Skip to content

Τι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και ποιους υπηρετεί???

09/05/2016

Στο ελληνικό λεξικό υπάρχουν κάποιες λέξεις που πραγματικά μπορούν να δώσουν απαντήσεις στο ερώτημα: Τι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και ποιους υπηρετεί???

Είναι όλα αυτά που χαρακτηρίζουν το βίο και την πολιτεία του κόμματος και των μελών της κυβερνώσας αριστεράς, της «πρώτης φοράς αριστεράς», από την ημέρα της ίδρυσης του αλλά και από τον καιρό που οι ιδεολογικοί τους πρόγονοι προσπαθούσαν, δημιουργώντας (κάθε 20 – 25 χρόνια) οπορτουνιστικές διασπάσεις, να διαλύσουν το ΚΚΕ.

  • Ο αγύρτης θηλ. αγύρτισσα:

υβριστικός χαρακτηρισμός εκείνου που εξαπατά τους ανθρώπους με επίδειξη γνώσεων, ικανοτήτων, προσόντων κτλ., τα οποία στην πραγματικότητα δεν έχει· (πρβ. απατεώνας, τσαρλατάνος): Ένας αγύρτης και ψεύτης που παριστάνει το μεσσία.

  • ο αντικομμουνιστής, θηλ. αντικομμουνίστρια:

αυτός που χαρακτηρίζεται από αντικομμουνισμό. Εχθρός του κομμουνισμού.

  • ο Αντιλαϊκός:

αυτός ή αυτό που είναι αντίθετος ή εχθρικός προς το λαό και ιδίως στα συμφέροντά του.

  • Ασυνεπής:

που χαρακτηρίζεται από ασυνέπεια. Παραδείγματα: – Mη βασίζεσαι σ΄ αυτόν, γιατί είναι πολύ ασυνεπής. – Είναι τόσο ασυνεπής ώστε δεν πρέπει να του έχεις εμπιστοσύνη.

  • αριβίστας & αριβιστής, θηλ. αριβίστρια:

αυτός που με κάθε μέσο, κυρίως αθέμιτο, επιδιώκει να αναδειχτεί σύντομα ή να πλουτίσει· τυχοδιώκτης.

  • Αυλόδουλος -η:

που υπηρετεί με τρόπο δουλικό τα συμφέροντα της βασιλικής αυλής, που είναι απόλυτα υποταγμένος σ΄ αυτήν: Aυλόδουλη κυβέρνηση / πολιτική. || (ως ουσ.) ο αυλόδουλος.

  • εμπαιγμός:

η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπαίζω. Παραπλάνηση ή εξαπάτηση κάποιου με ψευδείς υποσχέσεις ή πληροφορίες, κολακευτικούς λόγους κτλ: Καταγγέλλω τον εμπαιγμό της κοινής γνώμης. Ο εμπαιγμός του λαού από την εκάστοτε εξουσία.

  • Επικίνδυνος -η:

α) που ενέχει ή που μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους.

β) (ιδ. για πρόσ.) που μπορεί ή συνηθίζει να προκαλεί κακό, βλάβη κτλ. στους άλλους

  • Ευρωπαϊστής, θηλ. ευρωπαΐστρια:

αυτός που υποστηρίζει και εργάζεται για την προώθηση της ευρωπαϊκής ιδέας.

  • Ιμπεριαλιστής, θηλ. ιμπεριαλίστρια:

το πρόσωπο που υποστηρίζει και εφαρμόζει μια ιμπεριαλιστική πολιτική: H κυβέρνηση των ιμπεριαλιστών.

  • ο καιροσκόπος:

αυτός που καιροσκοπεί, που εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις για προσωπικά οφέλη. || (ειδικότ., πολ.) ο οπορτουνιστής, θηλ. οπορτουνίστρια: (πολ.) χαρακτηρισμός πολιτικού που η πολιτική του χαρακτηρίζεται από οπορτουνισμό.

  • κεφαλαιοκρατία η:

οικονομικό και κοινωνικό σύστημα στο οποίο το ιδιωτικό κεφάλαιο αποτελεί το βασικό παράγοντα της οικονομικής ζωής·

  • ο καπιταλισμός. ||

το σύνολο των κεφαλαιοκρατών. γαλλ. Capitalisme

  • κεφαλαιοκρατικός -ή -ό :

που έχει σχέση με την κεφαλαιοκρατία, που στηρίζεται σ΄ αυτήν· καπιταλιστικός: Kεφαλαιοκρατικό σύστημα.

  • κωλοτούμπα:

ακροβατική άσκηση κατά την οποία, αφού στηριχτεί κάποιος με τα χέρια στο έδαφος, φέρνει το κεφάλι κάτω και τα πόδια ψηλά και στη συνέχεια με κατάλληλη στροφή του σώματος γυρίζει στην όρθια στάση.

  • ο λαοπλάνος:

αυτός που παρασύρει το λαό με τα χαρίσματα, τις ικανότητες που διαθέτει.

  • ο ξενόδουλος -η:

που εξυπηρετεί ξένα συμφέροντα, συνήθ. μεγάλων και ισχυρών κρατών, που είναι υποταγμένος στη δική τους πολιτική: Ξενόδουλο καθεστώς. Ξενόδουλη πολιτική. || (ως ουσ., για πρόσωπο) ο ξενόδουλος: Οι ξενόδουλοι πούλησαν την πατρίδα μας.

  • Ξεπουλημένος:

α) θέτω τον εαυτό μου, τις υπηρεσίες μου στη διάθεση κάποιου άλλου έναντι ανταλλαγμάτων, εξαγοράζομαι, δωροδοκούμαι: Δυο παίκτες κατηγορήθηκαν ότι πούλησαν το παιχνίδι (στην αντίπαλη ομάδα). Ο διαιτητής / ο δικαστής ήταν πουλημένος.

β) προδίδω, εγκαταλείπω: Πούλησε την πατρίδα / τους φίλους / τους συντρόφους του.

  • ο παπατζής, θηλ. παπατζού

(μτφ.) απατεώνας, αναξιόπιστος, ψεύτης

  • πλουτοκρατία:

1) κοινωνικοοικονομικό σύστημα, στο οποίο ασκούν την εξουσία οι πλούσιοι· (πρβ. κεφαλαιοκρατία).

2) η (κρατούσα) κοινωνική τάξη των πλουσίων, το σύνολο των πλουσίων.

  • πλουτοκράτης:

1) αυτός που αποκτάει, που έχει δύναμη ή εξουσία, εξαιτίας του πλούτου του· (πρβ. κεφαλαιοκράτης).

2) αυτός που ανήκει στην τάξη των πλουσίων.

  • ο συνένοχος -η:

που έχει συμμετοχή σε μια αξιόποινη πράξη, συνήθ. ως ουσ. ο συνένοχος, θηλ. συνένοχη και συνένοχος: Ο δράστης αρνήθηκε να αποκαλύψει τους συνενόχους του. || (επέκτ.) συνυπεύθυνος.

  • υποτελής -ής -ές:

για χώρα ημιανεξάρτητη, που δεν έχει πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από κάποια άλλη.

  • ο ψεύτης:

ως χαρακτηρισμός προσώπου που λέει ψέματα· (πρβ. ψευδολόγος, τερατολόγος, παραμυθάς). Αντίθετο του ειλικρινής: Μεγάλος / τρομερός / φοβερός / αδιάντροπος ψεύτης. (ως επίθ.) για ότι μας δίνει μια ψευδή αντίληψη ως προς το τι είναι πραγματικά: Ψεύτη ντουνιά. Ψεύτρα κοινωνία!!!!

Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: