Skip to content

Μεταρρυθμίσεις και καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις

30/11/2014

Σε πρόσφατο άρθρο του στην «Αυγή» ο Γιάννης Δραγασάκης – που αποτελεί αποσπάσματα ομιλίας του στο Levy Institute – ανέλαβε να αποκαταστήσει την έννοια της «μεταρρύθμισης» που τόσο «έχει φθαρεί από τη νεοφιλελεύθερη και μνημονιακή χρήση της» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.

Ο Γ. Δραγασάκης θέτοντας το ερώτημα: «Ποια μεταρρύθμιση με ποιο σκοπό» προσπαθεί να αποδείξει ότι η πολιτική των μνημονίων μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις «παθογένειες» της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, δεν προχώρησε σε βαθιές «ριζοσπαστικές τομές» που θα είχαν ως αποτέλεσμα «την αλλαγή προτύπου», αλλά υιοθέτησε «αναποτελεσματικές περιοριστικές πολιτικές» με «μειώσεις μισθών και κοινωνικών δαπανών».

Σε αντίθεση με όλα αυτά, σύμφωνα με το στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα του μιλάει «για αληθινές μεταρρυθμίσεις. Και εννοούμε ριζοσπαστικές τομές που έχει ανάγκη η κοινωνία. Τέτοιες μεταρρυθμίσεις θα αρχίσουν με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και θα είναι καταιγιστικές. Και θα στοχεύουν στην καταπολέμηση της διαφθοράς, των ανισοτήτων, στο μετασχηματισμό του κράτους, στη φορολογική δικαιοσύνη και στην αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας, στη βάση ενός νέου παραγωγικού και κοινωνικού υποδείγματος».

Επίσης, σημείωσε και κάτι ακόμα, ότι ένας επιπλέον λόγος «αποτυχίας των – σ.σ. μέχρι σήμερα – μεταρρυθμίσεων ήταν η λανθασμένη ιεράρχησή τους καθώς και ότι επιβλήθηκαν απ’ έξω και από τα πάνω». Για να έρθει να διαβεβαιώσει κάθε «ενδιαφερόμενο» ότι: «Ακόμη και οι μεταρρυθμίσεις με φιλολαϊκό περιεχόμενο πρέπει να είναι προϊόν διαλόγου και ευρύτερων συναινέσεων, η δε υλοποίησή τους πρέπει να γίνει με τρόπο που να εμπνέει και να εμπλέκει τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους».

Αναβίωση του Μπερνστάιν;

Είναι σαφές ότι όλα τα παραπάνω και πολλά ακόμα που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο αποτελούν την ανταπόκριση του ΣΥΡΙΖΑ στα καλέσματα για προώθηση των μεταρρυθμίσεων, τα οποία απευθύνουν αστικά επιτελεία, εκπρόσωποι του κεφαλαίου και των αστικών ΜΜΕ προς το σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος: «Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να προχωρήσουν, πρέπει να ολοκληρωθούν».

Η αλήθεια είναι ότι για ιστορικούς λόγους και κυρίως λόγω της μακρόχρονης κυριαρχίας της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και των εκσυγχρονιστικών αστικών φιλελεύθερων ρευμάτων η έννοια της μεταρρύθμισης έχει θετικά φορτισμένη έννοια, συνδέεται με αλλαγή προς κάτι το καλύτερο. Στο «ιστορικό υποσυνείδητο» του εργατικού κινήματος συνδέεται με την περίοδο διεκδικήσεων και κατακτήσεων της εργατικής τάξης απέναντι στο κεφάλαιο και την εξουσία του. Είναι όμως έτσι;

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Στην πολεμική της Ρόζας Λούξεμπουργκ στον Εντουαρντ Μπερνστάιν στο έργο της «Κοινωνική Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση» αναδεικνύεται ακριβώς αυτό το ζήτημα ότι δηλαδή η μεταρρύθμιση στο έδαφος του καπιταλισμού δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα άλλο παρά αναγκαίες προσπάθειες του καπιταλισμού με στόχο τη διαιώνιση της εξουσίας και επιβίωσής του, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την όξυνση των αντιφάσεών του, να αποφύγει για όσο το δυνατό γίνεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τις περιόδους οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας που μπορεί να οδηγήσουν στην ανατροπή του.

Σημαίνει μεταρρυθμίσεις που όχι μόνο δεν αλλάζουν τη φύση του συστήματος, όχι μόνο δεν αποτελούν «θραύσματα» του σοσιαλισμού στις συνθήκες του καπιταλισμού – άλλωστε τέτοια δεν μπορούν να υπάρξουν – όπως υποστήριζαν διάφοροι ρεφορμιστές ηγέτες, αλλά το αντίθετο, αποτελούν «φάρμακο» για τον καπιταλισμό. Φάρμακο, βεβαίως, που μόνο προσωρινά μπορεί να δώσει διέξοδο στις αντιφάσεις του συστήματος, το οποίο τις αναπαράγει σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα. Ετσι, λοιπόν, η Ρ. Λούξεμπουργκ, παρά τις όποιες θεωρητικές ανεπάρκειες στο έργο της, απέδειξε ότι η γραμμή για εφαρμογή του σοσιαλισμού μέσω μεταρρυθμίσεων είναι αδιέξοδη για το εργατικό κίνημα, γιατί στην πραγματικότητα κάνει το εργατικό κίνημα οπαδό του αστικού ρεφορμισμού, στήριγμα στην προσπάθεια του συστήματος για την ανανέωσή του.

Βεβαίως, ο Γ. Δραγασάκης και ο ΣΥΡΙΖΑ του 2014 δεν είναι καν Μπερνστάιν, δεν μιλούν καν για σοσιαλισμό μέσω μεταρρυθμίσεων, αντιγράφουν όμως τον πυρήνα της λογικής του Μπερνστάιν: Ο καπιταλισμός είναι αιώνιος, το ζήτημα είναι πώς μπορούμε να τον κάνουμε καλύτερο και βιώσιμο, πώς θα αμβλύνουμε τις αντιφάσεις του, πώς το εργατικό κίνημα θα γίνει στήριγμα των αστικών εκσυγχρονισμών, εξασφαλίζοντας μια προσωρινή άμβλυνση των ανισοτήτων και τη συναίνεση των εργατικών – λαϊκών στρωμάτων.

Οι μεταρρυθμίσεις στον καπιταλισμό

Στον πυρήνα αυτού που ονομάζουμε «καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις» και που η αστική πολιτική και προπαγάνδα αναφέρουν ως μεταρρυθμίσεις είναι ακριβώς πώς θα παρθούν μέτρα ώστε ο καπιταλισμός σε κάθε χώρα να αντιμετωπίζει προβλήματα συσσώρευσης κεφαλαίου, δυνατότητες διατήρησης υψηλής κερδοφορίας, να αντεπεξέλθει στις συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού. Ολα αυτά: Ιδιωτικοποιήσεις – απελευθερώσεις αγορών, περικοπές σε «κοινωνικές δαπάνες» του κράτους των περιφερειών και των δήμων, ελαστικές εργασιακές σχέσεις, κινητικότητα, κατάργηση προστατευτισμών, εκσυγχρονισμός του αστικού κράτους κ.λπ. αυτές τις επιδιώξεις υπηρετούν.

Και στο παρελθόν οι διάφορες εναλλαγές στην αστική πολιτική διαχείριση συνοδεύονταν από τέτοιου είδους αναδιαρθρώσεις – μεταρρυθμίσεις. Ηδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η αστική πολιτική προωθεί μια σειρά παρεμβάσεις στην οικονομία που έχουν σαν στόχο την ενίσχυση της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Μετά το Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε ο λεγόμενος ορθολογισμός της παραγωγής με αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας στη βιομηχανία (εφαρμογή του λεγόμενου συστήματος Τέιλορ – Φορντ) στη Γερμανία και σε άλλα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης. Κατά αναλογία, θα πρέπει να δούμε και τις κρατικοποιήσεις που συντελέστηκαν για τις ανάγκες τις καπιταλιστικής ανασυγκρότησης την περίοδο μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οπως ανάλογες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να δούμε και στο επίπεδο του εποικοδομήματος, με απαραίτητους αστικούς εκσυγχρονισμούς (π.χ. γενικό εκλογικό δικαίωμα, κατάργηση ή υποβάθμιση του ρόλου της βασιλείας κ.λπ.).

Βεβαίως, μια σειρά αστικές μεταρρυθμίσεις και αστικοί εκσυγχρονισμοί τόσο στην οικονομία όσο και στο εποικοδόμημα συνδέθηκαν με διεκδικήσεις της εργατικής τάξης, με την πορεία του εργατικού κινήματος, την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, συνδέθηκαν με σχετική -και όπως αποδείχθηκε προσωρινή -βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης. Θα μπορούσαμε σχηματικά να θέσουμε δύο περιόδους που ορισμένες αστικές μεταρρυθμίσεις επηρέασαν θετικά τη ζωή των εργαζομένων. Η πρώτη αφορά την περίοδο που ακόμα ο καπιταλισμός «πάλευε» στην οικονομία και το πολιτικό εποικοδόμημα, με κατάλοιπα των φεουδαρχικών σχέσεων, ενώ ακόμα δεν είχε διαμορφωθεί «εργατικό δίκαιο», δεν είχαν κατοχυρωθεί ορισμένα εργατικά δικαιώματα (π.χ. οκτάωρο) κ.λπ. Η δεύτερη αφορά την περίοδο μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στις συνθήκες της καπιταλιστικής ανοικοδόμησης, όταν ήταν αναγκαία μια «προστασία» της εργατικής δύναμης που περιλάμβανε την διαμόρφωση όλων αυτών που ονομάστηκαν «κράτος πρόνοιας» (δημόσιο σύστημα Υγείας – Πρόνοιας, δημόσια δωρεάν Παιδεία σε όλες τις βαθμίδες κ.ά.). Σε κάθε καπιταλιστικό κράτος, βεβαίως, τέτοιου είδους εκσυγχρονισμοί και μεταρρυθμίσεις υλοποιήθηκαν με διαφορετικούς ρυθμούς και με διαφορετικές χρονικές αποστάσεις και όχι βεβαίως πανομοιότυπα. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι τέτοιες βελτιώσεις προσωρινές και σχετικές, που δεν αλλάζουν τη γενική τάση στον καπιταλισμό για ένταση της εκμετάλλευσης, αξιοποιήθηκαν με σκοπό τη χειραγώγηση των εργατικών στρωμάτων, τη διάσπαση της εργατικής τάξης με το ξεχώρισμα ενός στρώματος «εργατικής αριστοκρατίας», που ταύτισε τα συμφέροντά της με την τύχη του καπιταλισμού και αποτέλεσε το βασικό φορέα του οπορτουνισμού και του ρεφορμισμού στο εργατικό κίνημα.

Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις

Σήμερα, βεβαίως, οι συνθήκες είναι αρκετά διαφορετικές. Κατ’ αρχήν, δε βρισκόμαστε στον ανώριμο αδύναμο καπιταλισμό που πάλευε με την φεουδαρχία, αλλά στον καπιταλισμό που κυριαρχούν οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι, στο υπερώριμο ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξής του. Επίσης, δε βρισκόμαστε στην περίοδο της εκτεταμένης μεταπολεμικής ανασυγκρότησης με αυξημένους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά σε μια περίοδο που συσσωρεύονται σοβαρά προβλήματα στην καπιταλιστική οικονομία. Υφεση, στασιμότητα ή επιβράδυνση χαρακτηρίζουν τη μεγάλη πλειοψηφία των καπιταλιστικών κρατών. Τέλος, έχει αλλάξει δραματικά ο συσχετισμός δυνάμεων εις βάρος της εργατικής τάξης μετά την αντεπανάσταση του 1989 – 1991 και την υποχώρηση (ιδεολογική – πολιτική και οργανωτική) του κομμουνιστικού κινήματος. Στις σημερινές, λοιπόν, συνθήκες οι απαιτήσεις για μεταρρυθμίσεις που διατυπώνονται από την πλευρά του κεφαλαίου αφορούν αντιδραστικές, αντιλαϊκές αναδιαρθρώσεις στο σύνολό τους, μια τάση που χαρακτηρίζει το σύγχρονο καπιταλισμό ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Σε μια περίοδο μελλοντικής ανάκαμψης αυτές οι αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις δε θα αμφισβητηθούν. Με ορισμένες περιορισμένες παροχές και ψίχουλα θα προσπαθήσουν να ξεγελάσουν και να εφησυχάσουν τους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Πάντα, βεβαίως, θα υπάρχει και η πιο περιορισμένη ή πιο εκτεταμένη προσπάθεια εξαγοράς ορισμένων εργατικών δυνάμεων, η εργατική αριστοκρατία πάντα θα αναπαράγεται.

Το ερώτημα, λοιπόν, που πρέπει να απασχολήσει τους εργαζόμενους δεν είναι ποια μεταρρύθμιση για ποιο σκοπό, αφού είναι δεδομένος ο αντιδραστικός σκοπός και ο χαρακτήρας των αστικών μεταρρυθμίσεων που σαρώνουν εργατικά – λαϊκά δικαιώματα. Αλλωστε, γι’ αυτό και ο Γ. Δραγασάκης επαναλαμβάνει τα γνωστά αστικά εκσυγχρονιστικά στερεότυπα για «αναδιοργάνωση του κράτους, καταπολέμηση της διαφθοράς και της πελατοκρατείας», «αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης», «αλλαγή παραγωγικού προτύπου», «νέο δίκαιο φορολογικό σύστημα», μαζί με τις φούσκες περί «κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας», με τις οποίες θα ασχοληθούμε σε άλλο άρθρο. Την πλειοψηφία των διακηρύξεων του Δραγασάκη την έχουν διατυπώσει πολύ πριν από αυτόν φιλελεύθεροι και σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί και δεν υπάρχει καμιά αστική πτέρυγα που να μπορεί να τα αμφισβητήσει.

Το ζήτημα για το λαό και τους εργαζόμενους είναι ακριβώς σε αντίθετη κατεύθυνση: Πώς με τη δράση τους, τον αγώνα, την πάλη τους θα βάλουν εμπόδια στην προώθηση αυτών των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων, των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, που, ανεξάρτητα από τον τρόπο υλοποίησής τους, θα βρίσκονται στην ατζέντα κάθε αστικής κυβέρνησης, κάθε διακυβέρνησης, στο πλαίσιο της αστικής εξουσίας και του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης. Οσο θα δυναμώνει ένα εργατικό κίνημα, μια λαϊκή συμμαχία με αντικαπιταλιστικό – αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό, που θα αμφισβητεί τη σημερινή εξουσία του κεφαλαίου, θα συνδέεται με την προοπτική της πάλης για την ανατροπή του σημερινού σάπιου καπιταλιστικού συστήματος, για την εργατική – λαϊκή εξουσία τόσο θα είναι δυνατόν η εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα να αποσπούν ορισμένες βελτιώσεις, να εμποδίζουν την αντιλαϊκή επίθεση, να παίρνουν μια ανάσα.

Εχει, λοιπόν, σημασία οι εργαζόμενοι να δώσουν προσοχή στην έμφαση που δίνει ο Γ. Δραγασάκης στην επίτευξη κοινωνικής συναίνεσης στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων. Αυτό είναι που πλασάρει ο ΣΥΡΙΖΑ προς το κεφάλαιο: Την ικανότητά του να προωθεί την ίδια αντιλαϊκή κατεύθυνση, εξασφαλίζοντας όμως τη συναίνεση, την αποδοχή και τη στήριξη των λαϊκών στρωμάτων με την ψεύτικη ελπίδα ότι οι αστικές μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμοί θα οδηγήσουν στη βελτίωση της ζωής τους.

Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: