 9, εκδόσεις «Μπάϋρον».

Πρώτο άρθρο: http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=1846320

Παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις παραγωγής

Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στο γεγονός ότι η «παραγωγή των υλικών αγαθών είναι ο κύριος όρος ύπαρξης της ανθρώπινης κοινωνίας» και στην «εργασία», ως τον πρώτο παράγοντα της διαδικασίας της παραγωγής. Σήμερα θα συνεχίσουμε με τον άλλο παράγοντα αυτής της διαδικασίας, τα μέσα παραγωγής. Στο προηγούμενο επίσης άρθρο αναφέραμε εκ παραδρομής ως παράγοντα τα αντικείμενα εργασίας. Αυτά, μαζί με τα μεσα εργασίας συμπεριλαμβάνονται στα «μέσα παραγωγής».

Αντικείμενα εργασίας

Αντικείμενο εργασίας είναι κάθε τι προς το οποίο κατευθύνεται η εργασία του ανθρώπου.

«Ολα τα πράγματα, που η εργασία απλώς τα αποσπάει από την άμεση σχέση τους με το γήινο σύνολο, είναι αντικείμενα εργασίας, που υπάρχουν από τη φύση»1. Π.χ. το δέντρο, που κόβουν στο δάσος ή το μετάλλευμα που βγάζουν από τα σπλάχνα της γης.

Ενα άλλο μέρος των αντικειμένων εργασίας υποβάλλονται σε μια προκαταρκτική κατεργασία και ονομάζονται πρώτες ύλες ή ακατέργαστα υλικά.

«Οταν το αντικείμενο εργασίας έχει (…) περάσει και φιλτραριστεί από προηγούμενη εργασία το ονομάζουμε πρώτη ύλη».2 Π.χ. το μετάλλευμα στο μεταλλουργικό εργοστάσιο ή το βαμβάκι στο κλωστήριο κλπ.

Μέσα εργασίας

Τα μέσα εργασίας είναι όλα τα πράγματα με τη βοήθεια των οποίων ο άνθρωπος επιδρά στη φύση και προσαρμόζει τα αντικείμενά της για να τα καταναλώσει.

«Το μέσο εργασίας – γράφει ο Κ. Μαρξ – είναι ένα πράγμα ή σύνολο από πράγματα, που ο εργάτης τα παρεμβάλλει ανάμεσα στον εαυτό του και στο αντικείμενο της εργασίας και που χρησιμεύουν σαν αγωγοί της δραστηριότητάς του πάνω σ’ αυτό το αντικείμενο»3.

Στα μέσα εργασίας ανήκουν πριν απ’ όλα τα εργαλεία παραγωγής, καθώς και η γη, τα κτίρια παραγωγής, οι δρόμοι, οι διώρυγες, οι αποθήκες κλπ.

Η γη: α) Σαν μέσο εργασίας – όταν χρησιμοποιείται για την καλλιέργεια των αγροτικών προϊόντων, β) Σαν αντικείμενο εργασίας – όταν φτιάχνουμε τούβλα, κεραμίδια κλπ.

Ανάμεσα στα μέσα εργασίας ο καθοριστικός ρόλος ανήκει στα εργαλεία παραγωγής (ο Μαρξ τα αποκάλεσε παραστατικά σύστημα οστών και μυώνων της παραγωγής).

Στα εργαλεία παραγωγής συμπεριλαμβάνονται τα πολυποίκιλα εργαλεία, που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος στην εργασία του, από τα χοντροκομμένα πέτρινα εργαλεία των πρωτόγονων ανθρώπων ως τις σύγχρονες μηχανές.

Το επίπεδο ανάπτυξης των εργαλείων παραγωγής αποτελεί το μέτρο της εξουσίας της κοινωνίας πάνω στη φύση, το μέτρο της ανάπτυξης της παραγωγής.

Μέσα παραγωγής

Τα μέσα παραγωγής είναι:

α) τα αντικείμενα εργασίας και

β) τα μέσα εργασίας, με τη βοήθεια των οποίων οι άνθρωποι παράγουν τα πράγματα που τους είναι αναγκαία.

Τα μέσα παραγωγής, όμως, αυτά καθαυτά, έξω από την ένωσή τους με την εργατική δύναμη, αποτελούν μόνο ένα σωρό από νεκρά πράγματα. Για να μπορεί να αρχίσει το προτσές της εργασίας πρέπει η εργατική δύναμη να ενωθεί με τα εργαλεία.

Εργατική δύναμη

Η εργατική δύναμη (ΕΔ) είναι η ικανότητα του ανθρώπου για εργασία. Είναι το σύνολο των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου, που χάρη σε αυτές είναι σε θέση να παράγει υλικά αγαθά.

Η ΕΔ είναι το ενεργητικό στοιχείο της παραγωγής, βάζει σε κίνηση τα μέσα παραγωγής. Γι’ αυτό αποφασιστική δύναμη της παραγωγής είναι ο άνθρωπος. Οι άνθρωποι όχι μόνο χρησιμοποιούν τα μέσα παραγωγής, αλλά και τα δημιουργούν.

Οι άνθρωποι, που είναι ικανοί για εργασία και βάζουν σε κίνηση τα μέσα παραγωγής αποτελούν το κύριο στοιχείο των παραγωγικών δυνάμεων.

«Η πρώτη παραγωγική δύναμη όλης της ανθρωπότητας – γράφει ο Λένιν – είναι ο εργάτης, ο εργαζόμενος»4.

Παραγωγικές δυνάμεις

Τα μέσα παραγωγής, που με τη βοήθειά τους παράγονται τα υλικά αγαθά, οι άνθρωποι (η εργατική τους δύναμη), που τα βάζουν σε κίνηση αυτά τα μέσα παραγωγής και πραγματοποιούν την παραγωγή των υλικών αγαθών, χάρη σε μια ορισμένη παραγωγική πείρα και τριβή στη δουλιά, αποτελούν τις παραγωγικές δυνάμεις.

Οι παραγωγικές δυνάμεις εκφράζουν τη σχέση των ανθρώπων προς τα αντικείμενα και τις δυνάμεις της φύσης, που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή των υλικών αγαθών.

Σχέσεις παραγωγής

Ωστόσο, «μέσα στην παραγωγή οι άνθρωποι δεν επενεργούν μονάχα πάνω στη φύση, μα και ο ένας πάνω στον άλλο. Παράγουν μονάχα ενεργώντας κατά ένα ορισμένο τρόπο από κοινού και ανταλλάσσοντας αμοιβαία τις δραστηριότητες τους. Για να παράγουν έρχονται σε ορισμένες σχέσεις και συνάφειες μεταξύ τους και μονάχα μέσα σ’ αυτές τις κοινωνικές σχέσεις και συνάφειες συντελείται η επενέργειά τους πάνω στη φύση, συντελείται η παραγωγή…»5.

Στο προτσές της παραγωγής οι άνθρωποι έρχονται αναπόφευκτα και ανεξάρτητα από τη θέλησή τους σε καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις μεταξύ τους, οι οποίες ονομάζονται σχέσεις παραγωγής ή οικονομικές σχέσεις.

«Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, οι άνθρωποι έρχονται σε καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους σχέσεις, σε σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων»6.

Ο χαρακτήρας των σχέσεων παραγωγής εξαρτιέται από τούτο: ποιανού ιδιοκτησία είναι τα μέσα παραγωγής (η γη, τα δάση, τα νερά, το υπέδαφος, οι πρώτες ύλες, τα εργαλεία παραγωγής, τα μέσα συγκοινωνίας και διαβιβάσεων κλπ.) – είναι ιδιοκτησία μεμονωμένων ατόμων, κοινωνικών ομάδων ή τάξεων, που χρησιμοποιούν αυτά τα μέσα για να εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους ή είναι ιδιοκτησία της κοινωνίας, που σκοπός της είναι να ικανοποιεί τις υλικές και πολιτιστικές ανάγκες των λαϊκών μαζών, όλης της κοινωνίας.

Η κατάσταση των σχέσεων παραγωγής δείχνει πού διανέμονται ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας τα μέσα παραγωγής, συνεπώς και τα υλικά αγαθά, που παράγουν οι άνθρωποι.

Η παραγωγή, η διανομή, η ανταλλαγή και η κατανάλωση αποτελούν μια ενότητα, όπου ο καθοριστικός ρόλος ανήκει στην παραγωγή.

Ετσι, τη βάση των σχέσεων παραγωγής την αποτελεί μια καθορισμένη μορφή ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Οι σχέσεις παραγωγής καθορίζουν και τις αντίστοιχες σχέσεις διανομής. Η διανομή είναι συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση.

Η κατανομή των παραγμένων αντικειμένων ατομικής κατανάλωσης εξαρτιέται από την κατανομή των μέσων παραγωγής.

Στην καπιταλιστική κοινωνία τα μέσα παραγωγής είναι ατομική ιδιοκτησία και γι’ αυτό και τα προϊόντα της εργασίας ανήκουν στους καπιταλιστές.

Οι εργάτες δεν έχουν μέσα παραγωγής και για να μην πεθάνουν από την πείνα είναι υποχρεωμένοι να δουλεύουν για τους κεφαλαιοκράτες, που ιδιοποιούνται τα προϊόντα της εργασίας των εργατών.

Στη σοσιαλιστική κοινωνία τα μέσα παραγωγής είναι κοινωνική ιδιοκτησία. Γι’ αυτό και τα προϊόντα της εργασίας ανήκουν στους ίδιους τους εργαζόμενους.

1. Κ. Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τομ. 1, σελ. 191.

2. Κ. Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τομ. 1, σελ. 192.

3. Κ. Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τομ. 1, σελ. 192.

4. Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», τ. 38, σελ. 359.

5. Κ. Μαρξ και Φρ. Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», τομ. 1, σελ. 88.

6. Κ. Μαρξ και Φρ. Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», τομ. 1, σελ. 424.

Δεύτερο άρθρο: http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=1857844

Οι οικονομικοί νόμοι ανάπτυξης της κοινωνίας και

ο αντικειμενικός τους χαρακτήρας

Είναι αναμφισβήτητο πως η προλεταριακή πολιτική οικονομία μελετάει την ουσία των νόμων, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτοί εμφανίζονται, το μηχανισμό λειτουργίας και τους τρόπους χρησιμοποίησής τους στην πρακτική δραστηριότητα των ανθρώπων.

Η θεωρία μας εξετάζει τους νόμους της φύσης και της κοινωνίας σαν αντανάκλαση των αντικειμενικών εξελίξεων, που συντελούνται έξω και ανεξάρτητα από τη θέληση των ανθρώπων. Οι άνθρωποι μπορούν να ανακαλύψουν αυτούς τους νόμους, να τους γνωρίσουν, να τους μελετήσουν, να τους υπολογίσουν στη δράση τους και να τους χρησιμοποιήσουν για το συμφέρον της κοινωνίας. Δεν μπορούν, όμως, να τους αλλάξουν ή να τους καταργήσουν. Ακόμα περισσότερο δεν μπορούν να τους διαμορφώσουν ή να δημιουργήσουν καινούριους νόμους της επιστήμης.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι τα αποτελέσματα της δράσης των νόμων της φύσης, τα αποτελέσματα της δράσης των δυνάμεων της φύσης είναι γενικά αναπόφευκτα, ότι οι καταστροφικές ενέργειες των δυνάμεων της φύσης συμβαίνουν παντού και πάντοτε με μια δύναμη αυτόματη και αδυσώπητη, που δεν υποτάσσεται στην αντίδραση των ανθρώπων;

Οχι, δε σημαίνει. Αν εξαιρέσουμε τα αστρονομικά, τα γεωλογικά και μερικά άλλα ανάλογα φαινόμενα, όπου οι άνθρωποι, αν και γνώρισαν τους νόμους της ανάπτυξής τους, όμως, είναι πραγματικά ανίσχυροι να επενεργήσουν σε αυτά, σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι δεν είναι καθόλου ανίσχυροι, με την έννοια ότι έχουν τη δυνατότητα να επενεργήσουν πάνω στα φαινόμενα της φύσης.

Σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις οι άνθρωποι γνωρίζοντας τους νόμους της φύσης, υπολογίζοντάς τους και βασιζόμενοι πάνω σε αυτούς, εφαρμόζοντάς τους και χρησιμοποιώντας τους επιδέξια, μπορούν να περιορίσουν τη σφαίρα της ενέργειάς τους, να δώσουν στις καταστροφικές δυνάμεις της φύσης άλλη κατεύθυνση, να τις χρησιμοποιήσουν προς όφελος της κοινωνίας. Τέτοια είναι η περίπτωση της αντιμετώπισης του ξεχειλίσματος των μεγάλων ποταμών από τις πλημμύρες και η αξιοποίηση των ωφέλιμων δυνάμεων του νερού για το καλό της κοινωνίας.

Παρόμοιες είναι και οι περιπτώσεις με τον ηλεκτρισμό του κεραυνού και της πυρκαγιάς.

«Μια ανάλογη εικόνα θα έχουμε αν δούμε τη διαφορά ανάμεσα στην καταστροφική δύναμη του ηλεκτρισμού που έχει φορέα του τον κεραυνό της καταιγίδας και του δαμασμένου, του διευθυνόμενου ηλεκτρισμού, του τηλέγραφου ή του ηλεκτρικού λαμπτήρα ή αν δούμε τη διαφορά ανάμεσα στην πυρκαγιά και στη φωτιά που δρα στην υπηρεσία του ανθρώπου».1

Μήπως αυτό σημαίνει ότι έτσι οι άνθρωποι καταργούν τους νόμους της φύσης, τους νόμους της επιστήμης, ότι έφτιαξαν καινούριους νόμους της φύσης και της επιστήμης; Οχι, βέβαια.

Η πραγματικότητα είναι πως όλη αυτή η διαδικασία της αποτροπής της καταστροφικής δράσης των δυνάμεων της φύσης, του νερού και της χρησιμοποίησής τους για το συμφέρον της κοινωνίας, γίνεται δίχως την οποιαδήποτε παραβίαση, αλλαγή είτε εκμηδένιση των νόμων της επιστήμης, χωρίς τη δημιουργία καινούριων νόμων της επιστήμης. Αντίθετα, όλη αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται σε πλήρη συμφωνία με τους νόμους της φύσης, τους νόμους της επιστήμης, γιατί μια οποιαδήποτε παραβίαση των νόμων της φύσης, ακόμα και η παραμικρότερη καταστροφή τους θα οδηγούσε μονάχα στην ανατροπή των πραγμάτων, στην αποτυχία της διαδικασίας αυτής.2

Το ίδιο ισχύει και για τους οικονομικούς νόμους.

Οικονομικός νόμος είναι η υπάρχουσα σταθερή και συνεχώς επαναλαμβανόμενη ουσιαστική σχέση και αλληλεξάρτηση των φαινομένων, γεγονότων και προτσές της οικονομικής ζωής, που εκφράζουν διάφορες μορφές και πλευρές των δοσμένων σχέσεων παραγωγής.

Οπως οι νόμοι της φύσης έτσι και οι οικονομικοί νόμοι έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα, γιατί αντικειμενικές είναι και οι σχέσεις παραγωγής, που πάνω στη βάση τους εμφανίστηκαν και δρουν οι νόμοι αυτοί.

Είναι αντανάκλαση των αντικειμενικών εξελίξεων που πραγματοποιούνται έξω και ανεξάρτητα από τη βούληση -ακόμα και όταν αυτό γίνεται συνειδητά- των ανθρώπων, αν και εκδηλώνονται διαμέσου της δραστηριότητας των τελευταίων.

Στις συνθήκες του καπιταλισμού τέτοιοι νόμοι είναι: Ο βασικός οικονομικός νόμος του καπιταλισμού, δηλαδή ο νόμος της υπεραξίας, ο γενικός νόμος της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ο νόμος της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης, του συναγωνισμού και της αναρχίας της παραγωγής, ο νόμος της αξίας κ.ά.

Οι άνθρωποι μπορούν να ανακαλύψουν αυτούς τους νόμους, να τους γνωρίσουν, να τους μελετήσουν, να τους υπολογίσουν στη δράση τους και να τους χρησιμοποιήσουν κάτω από ορισμένες συνθήκες για το συμφέρον της κοινωνικής προόδου. Δεν μπορούν, όμως, να τους αλλάξουν ή να τους καταργήσουν. Ακόμα περισσότερο δεν μπορούν να τους διαμορφώσουν ή να δημιουργήσουν καινούριους νόμους της επιστήμης.

Ο αντικειμενικός αυτός χαρακτήρας των οικονομικών νόμων δε σημαίνει καθόλου πως οι άνθρωποι είναι τάχα ανίσχυροι απέναντί τους.

Μια τέτοια φετιχοποίηση των οικονομικών νόμων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και οδηγεί αναπόφευκτα στις θέσεις της θεωρίας του αυτόματου και αυθόρμητου χαρακτήρα της αλλαγής της κοινωνίας και το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

«Οι κοινωνικές δυνάμεις – γράφει ο Φρ. Ενγκελς – δρουν ακριβώς όπως και οι δυνάμεις της φύσης: τυφλά, βίαια, καταστροφικά, εφ’ όσον δεν τις γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να τις προβλέψουμε… Οταν όμως κατανοήσουμε τη φύση τους, τότε μπορούν στα χέρια των συνενωμένων παραγωγών, από τυραννικοί δεσπότες να μεταβληθούν σε πρόθυμους υπηρέτες».3

Η τυφλή λατρεία τους σαν κάτι το μοιραίο, το αναπόφευκτο, αποθαρρύνει τους ανθρώπους, δεσμεύει την πρωτοβουλία τους, τη δημιουργικότητά τους, καταδικάζει τους ανθρώπους στην αδράνεια, υποβιβάζει τη σημασία της επαναστατικής θεωρίας και δράσης.

Το ζήτημα για τον αντικειμενικό χαρακτήρα των οικονομικών νόμων έχει αποφασιστική σημασία για την οικονομική επιστήμη. Η άρνηση του αντικειμενικού χαρακτήρα των οικονομικών νόμων ανοίγει κατ’ ευθείαν το δρόμο προς τον υποκειμενισμό και τον ιδεαλισμό. Οδηγεί στην άρνηση της επιστημονικής γνώσης των οικονομικών φαινομένων και προτσές, κάνει εξ αντικειμένου αδύνατη την επεξεργασία και την εφαρμογή μιας επιστημονικά θεμελιωμένης οικονομικής πολιτικής, γεννά το βολονταρισμό και τον τυχοδιωκτισμό στην πολιτική γενικά και στην οικονομική πολιτική ιδιαίτερα.

Σε διάκριση από τους νόμους της φύσης, οι οικονομικοί νόμοι, τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους, ενεργούν στη διάρκεια μόνο ενός κοινωνικοοικονομικού συστήματος και μετά παραχωρούν τη θέση τους σε νέους νόμους. Ομως, οι νόμοι αυτοί δεν καταστρέφονται, αλλά χάνουν την ισχύ τους χάρη στις νέες οικονομικές συνθήκες και αποχωρούν από το προσκήνιο, για να αφήσουν τόπο στους νέους νόμους που δε δημιουργούνται από τη θέληση των ανθρώπων, αλλά ξεπροβάλλουν πάνω στη βάση των νέων οικονομικών συνθηκών.

Στις ταξικές κοινωνίες, η χρησιμοποίηση των οικονομικών νόμων αποκτά ταξικό χαρακτήρα. Στις συνθήκες του καπιταλισμού, η εργατική τάξη χρησιμοποιεί τους οικονομικούς νόμους για το συμφέρον της σοσιαλιστικής επανάστασης, για το πέρασμα στον κομμουνισμό, όταν η αστική τάξη αντιστέκεται σε αυτό και τους χρησιμοποιεί για να εδραιώσει τον καπιταλισμό.

Η κυριαρχία της ατομικής ιδιοκτησίας καθορίζει τον αυθόρμητο χαρακτήρα της δράσης των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού. Η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, χωρίζει τους ανθρώπους. Οι οικονομικοί νόμοι ανοίγουν το δρόμο τους μέσα από μια σειρά τυχαίων γεγονότων.

Στις συνθήκες του σοσιαλισμού η κοινωνική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής συνενώνει τους ανθρώπους, τους δίνει τη δυνατότητα, κατά την έκφραση του Ενγκελς, να γίνουν αφεντικά των ίδιων των σχέσεών τους, των ίδιων των κοινωνικών τους ενεργειών. Γι’ αυτό στο σοσιαλισμό οι οικονομικοί νόμοι εκδηλώνονται στη συνειδητή και στοχοπροσηλωμένη δράση των ανθρώπων.

Μερικοί αναφέρονται στο «Αντι-Ντύρινγκ» του Ενγκελς, στη διατύπωσή του για το ότι με την κατάργηση του καπιταλισμού και με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής οι άνθρωποι θα αποκτήσουν εξουσία πάνω στα μέσα παραγωγής τους, θα ελευθερωθούν από το ζυγό των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων, θα γίνουν «κυρίαρχοι» της κοινωνικής τους ζωής. Ο Ενγκελς ονομάζει αυτή την ελευθερία «γνώση της αναγκαιότητας».4 Αλλά τι μπορεί να σημαίνει «γνώση της αναγκαιότητας»;

Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι γνωρίζοντας τους αντικειμενικούς νόμους («με την αναγκαιότητα») θα τους εφαρμόσουν εντελώς συνειδητά για το συμφέρον της κοινωνίας.

Η συνειδητή μεθοδική χρησιμοποίηση των οικονομικών νόμων προς το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας είναι δυνατή μόνο στο σοσιαλισμό.

Γι’ αυτό ακριβώς ο Ενγκελς γράφει:

«Οι νόμοι, που διέπουν τη δική τους δραστηριότητα και που ως τώρα ορθώνονταν απέναντί τους σαν ξένοι, σαν φυσικοί νόμοι και που τους καταδυνάστευαν, τώρα οι ίδιοι αυτοί νόμοι θα εφαρμόζονται από τους ίδιους τους ανθρώπους, που θα τους γνωρίζουν ως το βάθος και έτσι θα κυριαρχούν πάνω σε αυτούς. Οι ως τώρα ξένες αντικειμενικές δυνάμεις που κυριαρχούσαν πάνω στην ιστορία, μπαίνουν κάτω από τον έλεγχο των ανθρώπων. Μόνο από δω και πέρα οι άνθρωποι θα δημιουργούν συνειδητά την ιστορία τους, μόνο από δω και πέρα τα κοινωνικά ελατήρια, που οι ίδιοι θα βάζουν σε κίνηση, θα φέρνουν σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, θα πρόκειται για ένα άλμα της ανθρωπότητας από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας».5

1. Φρ. Ενγκελς: «Αντι-Ντύρινγκ», εκδ. «Αναγνωστίδης», σελ. 415.

2. Β. Ι. Στάλιν: «Οικονομικά Προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ». Εκδ. 1953, σελ. 4-5.

3. Φρ. Ενγκελς: «Αντι-Ντύρινγκ», σελ. 415.

4. Φρ. Ενγκελς: «Αντι-Ντύρινγκ», σελ. 171, εκδ. «Αναγνωστίδης».

5. Φρ. Ενγκελς: «Αντι-Ντύρινγκ», σελ. 420-421, εκδ. «Αναγνωστίδης».

Τρίτο άρθρο: http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=1868772

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: