Skip to content

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

23/04/2015

ΚΟΜΕΠ Τευχος 5 του 2014

του Παναγιώτη Ηλιόπουλου

Στο επίκεντρο της δράσης και ως βασικό καθήκον του Κόμματος βρίσκεται η υπόθεση της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης καπιταλιστικής κρίσης και οξυμένης ιδεολογικής και πολιτικής πάλης. Πρόκειται για δύσκολη προσπάθεια, γιατί πραγματοποιείται σε συνθήκες ιδεολογικής, πολιτικής, οργανωτικής υποχώρησης του εργατικού κινήματος, μεγάλης επιδείνωσης του συσχετισμού ανάμεσα στις εργατικές-λαϊκές δυνάμεις και το κεφάλαιο, σε παγκόσμιο επίπεδο.

Έχει αποδειχτεί όμως στην πράξη η αλήθεια, όταν το απαιτούν οι συνθήκες, όταν έχεις το δίκιο με το μέρος σου και αντιπροσωπεύεις την κοινωνική πρόοδο, όταν παλεύεις με σωστή πολιτική, τότε διαμορφώνεις προϋποθέσεις, ανοίγεις δρόμο μέσα από τις μεγάλες δυσκολίες και τα εμπόδια. Από αυτήν την άποψη το Κόμμα, τα μέλη του Κόμματος, πρέπει να οπλιζόμαστε συνεχώς με αντοχή, υπομονή, σταθερότητα, ταξική αδιαλλαξία και ανυποχώρητη θέληση, με αυτοπεποίθηση, ότι με τον αγώνα μας και τις θυσίες μας ανοίγουμε δρόμο με προοπτική για την εργατική τάξη και το λαό μας.

Η πορεία της ταξικής πάλης δεν είναι ευθύγραμμη, έχει εξάρσεις και αναδιπλώσεις, ταλαντεύσεις και πετάγματα, είναι όμως σίγουρα ανοδική, περνάει μέσα από μεγάλες και σκληρές αναμετρήσεις με την αστική τάξη και τα κόμματά της, με τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό, παλιό και νέο, με τον οπορτουνισμό, που προσαρμόζεται διαρκώς, αλλάζει χρώματα και συνθήματα, χωρίς ν’ αλλάζει την ουσία των θέσεών του, που βάση τους αποτελεί η ταξική συνεργασία.

Σε κάθε βήμα πρέπει να ξεκαθαρίζεται η ουσία της ανασύνταξης, από την άποψη του περιεχομένου και της κατεύθυνσης. Έχει σημασία η γραμμή της ανασύνταξης. Ότι δεν πρόκειται απλά για μια καλύτερη οργάνωση της συνδικαλιστικής πάλης, αλλά για την προετοιμασία και οργάνωση της εργατικής τάξης και των σύμμαχων λαϊκών στρωμάτων μέσα από μέτωπα πάλης για αποφασιστική αναμέτρηση με τα μονοπώλια, για την ανατροπή της εξουσίας τους, για έναν άλλο δρόμο ανάπτυξης, το σοσιαλιστικό δρόμο, που θα έχει στο επίκεντρό του την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Είναι ο πρώτος όρος που έχει τεθεί εδώ και χρόνια για την ανασυγκρότηση – αναζωογόνηση του εργατικού κινήματος και βασικό καθήκον των κομμουνιστών είναι το τράβηγμα στην οργανωμένη πάλη νέων εργατικών μαζών, γυναικών, νέων, αλλά και η άνοδος της ικανότητας του Κόμματος και του ταξικού κινήματος να συνδέονται με πλατιές εργατικές και λαϊκές μάζες, να οργανώνουν τη δράση τους, τις συμμαχίες τους και ταυτόχρονα να γίνεται πιο βαθιά δουλειά για να συνειδητοποιείται η ανάγκη του αγώνα για την εξουσία. Να συνδεθεί, δηλαδή, πιο στενά η πάλη του εργατικού κινήματος με το πρόβλημα της εξουσίας. Πάλη για αλλαγή τάξης στην εξουσία και όχι απλή εναλλαγή κομμάτων, στη διαχείριση της αστικής εξουσίας.

Με τη δράση του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ και παρά τις δυσκολίες του κινήματος, διαμορφώνεται και σταθεροποιείται ένα ρεύμα δυνάμεων που μάχεται με σωστές θέσεις, έχει όμως ακόμη αρκετές συγχύσεις και ταλαντεύσεις ως προς το κύριο ζήτημα. Για να μπορέσει αυτό το ρεύμα να ασκεί επίδραση σε βάθος, να πείθει για την ανάγκη άλλου δρόμου ανάπτυξης, για ν’ απεγκλωβίζει λαϊκές δυνάμεις από τις ιδέες και πρακτικές της ταξικής συνεργασίας, να οργανώνει και να κινητοποιεί ευρύτερες μάζες με τη γραμμή της σύγκρουσης με τα μονοπώλια, θα χρειαστεί ακόμη πολύς κόπος και στο επίπεδο συνείδησης, σχεδιασμού, αλλά και στην οργάνωση της δράσης με αντίστοιχο περιεχόμενο. Αυτό φυσικά δεν μπορεί να γίνει και δε γίνεται αυθόρμητα, παρόλο που η οικονομική κρίση έχει προκαλέσει μεγάλη επιδείνωση στη ζωή της εργατικής-λαϊκής οικογένειας, η οποία δε θα είναι προσωρινή. Για να συνειδητοποιήσουν ευρύτερες λαϊκές μάζες το ταξικό τους συμφέρον, απαιτείται η συνειδητή και σωστά προσανατολισμένη δράση των κομμουνιστών.

 

ΠΩΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Η κρίση χτύπησε περισσότερο ή λιγότερο όλους τους κλάδους της οικονομίας. Διαμορφώθηκε νέα κατάσταση. Έγιναν και συνεχίζονται ανακατατάξεις, εξαγορές, συγχωνεύσεις. Σε κάθε κλάδο παρέμειναν λιγότεροι και πιο ισχυροί ιδιοκτήτες. Ενισχύθηκαν οι μονοπωλιακοί όμιλοι. Η πορεία αυτή οδήγησε στο κλείσιμο εκατοντάδων μικρότερων επιχειρήσεων. Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες, εργαζόμενοι πετάχτηκαν στο δρόμο. Η ανεργία στο ναυπηγοεπισκευαστικό κλάδο, στη χαλυβουργία, συνολικά στο μέταλλο, τις κατασκευές, την κλωστοϋφαντουργία – ιματισμό – δέρμα, την εκτυπωτική βιομηχανία, κλπ. καλπάζει και τσακίζει κόκαλα. Αποτελεί και χρησιμοποιείται από την εργοδοσία σαν το μεγαλύτερο φόβητρο για κάθε εργαζόμενο που πιέστηκε και πιέζεται, προκειμένου να έχει δουλειά, να δεχτεί μια σειρά υποχωρήσεις στις αποδοχές, στις συνθήκες εργασίας, στα ωράρια, στο σύνολο, σχεδόν, των δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν με αγώνες και θυσίες σε προηγούμενες δεκαετίες.

Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις δέχτηκαν πλήγματα και σε πολλές περιπτώσεις αντικαταστάθηκαν από επιχειρησιακές και ατομικές. Μισθοί και μεροκάματα μειώθηκαν δραστικά. Ακόμη και στις ελάχιστες περιπτώσεις που δεν έγιναν μειώσεις, οι μισθοί στην καλύτερη περίπτωση παραμένουν για 6 χρόνια στα επίπεδα του 2009. Αυξήθηκε ο βαθμός εκμετάλλευσης. Υπάρχουν ακόμη απλήρωτες υπερωρίες, καθυστερήσεις μηνών στις πληρωμές. Αυξάνονται οι επιχειρήσεις που επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, τις λιγότερες μέρες και ώρες δουλειάς, με αντίστοιχη μείωση αποδοχών, νεοπροσλαμβανόμενους με χαμηλότερες αποδοχές κλπ. Πλάι σε αυτά προσθέτονται φορολογικά βάρη δυσβάσταχτα, χαράτσια, αφαίρεση δικαιωμάτων στην Υγεία, κατακρεούργηση συντάξεων.

Μάτωσαν κυριολεκτικά την εργατική τάξη με τα βάρβαρα μέτρα και τα μνημόνια, προκειμένου να περιοριστούν οι ζημιές από την κρίση για τα τραπεζικά, εμπορικά και βιομηχανικά μονοπώλια και γρήγορα να ανακάμψει η κερδοφορία τους. Κυβερνήσεις και κεφάλαιο επιδιώκουν να καταδικάσουν την εργατική τάξη και τα παιδιά της στην πιο στυγνή και άγρια εκμετάλλευση, προκειμένου να ανταγωνιστούν με καλύτερους όρους στη διεθνή καπιταλιστική αγορά.

Για να αδυνατίσει την αντίσταση των εργαζομένων, η εργοδοσία δημιουργεί πιο ισχυρούς μηχανισμούς με νέες μορφές παρέμβασης, χειραγώγησης και τρομοκράτησης. Αξιοποιεί το νέο αντιδραστικό οπλοστάσιο που της πρόσφεραν οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων, το κλίμα φόβου και ανασφάλειας που δημιουργεί η κρίση και η ανεργία, ώστε να βάλει παραπάνω εμπόδια στη δράση των ταξικών συνδικάτων, του ΠΑΜΕ και φυσικά στην πολιτική δράση του Κόμματος.

Αξιοποιεί την πολυμορφία, ουσιαστικά τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, των αμοιβών μέσα στον κλάδο ή και στον ίδιο το χώρο δουλειάς για να κάνει πιο δύσκολη την οργάνωση της κοινής πάλης, τη διαμόρφωση κοινών αιτημάτων, την ταξική ενότητα, την ισχυροποίηση κλαδικών και επιχειρησιακών συνδικάτων.

Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν τη θεωρία μας, το Πρόγραμμά μας, τις εκτιμήσεις μας, τη γραμμή πάλης που έχουμε επεξεργαστεί. Ο καπιταλισμός έχει φάει προ πολλού τα ψωμιά του, σαπίζει και καταστρέφει. Αυτά που μπορεί πια να δώσει είναι ανεργία, φτώχεια, πείνα, πολέμους, καταστροφή. Η πορεία της τωρινής κρίσης και η ενδεχόμενη ανάκαμψη εγκυμονεί μια νέα, ακόμη μεγαλύτερη και πιο καταστροφική κρίση.

Στη χώρα μας επιβεβαιώνεται ήδη η εκτίμησή μας, ότι η όποια ανάπτυξη θα είναι αναιμική, θα στηρίζεται πάνω στα συντρίμμια των εργασιακών δικαιωμάτων, θα συνοδεύεται με νέα σκληρά αντιλαϊκά μέτρα που θα διευκολύνουν την ανάκαμψη της κερδοφορίας των μονοπωλιακών επιχειρήσεων. Όποια διαχειριστική ευελιξία δείξει το επόμενο διάστημα το σύστημα, όποια ψίχουλα δοθούν σε κατηγορίες πληθυσμού που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, θα είναι ακριβώς γι’ αυτό, για τη διαχείριση και όχι την αντιμετώπιση της φτώχειας. Η όποια κυβερνητική πολιτική και η εργοδοσία θα συνεχίσουν να κινούνται σε αντίθεση με τις σύγχρονες ανάγκες του λαού και των δυνατοτήτων ικανοποίησής τους. Φιλολαϊκή, λοιπόν, διέξοδος από την κρίση, στο σημερινό έδαφος του καπιταλισμού, με τις σημερινές διαστάσεις της διεθνούς καπιταλιστικής αγοράς και των ιμπεριαλιστικών ενώσεων (ΕΕ, ΝΑΤΟ), δεν μπορεί να υπάρξει.

Η καθημερινή διαφώτιση πρέπει να οδηγεί στη συγκέντρωση εργατικών και λαϊκών δυνάμεων που θα παλεύουν για την εργατική-λαϊκή εξουσία, την κοινωνικοποίηση των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, την κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία, με κριτήριο και σκοπό την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, με συμμετοχή και έλεγχο σε όλης της κλίμακας τα όργανα εξουσίας, δηλαδή το σοσιαλισμό.

Κατά συνέπεια, η υπόθεση της ανασύνταξης δεν έχει μόνο ή κυρίως οικονομικό περιεχόμενο.

Βρισκόμαστε διαρκώς μπροστά στο ερώτημα: Tα καταφέρνουμε, ώστε ο αγώνας που διεξάγουμε να υποτάσσεται στο βασικό σκοπό, να συγκεντρώνονται δυνάμεις στην παραπάνω κατεύθυνση;

Ορισμένοι χρησιμοποιούν ως αποκλειστικό κριτήριο τα κάθε φορά εκλογικά αποτελέσματα. Επικαλούνται την εκλογική υποχώρηση του ΚΚΕ τον Ιούνη του 2012, συγκρίνουν το εκλογικό ποσοστό των ευρωεκλογών με ποσοστό παλαιότερων ευρωβουλευτικών αναμετρήσεων που πραγματοποιήθηκαν σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες, προσπαθώντας να αποδείξουν ότι η εκλογική υποχώρηση του Κόμματος, οι δυσκολίες στην ανάπτυξη του κινήματος, οφείλονται στη «σεχταριστική» γραμμή του ΚΚΕ.

Η αλήθεια είναι ότι στη φάση υποχώρησης που διανύουμε μεγαλώνουν οι πιέσεις του οπορτουνισμού ενάντια στη στρατηγική του Κόμματος, πιστεύοντας ότι είναι ευκολότερο να το ξεστρατίσουν. Επαναφέρουν ζητήματα και απόψεις που έχουν συζητηθεί και απορριφτεί ως λαθεμένες για το επαναστατικό κίνημα. Υπολογίζουν ότι οι αυξημένες δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε σήμερα θα μας οδηγήσουν σε «σκόντο» σε σχέση με τα στρατηγικά μας καθήκοντα. Αυτό, φυσικά, θα ήταν ολέθριο λάθος και μάλιστα τώρα που όλες οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις, τις προβλέψεις μας, αλλά και δίνουν πείρα σε σχέση με προγενέστερες στρατηγικές επιλογές μας.

Φυσικά, δεν υποτιμάμε καθόλου τα εκλογικά αποτελέσματα. Φαίνεται ξεκάθαρα και μέσα από αυτά η μεγάλη δυσκολία να υπάρξει «μια σημαντική τάση χειραφέτησης εργατικών-λαϊκών δυνάμεων από τα κόμματα του ευρωμονόδρομου, των συμφερόντων του κεφαλαίου, των μονοπωλίων»1.

Όμως δεν κλαψουρίζουμε μπροστά στις δυσκολίες. Έχουμε, οπλισμένοι με επαναστατική γραμμή, κατακτήσει σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά της υπομονής, της επιμονής, της επαναστατικής αισιοδοξίας, της αντοχής και της σταθερότητας στις δυσκολίες και στα σκαμπανεβάσματα της ταξικής πάλης.

Όλο αυτό το διάστημα έχει γίνει σοβαρή δουλειά που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από διάφορες θεωρίες, μαζί και από αυτή της «αναποτελεσματικότητας». Πολλοί περισσότεροι εργάτες και λαϊκοί άνθρωποι αμφισβητούν το μονόδρομο της ΕΕ, πολλοί περισσότεροι την βλέπουν ως αντίπαλο. Οι ταξικές δυνάμεις που συσπειρώνονται γύρω από το ΠΑΜΕ σε κάθε κλάδο είναι η καλύτερη απάντηση στις διάφορες θεωρίες περί «απομονωτισμού».

Στις αρχαιρεσίες των σωματείων, στα συνέδρια ομοσπονδιών, το ΠΑΜΕ διατηρεί σημαντικές δυνάμεις, έχει μικρή, αλλά σταθερή άνοδο. Παρά τα πραξικοπήματα, τις νοθείες, τις απολύσεις αγωνιστών εργατών, τους αποκλεισμούς, τη βοήθεια που δίνει η εργοδοσία και το κράτος στον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό, παλιό και νέο, το ΠΑΜΕ όχι μόνο κατακτά όλο και μεγαλύτερο κύρος, αλλά και συσπειρώνει στις γραμμές του μεγάλο μέρος των συνδικαλισμένων εργατών. Αντίθετα, η συνδικαλιστική παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις μεταγγίσεις πρώην στελεχών της ΠΑΣΚΕ, τα διάφορα κομπρεμί (ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ κλπ.), τη στήριξη της εργοδοσίας σε κλάδους, όπως στο χώρο των ιδιωτικών υπαλλήλων, παραμένει μια μικρή δύναμη, σε σύγκριση με το ΠΑΜΕ, ο συσχετισμός είναι συντριπτικός. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι σωστό να οδηγήσει σε υποτίμηση του κινδύνου. Αυτός θα μειώνεται στο βαθμό που αντιμετωπίζονται κι εκμηδενίζονται οι ρεφορμιστικές απόψεις που σήμερα είναι διάχυτες μέσα στην εργατική τάξη.

Μέσα από τους αγώνες και τις προσπάθειες των τελευταίων χρόνων αναδείχτηκαν πολλά νέα στελέχη με ιδιαίτερες ικανότητες και ταξική αδιαλλαξία απέναντι στον αντίπαλο.

Μπορεί το εργατικό κίνημα να μην μπόρεσε ν’ αποτρέψει τα αντεργατικά μέτρα, όμως έβαλε εμπόδια. Σε διάφορους χώρους δουλειάς ξέσπασαν και ξεσπούν αγώνες για μια σειρά οξυμένα προβλήματα, όπως ενάντια σε απολύσεις, σε μειώσεις μισθών, σε αφαίρεση διάφορων επιδομάτων, για την καταβολή δεδουλευμένων κλπ., κορυφαίος ο 9μηνος ηρωικός αγώνας των εργατών της Ελληνικής Χαλυβουργίας.

Στην πλειοψηφία τους ήταν αμυντικοί αγώνες, όμως είχαν ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να υποτιμηθούν. Στα εργοστάσια, π.χ., που ξέσπασαν αγώνες, είχαμε αρκετά καλή συμμετοχή των εργαζομένων. Ένα τμήμα από αυτούς είχε χρόνια να απεργήσει, ορισμένοι απέργησαν για πρώτη φορά, άλλοι δε συμμετείχαν σταθερά στους κλαδικούς και πανεργατικούς αγώνες που έγιναν την προηγούμενη περίοδο. Οργανώθηκαν με πιο συλλογικό τρόπο, μέσα από αποφάσεις μαζικών συνελεύσεων. Συλλογικά δρούσαν και κατά τη διάρκεια του αγώνα τους, μέσα από συνελεύσεις, από ενημερώσεις τμημάτων.

Βελτιώθηκε σε σημαντικό βαθμό η συμμετοχή στις περιφρουρήσεις και σε όποιες άλλες μαζικές εκδηλώσεις έγιναν κατά τη διάρκεια του αγώνα. Όλα αυτά είναι σημαντικά γιατί χιλιάδες εργαζόμενοι πήραν το «βάπτισμα του πυρός» που βοηθάει ν’ αποκτάνε πείρα, ταξικό κριτήριο, να μπορούν να βγάζουν συμπεράσματα, να μην περιμένουν λύσεις από τα πάνω.

Μέσα από αυτούς τους αγώνες και τη δράση του Κόμματος, διαμορφώνεται ένα ρεύμα αντίστασης, ανυπακοής και αμφισβήτησης της νομιμότητας των πολιτικών της άρχουσας τάξης, της ΕΕ, της εξουσίας τους. Αμφισβητήθηκε έμπρακτα κάμποσες φορές η αστική πειθαρχία, π.χ., από ναυτεργάτες. Το σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», ανεξάρτητα από την πλήρη αφομοίωση του περιεχομένου του, κυριάρχησε στις απεργίες και τις συγκεντρώσεις.

Το κύρος του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ μεγάλωσε. Αυτά είναι ορισμένα από τα θετικά στοιχεία ισχυροποίησης του Κόμματος και του ταξικού ρεύματος, κατάκτηση και παρακαταθήκη για τη συνέχιση και κλιμάκωση της πάλης.

Επόμενα, εμείς δεν τα βλέπουμε όλα μαύρα και τον αντίπαλο ανίκητο. Αναδεικνύουμε τις δυσκολίες, όχι για να δικαιολογήσουμε καθυστερήσεις, παραλείψεις, απραξία και ηττοπάθεια, αλλά για να τις αντιμετωπίσουμε, να βελτιώσουμε τη δράση μας. Παράλληλα, δε συμφωνούμε με την αντίληψη που παραβλέπει ή υποτιμά τον αντικειμενικό παράγοντα και νομίζει ότι όλα κρίνονται από την καλύτερη οργάνωση και τη μεγαλύτερη προσφορά.

Δουλεύουμε με συνειδητοποίηση των παραγόντων που οδήγησαν στην υποχώρηση, αλλά και ταυτόχρονα με συνειδητοποίηση των παραγόντων που θα οδηγήσουν στην ανάκαμψη, προβλέποντας πως οι εργάτες θα ξεπεράσουν φόβους κι αυταπάτες. Στην ιστορία του εργατικού κινήματος υπάρχουν πολλά παραδείγματα όπου μετά από ήττες και υποχώρηση το εργατικό κίνημα έβγαινε πιο δυναμικά στο προσκήνιο και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό γινόταν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Υπήρξαν και υπάρχουν παραδείγματα εργατών με ικανότητα, ηρωισμό, αντοχή και αυτοθυσία, που κανένας δεν περίμενε λόγω της προηγούμενης στάσης τους. Η σημερινή αγανάκτηση και δυσαρέσκεια που έχει συσσωρευτεί είναι σίγουρο ότι θα γεννήσει στο κοντινό ή πιο μακρινό μέλλον χιλιάδες τέτοια παραδείγματα. Το προς τα πού θα πάει αυτή η πάλη από σήμερα πρέπει να προετοιμάζεται από τους επαναστάτες «παντός καιρού», από το Κόμμα μας.

 

ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ

1. Ετοιμότητα και ικανότητα να καθοδηγήσουμε νέους, πιο μαζικούς αγώνες.

Παρά τα ωραία λόγια, η θέση του εργάτη και υπαλλήλου δεν αλλάζει. Μπαίνουν σε εφαρμογή μια σειρά αντεργατικά μέτρα που έχουν ψηφιστεί και δεν έχουν εφαρμοστεί ακόμη. Ετοιμάζονται να ψηφίσουν και άλλα τώρα ή στο κοντινό μέλλον.

Η εργοδοσία έχει αποθρασυνθεί. Αξιοποιεί το νόμιμο οπλοστάσιο που έχει στη διάθεσή της και μειώνει μισθούς, αφαιρεί διάφορα επιδόματα, η μη έγκαιρη πληρωμή δεδουλευμένων τείνει να γίνει κανόνας, όχι μόνο για μικρές και αδύναμες επιχειρήσεις, αλλά και για αρκετές μεγάλες. Ο ΣΕΒ και οι διάφορες ενώσεις των εργοδοτών αρνούνται με διάφορα προσχήματα την ουσιαστική συζήτηση για τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Οι απολύσεις εργαζομένων συνεχίζονται, η πρόσφατη απόφαση του ΑΣΕ για τις μαζικές απολύσεις στην Ελληνική Χαλυβουργία ανοίγει δρόμους. Ταυτόχρονα, η άγρια φορολογία, τα χαράτσια, τα μέτρα σε Υγεία – φάρμακα, στην Παιδεία, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα διαμορφώνουν μια πολύ δύσκολη κατάσταση για την πλειοψηφία των λαϊκών οικογενειών.

Όσο κι αν έχει ο κόσμος μειώσει τις απαιτήσεις του κάτω από το φόβο ότι θα βρεθεί στη στρατιά της ανεργίας, είναι βέβαιο ότι θα ξεσπάσουν αγώνες, ίσως σε πολύ περισσότερους χώρους και κλάδους το επόμενο διάστημα.

Ο φόβος της ανόδου του εργατικού κινήματος είναι που οδηγεί την άρχουσα τάξη και την κυβέρνησή της στα σχέδια για το νέο συνδικαλιστικό νόμο που ετοιμάζουν. Θέλουν να βάλουν ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια στην κήρυξη της απεργίας, στη λειτουργία των συνδικάτων. Όπως έχει γραφτεί σε αστική εφημερίδα, με το νέο νόμο «θα πρέπει να διασφαλίζουμε το δικαίωμα στην εργασία […] και την ανατροπή κάθε αναστάτωσης που θα εμποδίζει τη λειτουργία των επιχειρήσεων»2. Απεργία, λοιπόν, που δε θα παρεμποδίζει τη λειτουργία των επιχειρήσεων! Ίσως χρειάζεται να εγκρίνει την κήρυξή της ο ίδιος ο εργοδότης.

Σαν το μακαρίτη τον Λάσκαρη, πιστεύουν ότι με νόμους θα καταργήσουν την ταξική πάλη. Το τελευταίο δε σημαίνει ότι υποτιμάμε τον κίνδυνο. Οι δυσκολίες θ’ αυξηθούν. Γι’ αυτό η καταγγελία, η αποκάλυψη αυτών των σχεδίων, η πάλη για να μην περάσουν, πρέπει να είναι στην ημερήσια διάταξη των ταξικών συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Επομένως, εμείς πρέπει να παρακολουθούμε από κοντά τις εξελίξεις στους χώρους, να ενθαρρύνουμε την κάθε αγωνιστική πρωτοβουλία, να μπαίνουμε «μέσα» στον αγώνα, να δενόμαστε με τους αγωνιζόμενους εργαζομένους, να παρεμβαίνουμε. Να βοηθάμε στο σωστό προσανατολισμό τους, στην καλύτερη οργάνωση των εργαζομένων, να δουλεύουμε για τη δημιουργία κατάλληλων υποδομών, ώστε να υπάρχει συνέχεια στην πάλη μετά από τη λήξη του συγκεκριμένου αγώνα, στην ταξική τους διαπαιδαγώγηση.

Η διαφωτιστική μας δουλειά να μην περιορίζεται στα προβλήματα των εργαζομένων της επιχείρησης ή του κλάδου. Στην πρώτη γραμμή πρέπει να βρίσκονται τα γενικά συμφέροντα της εργατικής τάξης απέναντι στο κράτος, την ΕΕ, τον εργοδοτικό συνδικαλισμό.

Να μη φοβόμαστε ή να ταλαντευόμαστε μπροστά στον αρνητικό συσχετισμό ή επειδή οι αγωνιζόμενοι εργάτες δε συμφωνούν σε όλα μαζί μας. Ο αγώνας είναι σχολείο από το οποίο πρέπει να περάσουν αναγκαστικά οι εργαζόμενοι για να μάθουν, να πειστούν από την ίδια τους την πείρα και για την ανάγκη της απαλλαγής τους από το καρκίνωμα του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισμού.

Μέσα σε αυτό το καμίνι θα μαθαίνει ο εργάτης για την αξία και την αναγκαιότητα της οργάνωσης, της ενότητας, της αλληλεγγύης, θα ξεπερνιούνται διάφορες αυταπάτες. Σε πολλές απεργίες υπήρχε η εντύπωση ότι με 1 – 2 μέρες απεργία η εργοδοσία θα ικανοποιήσει τα αιτήματά τους, ξεκινούσαν με ενθουσιασμό την κινητοποίηση, όμως στη συνέχεια άρχιζαν να ταλαντεύονται, να ψάχνουν μήπως μπορεί να βρεθεί μια «μέση λύση» με την εργοδοσία, δυνάμωναν οι φωνές για σταμάτημα του αγώνα.

Από την άλλη, υπάρχουν ορισμένοι που νομίζουν ότι με τις συνεχείς, επαναλαμβανόμενες απεργίες, χωρίς όμως καλή προετοιμασία και οργάνωση, χωρίς μαζική συμμετοχή, θα αναγκάσουν την εργοδοσία ή την κυβέρνηση να κάνει πίσω.

Και στις δύο περιπτώσεις υποτιμάται ότι τα μέτρα που παίρνει η εργοδοσία είναι ζωτικής σημασίας γι’ αυτήν. Ότι έχουν σχέση με την κρίση, με την ένταση της ανταγωνιστικότητας, την ανάγκη της κερδοφορίας. Μπορεί να πιέζεται από την απεργία, αλλά να μην κάνει πίσω λόγω του αδυσώπητου ανταγωνισμού. Πέρα από την οικονομική υπολογίζει και την πολιτική πλευρά, ότι δηλαδή δε θέλει να κάνει πίσω γιατί θ’ ανοίξει κακό προηγούμενο για το συγκεκριμένο χώρο, αλλά και για τις άλλες επιχειρήσεις στον όμιλο ή στον κλάδο.

Στο Φάρμακο τα τελευταία χρόνια έχουμε αύξηση κερδών, εξαγωγών, άνοδο της παραγωγικής κι εμπορικής δραστηριότητας, όμως οι φαρμακοβιομήχανοι δεν υπογράφουν τη ΣΣΕ με επιχείρημα την «αβεβαιότητα των εξελίξεων» και κυρίως γιατί «δε θέλουν να σπάσουν τη γραμμή του ΣΕΒ».

Χρειάζεται να εμπεδωθεί ότι σήμερα είναι πολύ πιο δύσκολο, σε σχέση με προηγούμενες εποχές, μ’ έναν αγώνα, πολύ περισσότερο ο κάθε χώρος μόνος του, ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση, να υπερασπιστεί το μισθό, το ωράριο και τα άλλα εργατικά δικαιώματα.

Σήμερα χρειάζεται συντονισμός κατά κλάδο, μονοπωλιακό όμιλο, οργάνωση της αλληλεγγύης, αλλαγή του συσχετισμού στα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος, βήματα για την αναζωογόνηση – ανασύνταξη συνολικά του εργατικού κινήματος. Να συνειδητοποιείται σωστά το περιεχόμενο του αγώνα. Κριτήριο για μας είναι οι ανάγκες των εργατών και υπαλλήλων, της νεολαίας, των εργαζόμενων γυναικών και όχι η κερδοφορία της εταιρίας ή του μονοπωλιακού ομίλου. Να κατανοείται ότι ο αγώνας δεν τελειώνει με μια μάχη, όχι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, κάθε μάχη πρέπει να προετοιμάζει για τα πιο μεγάλα και δύσκολα, να εκπαιδεύει, να συσπειρώνει νέες δυνάμεις, να διαπαιδαγωγεί τους εργάτες στο να πέφτουν στη φωτιά της ταξικής πάλης οργανωμένα, εξασφαλίζοντας κάθε φορά όσο το δυνατόν μεγαλύτερη υπεροχή δυνάμεων.

 

2. Συμμετοχή των εργαζομένων και δημοκρατική λειτουργία των συνδικάτων.

Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι δυσκολίες για την ένταξη εργατών στα συνδικάτα. Η μαζικότητα, η συμμετοχή, που έτσι κι αλλιώς ήταν και προηγούμενα πολύ χαμηλή στον ιδιωτικό τομέα, είναι καίριο πρόβλημα για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος. (Αλλά και στο δημόσιο τομέα και στις λεγόμενες ΔΕΚΟ, που εμφανίζεται να είναι οργανωμένοι στα συνδικάτα σχεδόν το σύνολο των μόνιμων υπαλλήλων, η πραγματική συμμετοχή είναι πολύ μικρή. Εδώ μάλιστα οι ηγεσίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων αρνούνται να δεχτούν ως μέλη χιλιάδες εργαζομένους έκτακτους, ορισμένης διάρκειας, ενοικιαζόμενους κλπ.)

Η εργοδοτική τρομοκρατία ήταν πάντα μεγάλο εμπόδιο, ακόμη μεγαλύτερο είναι στις μέρες μας ο φόβος της ανεργίας. Η δυσκολία των συνδικάτων να κατακτήσουν ζωτικής σημασίας αιτήματα, να υπογράψουν ΣΣΕ, απομακρύνει εργαζομένους από την οργάνωση, αναζητούνται ατομικές, ουτοπικές λύσεις.

Για να υπερνικηθούν αυτές οι δυσκολίες, πρέπει ν’ ανέβει, ανάμεσα σε άλλα, κατακόρυφα και η συλλογική λειτουργία των συνδικάτων, να βελτιωθεί το περιεχόμενο της δράσης τους. Να καταπολεμηθεί στην πράξη ο διαμορφωμένος σε μεγάλη έκταση γραφειοκρατικός τρόπος λειτουργίας που απωθεί, δε συσπειρώνει, μειώνει το κύρος του συνδικάτου. Τρόπος λειτουργίας που είναι συνέπεια της εδραιωμένης άποψης ότι η αποστολή του συνδικάτου αρχίζει και τελειώνει σε ορισμένες κυρίως οικονομικού χαρακτήρα διεκδικήσεις.

Οι οικονομικές διεκδικήσεις είναι ασφαλώς βασικό ζήτημα στη δράση των συνδικάτων, όμως η αποστολή τους δεν τελειώνει εκεί.

Παλεύουμε για ζωντανά σωματεία που θα κατακτούν και θα βελτιώνουν συνεχώς τη συλλογική λειτουργία. Το διοικητικό συμβούλιο να γίνει χώρος ουσιαστικής συζήτησης των εξελίξεων στον κλάδο, μελέτης των εμπειριών, χώρος ουσιαστικής διαπάλης των διαφόρων απόψεων, χώρος επεξεργασίας της τακτικής, σχεδιασμού της δράσης.

Ακόμη περισσότερο, οι γενικές συνελεύσεις ν’ αποκτήσουν ουσιαστικό περιεχόμενο. Ο απολογισμός, ο προγραμματισμός, ο έλεγχος του ΔΣ να έχουν τη σφραγίδα του συλλογικού προβληματισμού. Να αναπτύσσονται η συλλογική σκέψη κι εμπειρία από τους χώρους δουλειάς, από τις εξελίξεις στον κλάδο. Να γίνεται συζήτηση για τα αιτήματα, το διεκδικητικό πλαίσιο. Να ενθαρρύνεται η συζήτηση. Είναι πρόβλημα το γεγονός ότι λίγοι εργαζόμενοι παίρνουν το λόγο στις γενικές συνελεύσεις.

Τα σωματεία πρέπει να εμπλουτίσουν πολύ περισσότερο τη δράση τους με εκδηλώσεις μορφωτικού και πολιτιστικού περιεχομένου. Τέτοιες μορφές συσπειρώνουν κόσμο, διαπαιδαγωγούν. Μπορεί, για παράδειγμα, να υποτιμηθεί η προσπάθεια να γνωρίζουν οι εργάτες ενός κλάδου την ιστορία του, τους αγώνες που προηγήθηκαν, τους ήρωες που ανέδειξε, ότι, για να κατακτηθούν το 8ωρο, η ασφάλιση, οι ΣΣΕ, έγιναν σκληροί αγώνες, πρωτοπόροι εργάτες έδωσαν τη ζωή τους;

Έχει αποδειχτεί ότι η μαζική παρακολούθηση μιας κινηματογραφικής ταινίας, κάποιου θεατρικού έργου, μια εκδρομή σε ένα ιστορικό μέρος, μια εκδήλωση για τα παιδιά των εργαζομένων, για τους ανέργους είναι μορφές που συσπειρώνουν, διαπαιδαγωγούν.

Το συνδικάτο πρέπει να φροντίζει, πολύ περισσότερο τώρα, για τη συσπείρωση στις γραμμές του της νέας βάρδιας εργαζομένων, των νέων σε ηλικία συναδέλφων. Η μαζική ένταξή τους θα φέρει ζωντάνια, άλλη δυναμική στον αγώνα.

Οι καθυστερήσεις και οι αδυναμίες που εντοπίζονται στον προσανατολισμό των σωματείων στην εργατική νεολαία, η αδύναμη συζήτηση στα ΔΣ με αντίστοιχους στόχους κι έλεγχο, η χαλαρή επαφή που έχουμε με τους χώρους κατάρτισης και μαθητείας είναι πλευρές που προβληματίζουν και πρέπει να δοθούν απαντήσεις.

Απαιτείται πιο εξειδικευμένη δουλειά σε μια σειρά ζητήματα και προβλήματα. Επιφανειακά, εξετάζοντας το πρόβλημα του Ασφαλιστικού, μοιάζει να μην ενδιαφέρει τη νεολαία. Φυσικά, αν μιλάμε μόνο για τη σύνταξη, το θέμα δε συγκινεί το νεαρό εργαζόμενο, το βλέπει πολύ μακρινό. Χρειάζεται, λοιπόν, δουλειά που θα δείχνει ότι οι ανατροπές που έγιναν αφορούν τη ζωή του τώρα, π.χ., στα ζητήματα της Υγείας.

Η δουλειά του σωματείου στη νεολαία του κλάδου απαιτεί ειδικό σχεδιασμό, να είναι μόνιμο θέμα συζήτησης και δράσης και όχι μόνο όταν υπάρχει κάποια κεντρική πρωτοβουλία.

Είναι λάθος η αντίληψη ότι η γενική δουλειά ακουμπά αντικειμενικά ζητήματα της νεολαίας. Τα συνδικάτα πρέπει να βάλουν στόχο να αντιμετωπιστεί ο απαράδεκτος διαχωρισμός των μισθών με βάση την ηλικία (510€ για τους νέους έως 25 ετών), να επεξεργάζονται ειδικά αιτήματα για τα νέα ζευγάρια. Να αναπτύσσουν δράση που συσπειρώνει νέους και νέες, π.χ. αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες.

 

3. Η μαζική οργάνωση των εργαζομένων στον τόπο εργασίας είναι προϋπόθεση για αποτελεσματικούς αγώνες στην επιχείρηση, στον κλάδο και γενικότερα.

Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και ειδικά στις εργασιακές σχέσεις, όπως η μερική απασχόληση, η σταδιακή κατάργηση του 8ώρου κλπ., όξυναν ακόμη περισσότερο την αναντιστοιχία της δομής του συνδικαλιστικού κινήματος σε σχέση με τις αλλαγές μεταξύ κλάδων και τομέων της οικονομίας. Ενώ ενισχύθηκε η τάση συγκέντρωσης της εργατικής τάξης, η δομή του συνδικαλιστικού κινήματος, παρά τις προσπάθειές μας, δεν ανταποκρίνεται ακόμη σε αυτές τις αλλαγές.

Για πολλές δεκαετίες στη χώρα μας κυριάρχησε η δομή του συνδικάτου ανά ειδικότητα. Ακόμη και σήμερα, κυρίως στο δημόσιο τομέα, στις ΔΕΚΟ, αλλά και σε τμήματα του ιδιωτικού τομέα, κυριαρχεί αυτή η μορφή. Π.χ., στην ΕΥΔΑΠ εργάζονται λίγο πάνω από 2.000 μόνιμοι εργαζόμενοι. Αυτοί είναι οργανωμένοι σε 11 συνδικάτα, τα περισσότερα των διάφορων ειδικοτήτων. Ταυτόχρονα, υπάρχει άρνηση των ΔΣ να δεχτούν στη δύναμή τους εκατοντάδες εργαζομένους που δουλεύουν στην εταιρία μέσω εργολάβων ή άλλους με 8μηνη ή 5μηνη σύμβαση.

Κοντά σε αυτό, έχουμε εδώ και δεκαετίες την πολυδιάσπαση, τον κατακερματισμό του συνδικαλιστικού κινήματος. Π.χ., στον κλάδο των Τροφίμων υπάρχουν 10-11 ομοσπονδίες.

Αυτή η δομή αναπαράγει το συντεχνιασμό, το ρεφορμισμό, οδηγεί στη διάσπαση των εργαζομένων. Δεν είναι η μοναδική αιτία των ρεφορμιστικών αυταπατών, είναι όμως ένας πολύ σοβαρός παράγοντας.

Η ΠΑΣΚΕ και η ΔΑΚΕ αξιοποίησαν στο έπακρο αυτές τις μορφές για να κυριαρχήσουν στο συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας. Με τις πολύ μικρότερες δυνάμεις του έκανε ό,τι μπορούσε και ο Συνασπισμός. Στον κλάδο του Φαρμάκου, για παράδειγμα, δημιούργησε διασπαστική ομοσπονδία με βάση την ειδικότητα (ιατρικοί επισκέπτες). Όλοι μαζί έχουν το θράσος να κατηγορούν το ΠΑΜΕ για διάσπαση.

Ο χαμηλός βαθμός της συνδικαλιστικής οργάνωσης, η ένταξη στις γραμμές της εργατικής τάξης νέων δυνάμεων, κατά κανόνα με ελαστικές σχέσεις, η τρομακτική αύξηση της ανεργίας, ο κατακερματισμός, δημιούργησαν μια νέα, σύνθετη κατάσταση. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη βαθύτερη πρόσδεση κι ενσωμάτωση των ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών ηγεσιών στη στρατηγική του κεφαλαίου και της ΕΕ, απαιτούν πιο γρήγορες αλλαγές και προσαρμογές από την πλευρά των ταξικών δυνάμεων.

Εδώ και αρκετά χρόνια το ΠΑΜΕ ξεκίνησε μια πιο συστηματική προσπάθεια, όμως τα βήματα είναι μικρά και αποσπασματικά. Χρειάζεται πιο συστηματική μελέτη του βαθμού συγκέντρωσης της εργατικής τάξης κατά κλάδο, της διαστρωμάτωσης, των εξελίξεων μέσα στην περίοδο της κρίσης, των μηχανισμών επίδρασης της εργοδοσίας και του κυβερνητικού συνδικαλισμού. Να δυναμώσουν οι πρακτικές ενέργειες για τη δημιουργία νέων συνδικάτων, για ενοποιήσεις ομοσπονδιών και σωματείων.

Με βάση τις μελέτες μας για την ολοκληρωμένη κι ακριβή εικόνα της σύγχρονης κλαδικής διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας και την πείρα που αποκτήσαμε, έχουμε προκρίνει τη μορφή οργάνωσης των εργαζομένων κατά κλάδο παραγωγής σε επίπεδο νομού ή ευρύτερης περιφέρειας της χώρας.

Ξεκαθαρίζουμε ότι με τα κλαδικά συνδικάτα προσπαθούμε να συσπειρώσουμε όλους τους εργαζομένους του κλάδου, ανεξάρτητα από ειδικότητες (εργαζόμενοι στην παραγωγή, τεχνικοί, χειριστές, ηλεκτρολόγοι, μεταφορείς, λογιστές κλπ.), ανεξάρτητα επίσης από εργασιακές σχέσεις (μόνιμοι, ενοικιαζόμενοι, μερικής απασχόλησης, ορισμένου χρόνου κλπ.).

Αυτή η μορφή βοηθά στην ενότητα των εργαζομένων του κλάδου, στην αποτελεσματικότητα των αγώνων τους, με μια προϋπόθεση: Ότι το κλαδικό συνδικάτο θα στηρίζεται στη γερή και μαζική οργάνωση στο χώρο εργασίας, ιδιαίτερα στις πιο μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου. Έχει ιδιαίτερη σημασία η προσπάθεια των κλαδικών συνδικάτων να οργανώσουν σε κάθε επιχείρηση σωματειακές επιτροπές που θα συνδέουν την κεντρική διοίκηση του συνδικάτου με τους εργαζομένους του κάθε χώρου. Πρόκειται για δύσκολο καθήκον και απαιτείται διαρκής αγώνας, γιατί η εργοδοσία παρεμβάλλει εμπόδια, τρομοκρατία, κάποιες φορές καταφέρνει να διαλύσει επιτροπές. Δε θέλει οργάνωση των εργατών στα πόδια της.

Μεγάλη συμβολή στον αγώνα έχουν επιχειρησιακά σωματεία που ανήκουν στη δύναμη του ΠΑΜΕ. Τη μορφή του σωματείου ανά μονάδα παραγωγής, όχι μόνο δεν την απορρίπτουμε, αλλά την επιδιώκουμε, ιδιαίτερα για επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό εργαζομένων.

Είτε με επιχειρησιακό είτε με σωματειακή επιτροπή με αρμοδιότητες, αυτό που έχει σημασία είναι να οργανώνονται οι εργαζόμενοι στο χώρο εργασίας τους. Να δημιουργούμε ένα πλέγμα κλαδικών με επιτροπές και επιχειρησιακών συνδικάτων σε κάθε κλάδο, που θα ενώνουν το σύνολο των εργαζομένων, ανεξάρτητα από ειδικότητες, εργασιακές σχέσεις αορίστου ή προσωρινού χρόνου απασχόλησης. Κι εδώ απαιτείται το συνδικάτο να κάνει εξειδικευμένη δουλειά με στόχους και αιτήματα για τους νέους, τις γυναίκες, για τους παιδικούς σταθμούς, για τους υπαλλήλους του εργοστασίου που συνήθως δε συμμετέχουν, τους ενοικιαζόμενους, τους έκτακτους, τους μετανάστες.

Η συγκρότηση, η λειτουργία και η δράση των δυνάμεών μας εκεί όπου είμαστε μειοψηφία πρέπει ν’ ανέβει σε ανώτερο επίπεδο, γιατί η αλλαγή συσχετισμών, η αλλαγή της κατάστασης, απαιτεί επίμονη δουλειά, συστηματική, τεκμηριωμένη αντιπαράθεση με τις άλλες δυνάμεις. Απαιτεί ακόμη σχέδιο αλλαγών για όλο τον κλάδο και σε βάθος χρόνου. Η μέχρι τώρα δράση μας συνήθως απαντάει στις δραστηριότητες των άλλων δυνάμεων, δουλεύουμε μπροστά σε απεργίες ή αρχαιρεσίες, δε λειτουργούμε αυτοτελώς και συνεχώς όπως εάν είχαμε εμείς την πλειοψηφία.

 

4. Αγώνας για την αλλαγή συσχετισμών στα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος.

Έχουμε πολλές φορές μιλήσει για τις ευθύνες των άλλων συνδικαλιστικών παρατάξεων για την κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα. Με κύρια ευθύνη της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ που κυριάρχησαν σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ και τη συνδρομή των δυνάμεων του Συνασπισμού για πάνω από δύο δεκαετίες, επέβαλαν σε αυτές τις κορυφαίες συνδικαλιστικές οργανώσεις τη γραμμή του κοινωνικού εταιρισμού, της ταξικής συνεργασίας. Με τους κοινωνικούς διάλογους αποπροσανατόλισαν, αλυσόδεσαν, αφόπλισαν την εργατική τάξη, που βρέθηκε απροετοίμαστη όταν δέχτηκε την επίθεση του κεφαλαίου μόλις ξέσπασε η καπιταλιστική κρίση. Πριν την εκδήλωση της κρίσης υπόγραψαν ΕΓΣΣΕ με ελάχιστα λεπτά αύξηση, συμφώνησαν με τις ανατροπές των εργασιακών σχέσεων, με τις ομαδικές απολύσεις αρκεί να είναι αιτιολογημένες, στην περίοδο της κρίσης έβαλαν την υπογραφή τους στις μειώσεις μισθών και μεροκάματων.

Αυτό που σήμερα έχει σημασία είναι ότι με αυτές τις ηγεσίες στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ και με αυτούς τους συσχετισμούς, ειδικά στις βασικές ομοσπονδίες ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και στα πρωτοβάθμια σωματεία σε μεγάλες επιχειρήσεις, εργοστάσια, νοσοκομεία, τράπεζες κ.ά., δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί η επιθετικότητα του κεφαλαίου που συνεχίζεται και κλιμακώνεται.

Η ανατροπή αυτής της κατάστασης, η αλλαγή των συσχετισμών, ξεκινώντας από τα κάτω, το πρωτοβάθμιο, απαιτεί να επεξεργαστούμε καλύτερα το περιεχόμενο της δράσης μας, τα αιτήματά μας, την τακτική μας, τις μορφές δουλειάς. Να δουλεύουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουμε την πρωτοβουλία στην αντιμετώπιση προβλημάτων του κλάδου ή του χώρου, να οξύνουμε την αντιπαράθεση με την εργοδοτική πλειοψηφία, να έχουμε όλο και πιο διακριτή παρουσία και ταυτόχρονα να συνδεόμαστε με εργαζομένους που δε συμφωνούν πλήρως μαζί μας, που μας αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη.

Να δουλεύουμε με μακροπρόθεσμη προοπτική για την αλλαγή των συσχετισμών, όχι την τελευταία στιγμή. Στις αρχαιρεσίες οι άλλες δυνάμεις βάζουν σε κίνηση ολόκληρο μηχανισμό, αξιοποιούν την εργοδοσία, τους εκβιασμούς, τις συναλλαγές, τις νοθείες. Εμείς βασιζόμαστε στη δράση μας, στον αγώνα μας, στις θέσεις μας, στους δεσμούς με τους εργαζομένους, στην προσπάθεια συσπείρωσης δυνάμεων, στην ιδεολογική-πολιτική διαπάλη μιας μεγάλης περιόδου. Η δουλειά της τελευταίας στιγμής δε φέρνει αποτελέσματα.

Οι θετικές αλλαγές στις διοικήσεις οργανώσεων μπορεί να ενισχύσουν την ταξική αντίληψη, τη γραμμή σύγκρουσης με την εργοδοσία, το κράτος και την κυβερνητική πολιτική. Γι’ αυτό οι αρχαιρεσίες, ως συστατικό μέρος της συνολικής δουλειάς στο εργατικό κίνημα, αποτελούν πρωταρχικό καθήκον, η καλή προετοιμασία τους σοβαρή υποχρέωση όλων των δυνάμεων του ταξικού κινήματος.

Εξετάζοντας τα αποτελέσματα των αρχαιρεσιών στα σωματεία και τα συνέδρια ομοσπονδιών και εργατικών κέντρων του πρώτου εξαμήνου του 2014, προκύπτουν χρήσιμα για τη δουλειά μας συμπεράσματα.

– Είναι σημαντικό ότι όχι μόνο δεν έχουμε υποχώρηση του ΠΑΜΕ, απεναντίας μέσα σ’ αυτή την εξαιρετικά δύσκολη και σύνθετη περίοδο οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ αντέχουν και σε αρκετούς κλάδους κερδίζουν σε ποσοστά και σε ψήφους.

Εκτός όμως από την τάση ενίσχυσης του ΠΑΜΕ που διατηρείται και που είναι σημαντικό ζήτημα, τα άλλα στοιχεία δεν δείχνουν ακόμη σημάδια ανάκαμψης και ανασύνταξης του κινήματος. Π.χ.:

α) Συνεχίζεται η τάση μείωσης των ψηφισάντων εκτός κάποιων εξαιρέσεων, που εκφράζει τάση απομαζικοποίησης των συνδικάτων.

Η μείωση αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στην κρίση και τη μείωση των εργαζόμενων των κλάδων. Αντανακλά και την κατάσταση των σωματείων, την εκφυλιστική κατάσταση και τις ευθύνες του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, αλλά και τις αδυναμίες των δικών μας δυνάμεων και των συνδικάτων που το ΠΑΜΕ είναι πλειοψηφία.

β) Παρά τις απώλειες η ΠΑΣΚΕ και η ΔΑΚΕ εξακολουθούν να αποτελούν τους βασικούς πυλώνες του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, με τη ΔΑΚΕ να δείχνει σταθερότητα, να ενισχύεται έναντι της ΠΑΣΚΕ η οποία εξακολουθεί να αποδυναμώνεται και να αποτελεί τη βασική πηγή ενίσχυσης του ΣΥΡΙΖΑ.

γ) Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ ενισχύονται κυρίως στο δημόσιο και τις πρώην ΔΕΚΟ μέσα από τη μετατόπιση δυνάμεων από το ΠΑΣΟΚ και μέσα από συνεργασίες με την ΠΑΣΚΕ ή τμήματά της και τη ΔΑΚΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρώτο εξάμηνο ο ΣΥΡΙΖΑ συμμετέχει σε κοινά ψηφοδέλτια με ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ ή μόνο με την ΠΑΣΚΕ σε 6 εργατικά κέντρα (Άρτα, Κεφαλονιά, Ελευσίνα, Δράμα, Αρκαδία, Γιαννιτσά), σε 3 ομοσπονδίες (ΟΣΝΙΕ, Πετρέλαια, ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ) και φυσικά σε πολλά πρωτοβάθμια.

δ) Δεν έχουμε σημαντική ανάπτυξη των αγώνων, παρά την οξύτητα των προβλημάτων. Έχουμε ξεσπάσματα αμυντικού χαρακτήρα σε ένα κλίμα μείωσης των απαιτήσεων από την πλειοψηφία των εργαζομένων.

Φυσικά σε κάθε κλάδο, εργατικό κέντρο, σωματείο που έκανε αρχαιρεσίες προκύπτουν πλούσια συμπεράσματα που πρέπει να εξετάζονται, να αναδεικνύονται, να αφομοιώνονται, να γίνονται οδηγός στην παραπέρα δράση μας. Με βάση προηγούμενα συμπεράσματα να αντιμετωπίσουμε αρχαιρεσίες τους επόμενους μήνες σε συνδικάτα κρίσιμα για τους συνολικούς συσχετισμούς και την πορεία αναζωογόνησης του κινήματος.

 

5. Πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό.

Το σύστημα αξιοποιεί προς όφελός του κάθε ρεύμα ή άποψη που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στις λαϊκές μάζες. Αξιοποιεί ιδιαίτερα τα διάφορα οπορτουνιστικά ρεύματα και ομάδες. Στη διάρκεια της κρίσης ανέπτυξαν διάφορες θεωρίες και πρακτικές που προκάλεσαν σύγχυση, αποπροσανατολισμό, υπονόμευσαν τον ταξικό προσανατολισμό της πάλης.

Βάφτισαν αντικαπιταλιστική πάλη διάφορα αιτήματα και συνθήματα μιας εναλλακτικής διαχείρισης του καπιταλισμού, όπως έξω από το ευρώ, αλλά μέσα στην ΕΕ, αναδιαπραγμάτευση ή και προσωρινή στάση πληρωμής του χρέους χωρίς όμως άρνηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας κι εξουσίας που οδηγεί και στη συμμετοχή στη διεθνή καπιταλιστική αγορά. Προβάλλουν την ενότητα δράσης διάφορων ρευμάτων πάνω σε ένα πρόβλημα, χωρίς τελικό σκοπό και προϋποθέσεις ή ακόμα περισσότερο με κυβερνητικό στόχο στο έδαφος του καπιταλισμού.

Ιδιαίτερα οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στο συνδικαλιστικό κίνημα προτείνουν την «ενότητα των δυνάμεων της Αριστεράς», των «αριστερών δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα» πάνω σ’ ένα ελάχιστο πλαίσιο διεκδικήσεων. Καλούν σε ενότητα το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ την ίδια στιγμή που τα καταγγέλλουν για σεχταριστική, διασπαστική πολιτική. Βεβαίως, την ίδια ώρα που καλούν σε ενότητα πρωτοστατούν ή συμμετέχουν στη δημιουργία διασπαστικών συνδικάτων, κατεβαίνουν σε κοινά ψηφοδέλτια με την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ ενάντια στα ταξικά ψηφοδέλτια του ΠΑΜΕ σε δεκάδες ομοσπονδίες, εργατικά κέντρα, σωματεία.

Γενικά, δε χάνουν ευκαιρία να χτυπήσουν την επαναστατική γραμμή του ΚΚΕ, να συκοφαντήσουν το Κόμμα, τις αγωνιστικές παραδόσεις του εργατικού κινήματος.

Η συνδικαλιστική παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ, η Αυτόνομη Παρέμβαση, που πρόσφατα μετονομάστηκε σε «ΜΕΤΑ», έχει μεγάλες ευθύνες για την πορεία του συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα μας.

Αποδέχτηκε τη λογική των κοινωνικών διαλόγων, επιτέθηκε στη γραμμή της ταξικής πάλης, πρωτοστάτησε στην επίθεση ενάντια στο ΠΑΜΕ από την πρώτη μέρα της ίδρυσής του.

Αποπροσανατολίζει και απομαχητικοποιεί το εργατικό κίνημα εστιάζοντας στην κριτική απέναντι στη «νεοφιλελεύθερη» διαχείριση του συστήματος και στη διεκδίκηση «αριστερής» διακυβέρνησης.

Συνεχίζει να εξωραΐζει τις συμβιβασμένες πλειοψηφίες. Για το ΜΕΤΑ η στάση των ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ δεν είναι συνειδητή γραμμή κυβερνητικής κι ευρωενωσιακής ενσωμάτωσης, αλλά στοιχείο αδυναμίας τους να σταθούν στο ύψος των αναγκών. Συνεργάζονται αρμονικά μεταξύ τους και όλοι μαζί, ακόμη και με την εργοδοσία, για να εμποδίσουν την άνοδο του ΠΑΜΕ. Έχουμε πολλά να πούμε για τα έργα και τις μέρες των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ σε διάφορους κλάδους (Φάρμακο, Ιδιωτικοί Υπάλληλοι και πολλοί άλλοι).

Το μέτωπο απέναντι στο ρεφορμισμό και τον οπορτουνισμό πρέπει να ενισχυθεί με διαπάλη κυρίως ως προς το περιεχόμενο της πολιτικής του και όχι ως προς τις μορφές πάλης. Είναι όρος για την ανασύνταξη του κινήματος.

Φυσικά πρέπει να είναι καθαρό ότι η αποκάλυψη του ρόλου της συνδικαλιστικής παράταξης του ΣΥΡΙΖΑ δε σημαίνει αυτόματα και χρεοκοπία του ρεφορμισμού ή οπορτουνισμού. Αυτή θα κριθεί με τη δουλειά μέσα στις μάζες, με την πάλη για την καταπολέμηση ριζωμένων αντιλήψεων και με διαρκή κι επίμονη πάλη με τους παράγοντες που τροφοδοτούν αυτά τα αντεπαναστατικά ρεύματα.

 

6. Για την οικοδόμηση γερών ΚΟΒ στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις.

Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι πρέπει καθημερινά να διεξάγουμε τη μάχη των ιδεών. Η πάλη αυτή να διαποτίζει την πρακτική μας δράση. Η μάχη των ιδεών είναι προϋπόθεση οργάνωσης των εργατικών, των λαϊκών μαζών. Η ιδεολογική αντεπίθεση παίζει σήμερα, περισσότερο από πριν, ρόλο οργανωτικού παράγοντα στην αφύπνιση λαϊκών μαζών, πριν απ’ όλα εργατοϋπαλλήλων, μισθωτών, της νέας βάρδιας της εργατικής τάξης, της νεολαίας. Από αυτήν τη μάχη θα κριθεί η διαμόρφωση κομμουνιστικής πρωτοπορίας στους μεγάλους εργασιακούς χώρους, η προσπάθεια για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος.

Η πάλη αυτή, φυσικά, διεξάγεται από ολόκληρο το Κόμμα. Θα γίνεται όμως όλο και πιο αποτελεσματική, όπως επίσης η απαίτηση για ένα ανώτερο επίπεδο πολιτικής επαγρύπνησης κι ετοιμότητας, ισχυροποίησης των δεσμών του ΚΚΕ με πλατιές εργατικές μάζες θα προωθείται πιο γρήγορα, στο βαθμό που ξεπερνιούνται καθυστερήσεις στον προσανατολισμό και στο σχεδιασμό οικοδόμησης ΚΟΒ στα μεγάλα εργοστάσια κι επιχειρήσεις.

«Το σχέδιο για την ανασύνταξη και ανάπτυξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος στη γραμμή της ρήξης και της ανατροπής στην προοπτική της λαϊκής εξουσίας δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί και να δημιουργηθούν προϋποθέσεις αντεπίθεσης, αν δε στηριχτεί σ’ ένα πλέγμα γερών και μαζικών Κομματικών και Κνίτικων Οργανώσεων στους μεγάλους τόπους δουλειάς, στη βιομηχανία, στο εμπόριο, τις υπηρεσίες, στους βασικούς κλάδους, στις βιομηχανικές ζώνες»3.

Χρειαζόμαστε πολύ περισσότερες ΚΟΒ στους τόπους δουλειάς, ικανές να διεξάγουν μόνιμη, σταθερή, ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική πάλη. ΚΟΒ που θα έχουν καλή γνώση της κατάστασης του κλάδου παραγωγής, θα παρακολουθούν τις εξελίξεις στον κλάδο, το βαθμό μονοπώλησης, τον ενδοκλαδικό και διακλαδικό ανταγωνισμό, τις διεθνείς εξελίξεις.

ΚΟΒ, που, χωρίς να συνδέονται αποκλειστικά με τις ανάγκες των σωματείων, θ’ αποκτούν την ικανότητα να οργανώνουν τους εργάτες, να τους εμψυχώνουν, να είναι στην πρώτη γραμμή του αγώνα για τις λαϊκές ανάγκες. Ν’ απευθύνονται και να συνδέονται με τη μεγάλη μάζα των συναδέλφων τους, δίνοντας παράλληλα με υπομονή κι επιμονή τη μάχη με τις διάφορες ρεφορμιστικές αυταπάτες και αντιλήψεις.

Στους αγώνες των τελευταίων χρόνων, στο πλευρό των μελών του Κόμματος, σε όλα σχεδόν τα εργοστάσια, πάλεψαν και αναδείχτηκαν μαζί με άλλους εργάτες και πολλοί οπαδοί του ΚΚΕ. Προϋπόθεση για να προχωρήσει η οικοδόμηση του Κόμματος, για να δυναμώσει συνολικά η δράση μας, είναι ν’ αποκτήσουμε ένα ανώτερο ιδεολογικό και οργανωτικό επίπεδο σχέσεων μαζί τους. Υπάρχει ζήτημα με το πώς τους μεταχειριζόμαστε, πώς τους αξιοποιούμε. Ασφαλώς, δεν ταυτίζονται με τα κομματικά μέλη μας, αλλά ούτε και με τους υπόλοιπους εργαζομένους. Μπορεί να γίνουν δύναμη που θα παίζει σοβαρό ρόλο στην υλοποίηση του Προγράμματός μας, στην οικοδόμηση, στη διάδοση της πολιτικής μας, στην ανασύνταξη του κινήματος.

Δε φτάνει λοιπόν να τους αντιμετωπίζουμε σαν απλούς ψηφοφόρους, να αρκούμαστε να έρχονται στις κομματικές εκδηλώσεις ως θεατές, ν’ απεργούν, να συμπληρώνουν τα ψηφοδέλτιά μας, να μας ενισχύουν οικονομικά και να μένουμε εκεί. Αν τους χειριζόμαστε έτσι, αντί για δύναμη προώθησης της πολιτικής μας θα είναι δύναμη ανάσχεσης, θα μεταφέρουν την πίεση του αντιπάλου στο εσωτερικό μας, γιατί και αυτοί επηρεάζονται από μια σειρά αντιλήψεις του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού που τις μεταφέρουν στο Κόμμα. Απαιτείται επομένως καθημερινή συζήτηση, ενημέρωση, φροντίδα για την ιδεολογική και πολιτική τους συγκρότηση, και ταυτόχρονα να τους ενθαρρύνουμε να πάρουν μέρος στην πρακτική δράση, ν’ αποκτούν και να εκφράζουν γνώμη μέσα από τη δράση. Έτσι θα γίνουν η δεξαμενή άντλησης νέων κομματικών μελών, αλλά και πρωτοπόρων εργατών που θα εκλεγούν στα ΔΣ, θα οργανώσουν την πάλη, θα μαζικοποιήσουν τα συνδικάτα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και του Τμήματος για την Εργατική Συνδικαλιστική δουλειά.

1. Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ «Για της εκλογές της 18ης και 25ης Μάη 2014».

2. Εφημερίδα «Καθημερινή», 2 Απρίλη 2014.

3. Εισήγηση της ΚΕ του ΚΚΕ στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για τη δουλειά του ΚΚΕ στην Εργατική Τάξη και στο Συνδικαλιστικό της Κίνημα

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.