Skip to content

Η ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΚΚ ΣΕ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

14/03/2013

 (Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί άρθρο της ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Αλέκας Παπαρήγα που δημοσιεύτηκε στο θεωρητικό περιοδικό της Ενωσης Κομμουνιστών Ουκρανίας «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή»).

της Αλέκας Παπαρήγα

Επιτρέψτε μου να εκθέσω καταρχήν την πείρα του ΚΚΕ από τη συμμετοχή του σε αστικές κυβερνήσεις, μια πείρα που είναι ακόμα πιο πλούσια όσον αφορά την Ευρώπη γενικότερα. Δεν πρόκειται για πολύ ειδικές περιπτώσεις, αλλά για γεγονότα και αποτε­λέσματα που προσφέρουν γενικευμένα συμπεράσματα και επιβεβαιώ­νουν ένα ζήτημα: ότι την εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, το ΚΚ δεν έχει κανένα λόγο να αναλαμβάνει ευθύνες σε αστική κυβέρνηση ή γενικότερα σε μια κυβέρνηση αστικής διαχείρισης. Για όσο διάστημα η εργατική τάξη και οι σύμμαχοι της δεν έχουν την εξουσία στα χέρια τους, το ΚΚ πρέπει να είναι δύναμη αντιπολίτευσης και από αυτή τη θέση να πραγματοποιήσει τον πρωτοπόρο ρόλο του στο κίνημα, αξιοποιώντας βεβαίως όλες τις μορφές πάλης – και το αστικό κοινοβούλιο.

Η συμμετοχή σε μια αστική κυβέρνηση συνιστά λάθος που δεν διορ­θώνεται εύκολα και μπορεί να αποδειχθεί ανεπανόρθωτο.

Η πρώτη πείρα που αποκτήθηκε αφορά στη συμμετοχή του ΚΚΕ στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τη γερμανική, ιταλική και βουλγαρική κατοχή. Ενας αστός πολιτι­κός, ο Γεώργιος Παπανδρέου (πατέρας και παππούς δύο κατοπινών πρωθυπουργών της Ελλάδας, ηγετών της σοσιαλδημοκρατίας) πήρε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, κατόπιν επιλογής του από το βασιλιά και την Αγγλία, δίπλα στην οποία είχε συνταχθεί προ πολλού η αστι­κή τάξη της χώρας. Επιλέχθηκε το πρόσωπο αυτό γιατί απολάμβανε της απόλυτης εμπιστοσύνης τους, θεωρούσαν ότι με πολιτικές δολοπλοκίες και μηχανορραφίες θα αντιμετώπιζε το μεταπολεμικό συσχετισμό δυνάμεων που ήταν υπέρ του ΚΚΕ και των αγωνιστών πατριωτών της ελ­ληνικής εθνικής αντίστασης και θα οδηγούσε σε αστική σταθερότητα. Η εξέλιξη αυτή άρχισε να δρομολογείται από τον Απρίλη του 1944, πριν την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε μείνει συνειδητά μακριά από τον αγώνα του ελληνικού λαού κατά της ξενικής κατοχής, είχε αρνηθεί επίμονα τις προτάσεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ για ενότητα και συμμετοχή στην Αντίσταση. Από το 1943 είχε αποστείλει υπομνήματα στη βρετανική κυβέρνηση, με τα οποία συντάσσονταν στο πλευρό της και βεβαίως κατά της ένοπλης εθνικής αντίστασης που κα­θοδηγούσε το ΚΚΕ, με σκοπό να κόψει τη λαϊκή νίκη στο νήμα, πράγ­μα που έγινε. Η εντολή για το σχηματισμό αυτής της κυβέρνησης στη­ρίχθηκε και στον απαράδεκτο συμβιβασμό που έκανε το ΚΚΕ – το ηρω­ικό κόμμα της αντίστασης, ο αιμοδότης και καθοδηγητής της – και η ηγε­σία της Εθνικής Αντίστασης όταν – πριν λήξει ο πόλεμος, στα μέσα του Απρίλη του 1944, ήρθε σε συμφωνία για τη δημιουργία ενιαίας κυβέρ­νησης με αστικές πολιτικές δυνάμεις και με ρυθμιστή το Βρετανικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Η αντιπροσωπεία που πήγε στο Κάι­ρο της Αιγύπτου για τη συμφωνία δέχτηκε να συμμετάσχει το ΕΑΜ, το ΚΚΕ στη μεταπολεμική κυβέρνηση. Η συμφωνία παραβίαζε το συσχε­τισμό δυνάμεων και τις αρχές του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ο οποίος από την πρώτη στιγμή έθετε το ζήτημα της έκβασης του αγώνα προς τη λαϊκή δημοκρατία.

Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ χαρακτήρισε απαράδεκτες τις υποχωρήσεις της αντιπροσωπείας, η οποία δεν τήρησε τις σχετικές κατευθύνσεις, όμως η προσωρινή κυβέρνηση που είχε σχηματιστεί μέσα στην Ελλά­δα, που εξέφραζε και τη συμμαχία του ΚΚΕ, θεώρησε αναγκαία τη συμ­φωνία. Ακολούθησαν άκαρπες προσπάθειες για τη βελτίωση της συμ­φωνίας και τελικά η ΚΕ του ΚΚΕ που συγκλήθηκε στις 2-3 Αυγούστου του 1944 την ενέκρινε. Η συγκατάθεση της ΚΕ του ΚΚΕ οδήγησε στη συμμετοχή στην κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου με το επιχείρημα ότι: Η μη συμμετοχή θα ενίσχυε τις ακραίες μερίδες που επεδίωκαν να ματαιώσουν την ενότητα και να επιβάλουν αντιλαϊκό καθεστώς με πρόκληση ανοικτού εμφύλιου πολέμου. Το ΚΚΕ πρόταξε ως κύρια επιδίω­ξη να παρεμποδιστούν οι δικτατορικές τρομοκρατικές τάσεις, να επιτευχθεί η διάσπαση των δυνάμεων που έχουν φασιστικές αντιλαϊκές τάσεις. Η υπογραφή της συμφωνίας έδωσε αντικειμενικά τη δυνατότητα στούς Αγγλους ιμπεριαλιστές να προωθήσουν με επιτυχία τα σχέδια τους να τσακίσουν το κίνημα της εθνικής αντίστασης και να στηρίξουν ένοπλα το δολοφονικό όργιο κατά του ΚΚΕ. Η μια υποχώρηση έφερε την άλλη, νέες συμφωνίες που έδωσαν τη δυνατότητα να επιστρέψουν τα αστικά κόμματα στον κυβερνητικό μηχανισμό και νά αναστηλώσουν κλονισμένους μηχανισμούς της αστικής εξουσίας, όπως τον «εθνικό» στρατό, μια διαδικασία που κράτησε αρκετά χρόνια κι έδωσε τη δυνατότητα στην αστική τάξη – που δεν είχε τότε λαϊκά ερείσματα – να διαμορφώσει ένα πολιτικό κομματικό σύστημα ικανό να ανατρέψει άμεσα τον υπέρ του λαού συσχετισμό δυνάμεων.

Βεβαίως η λαθεμένη πολιτική του Κόμματος, η συμμετοχή στη μεταπολεμική αστική κυβέρνηση, δεν ήταν λάθος της στιγμής. Η εκτίμηση που κάνουμε σήμερα ως ΚΚΕ αφορά τη στρατηγική του Κόμματος που δεν είχε την πρόβλεψη και τη σταθερότητα να συνδέσει τον πόλεμο κα­τά του κατακτητή με την πάλη για την εξουσία. Η καθοδήγηση του ΚΚΕ και η ηγεσία του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης δεν είχαν καν την πρόβλεψη, δεν είδαν τον κίνδυνο που αντιπροσώπευαν για τον ελληνικό λαό οι αστικές δυνάμεις της χώρας, έστω και αν ήταν αποδιοργανωμένες, σε συνδυασμό με τις επιδιώξεις της Αγγλίας σε βάρος του κινήματος στη χώρα μας. Δεν είδαν δηλαδή σωστά το στρατηγικό ζήτημα και δεν έκαναν προετοιμασία γι’ αυτό.

Τη δεκαετία του 1950, το ΚΚΕ έκανε δημόσια αυτοκριτική τοποθέτηση για τους απαράδεκτους συμβιβασμούς, αντιστάθηκε στην αντικομμουνιστική τρομοκρατία που δεν ήταν μόνο ιδεολογική αλλά συνδιάστηκε με διώξεις, εκτελέσεις, δολοφονικές ενέργειες με απώλειες κομμουνιστικών δυνάμεων. Οι δολοφονικές διώξεις κατά του ΚΚΕ οδήγησαν στη συγκρότηση του ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ στον τρίχρονο εμφύλιο που αποτέλεσε και αποτελεί ως σήμερα την κορυφαία μορφή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, που άφησε σημαντικές παρακαταθήκες, ανεξάρτητα από την ήττα που ήρθε ως αποτέλεσμα του αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων και της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής επέμβασης.

Το γεγονός ότι το ΚΚΕ δεν εκτίμησε σωστά τις εξελίξεις λίγο πριν και μετά τον πόλεμο ως απόρροια προβλημάτων στη στρατηγική του, το γε­γονός ότι δεν εκτίμησε ως όφειλε τις προθέσεις των Αγγλων ιμπεριαλι­στών, αυτό δεν αναιρεί την αναντικατάστατη προσφορά του στα χρόνια της εθνικής αντίστασης, στην απελευθέρωση της Ελλάδας.

Μεταπολεμικά στην Ευρώπη υπάρχει μόνο αρνητική εμπειρία από τη συμμετοχή ΚΚ σε αστικές κυβερνήσεις, που συνήθως γίνονται είτε κά­τω από την πίεση αντικειμενικών παραγόντων και συνθηκών είτε ως αποτέλεσμα κοινοβουλευτικών αυταπατών και πάνω απ’ όλα κάτω από την επίδραση και κυριαρχία οπορτουνιστικών αντιλήψεων και πρακτι­κών. Τα κομμουνιστικά κόμματα στη Γαλλία και την Ιταλία μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως και πριν λίγα χρόνια πήραν μέρος σε αστικές κυβερνήσεις. Δεν υπάρχει ούτε ένα παράδειγμα που να επιβεβαιώνει ότι χάρις στη συμμετοχή τους άλλαξε ριζικά η ζωή των λαών ή ότι κατάφε­ραν να ανακόψουν το συμβιβασμό, την πολιτική γραμμή της σοσιαλ­δημοκρατίας. Υστερα από κάθε τέτοια συμμετοχή τα ΚΚ έχαναν δυνά­μεις προς τη σοσιαλδημοκρατία, αδυνάτιζαν γιατί ακριβώς αναδει­κνύονταν συνυπεύθυνα, αλλά και γιατί μια τέτοια συνεργασία ασκεί μεγαλύτερη πίεση πάνω στα ΚΚ απ’ ό,τι τα ίδια μπορούν να ασκήσουν πά­νω στη σοσιαλδημοκρατία.

Το ΚΚΕ διαθέτει και σύγχρονη εμπειρία από ένα είδος ιδιόμορφης συμμετοχής σε δύο διαδοχικές κυβερνήσεις το 1989 -1990, στην πρώτη περίπτωση με το φιλελεύθερο κόμμα (ΝΔ) και στη δεύτερη και με τη σοσιαλδημοκρατία (ΠΑΣΟΚ). Η συμμετοχή στην κυβέρνηση έγινε για πολύ ειδικούς λόγους, καθώς ήταν αδύνατος ο σχηματισμός κυβέρνη­σης ύστερα από εκλογές, σύμφωνα δε με το νόμο έπρεπε να μεσολαβή­σει ένα μικρό χρονικό διάστημα ως την επόμενη εκλογική αναμέτρηση για να μην παραγραφεί ένα πολιτικό σκάνδαλο που επικεφαλής -σύμ­φωνα με το κατηγορητήριο – αναφέρονταν ο σοσιαλδημοκράτης πρω­θυπουργός. Το Κόμμα μας από τη φύση των δύο αυτών κυβερνήσεων – που ήταν μεταβατικές ως τις επόμενες εκλογές – δεν υποχρεώθηκε σε επιζήμιες υποχωρήσεις αν και ένα μέρος του λαού – καθοδηγημένο από τη σοσιαλδημοκρατία – απέδωσε στο κόμμα πολιτική ανίερης συμμαχίας. Είχαμε ζημιά σε ψήφους, το κυριότερο όμως δεν ήταν αυτό το γε­γονός, όσο το ότι αναπτύχθηκε (σε μια περίοδο που ο οπορτουνισμός εί­χε σηκώσει κεφάλι μέσα στο κόμμα) η αντίληψη ότι δεν είναι θέμα αρχής η συμμετοχή του κόμματος σε μια αστική κυβέρνηση. Ακόμα όμως χειρότερο ήταν η διάδοση της αντίληψης ότι σε κάποια πολύ κορυφαία στιγμή, που το αστικό πολιτικό σύστημα συναντά εμπόδια, το ΚΚΕ πρέ­πει να παραμερίσει τη στρατηγική του και να στηρίξει το σχηματισμό κυβέρνησης στη λογική του λεγόμενου μίνιμουμ προγράμματος, που στην πραγματικότητα σε όλες τις περιπτώσεις δεν προκαλεί ρήγματα στο αστικό πολιτικό σύστημα, αντίθετα του παρέχει τη δυνατότητα να ανασυντάξει τις δυνάμεις του.

Πρόσφατα, στα μέσα του 2012, ασκήθηκε στο ΚΚΕ μεγάλη πίεση προκειμένου να υιοθετήσει την επιλογή συμμετοχής σε μια κυβέρνηση της «αριστεράς», όπως ονομάστηκε, με δυνάμεις του οπορτουνισμού που απότομα πήραν μεγάλη κοινοβουλευτική δύναμη, ως αποτέλεσμα αποδιάρθρωσης της σοσιαλδημοκρατίας σε συνθήκες ανερχόμενης φτώχειας, εξ αιτίας της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης που ξέσπα­σε στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη. Η απότομη κοινοβουλευτική άνο­δος του οπορτουνισμού δεν έγινε αποκλειστικά και μόνο εξαιτίας της μεγάλης λαϊκής δυσαρέσκειας, αλλά σε συνδυασμό με την καθοδηγη­μένη – από μεγάλο αριθμό στελεχών της σοσιαλδημοκρατίας και των μη­χανισμών της – μαζική μεταφορά ψήφων. Στη μετακίνηση δυνάμεων προς τον οπορτουνισμό συνέβαλαν και τμήματα της αστικής τάξης που έβλεπαν ότι είναι ανάγκη να διαμορφωθεί – έστω προσωρινά – ένας άλ­λος πόλος στη θέση της σοσιαλδημοκρατίας, πριν οι εργατικές, λαϊκές μάζες τραβήξουν σε πραγματική ριζοσπαστικοποίηση.

Είχαμε σοβαρές εκλογικές απώλειες, λόγω της άρνησης να στηρίξου­με μια τέτοια κυβέρνηση και μάλιστα να πάρουμε μέρος. Χάσαμε το 50% των ψήφων, είτε γιατί ένα μέρος πήγε προς το οπορτουνιστικό κόμ­μα είτε γιατί κυρίως προτίμησε την αποχή.

Αυτή η εξέλιξη δεν μας φόβισε, όσο και αν προκάλεσε απογοήτευση και σίγουρα ορισμένα πολιτικά τραύματα στο εκλογικό σώμα. Είναι πε­ποίθηση μας ότι η στάση μας αυτή σε μια περίοδο όπου κυριαρχεί η μοι­ρολατρία, ο συμβιβασμός, η απογοήτευση, αποτελεί θετική παρακατα­θήκη για το λαό, αλλά και για το ίδιο το κόμμα. Αν δεν αντέχαμε την πίε­ση, θα μπαίναμε σε ένα δρόμο ολισθηρό και ανεπίστρεπτο. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπάρχει ελπίδα αυτοσυγκράτησης στον κατήφορο.

Ταυτόχρονα πήραμε και ένα καλό μάθημα που πρέπει να το αξιοποι­ήσουμε. Δεν φτάνει να έχεις επεξεργασμένη σωστή στρατηγική, βεβαίως αυτό σήμερα είναι βασική προϋπόθεση. Ομως δεν χρειάζεται καμία επανάπαυση: Για να ασκήσει επίδραση αυτή η στρατηγική, να επηρεά­σει όσο γίνεται ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης, απαιτείται η κατάκτηση της μέγιστης ικανότητας. Πάνω απ’ όλα να μη χαλαρώνει το Κόμμα στη συστηματική δουλειά για τη συσπείρωση δυνάμεων στον τόπο εργασίας, στον κλάδο, στην κομματική οικοδόμηση στην εργατι­κή τάξη, στην προώθηση της κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τά­ξης με τα φτωχά τμήματα του πολυάριθμου στην Ελλάδα ενδιάμεσου στρώματος των αυτοαπασχολούμενων.

Αν και έχουμε εμπειρία στην ιδεολογική διαπάλη, ωστόσο δεν παλέ­ψαμε όσο έπρεπε εδώ και χρόνια τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες που υπήρχαν σε φίλους και οπαδούς, ακόμα και σε ένα μέρος μελών του Κόμματος που δεν έχουν μακρόχρονη πείρα και απαιτούμενη ιδεολογι­κοπολιτική θωράκιση. Ο κύριος φορέας αυτών των αυταπατών είναι το ίδιο το αστικό πολιτικό σύστημα και τα κόμματα του, η δεξαμενή μι­κροαστικών στρωμάτων, η δράση της εργατικής αριστοκρατίας που αποτελούν την κοινωνική ρίζα του δεξιού και «αριστερού» οπορτουνι­σμού μέσα στο εργατικό κίνημα.

Σε συνθήκες απότομης επιδείνωσης της ζωής του λαού κι ενώ το ερ­γατικό κίνημα – παρά τους σημαντικούς αγώνες με ευρύτερη απήχηση στην Ευρώπη – βρίσκεται ακόμα πολύ πίσω σε οργάνωση και σε κατεύ­θυνση, η αστική τάξη καταφέρνει – παρά τα δικά της αδιέξοδα, τις δικές της δυσκολίες να διαχειριστεί την κρίση και να πετύχει γρήγορη καπι­ταλιστική ανάκαμψη – να διατηρεί τη σταθερότητα της εξουσίας της. Μπορεί να μεγαλώνει η αγανάκτηση και η οργή και ταυτόχρονα, σε τέ­τοιες συνθήκες, να καθυστερεί η ταξική συνείδηση. Σε τέτοιες συνθή­κες δημιουργούνται προϋποθέσεις και ριζοσπαστικοποίησης αλλά και αναδίπλωσης, μείωσης των απαιτήσεων. Αυτό το δεύτερο ρεύμα προς το παρόν είναι ισχυρό, ενώ η ριζοσπαστικοποίηση σημειώνεται μεν, αλ­λά με αργούς ρυθμούς και με ταλαντεύσεις.

Σε αυτές τις συνθήκες ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης συνεργασίας, με εγγύηση μάλιστα το κύρος του ΚΚΕ, φάνταζε ως κάτι καλό ή έστω μικρότερο κακό.

Σήμερα το ΚΚΕ επιβεβαιώνεται στις εκτιμήσεις και προβλέψεις του. Η αστική διακυβέρνηση προσαρμόστηκε σε νέα μορφή, αυτή της συ­νεργασίας αστικών κομμάτων – παρά τις αντιθέσεις τους. Ξεκίνησαν απόπειρες και σχεδιασμοί για την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος, στοιχείο της οποίας είναι και η αναστήλωση της σύγχρο­νης σοσιαλδημοκρατίας μέσω του οπορτουνιστικού ΣΥΡΙΖΑ που η ρα­χοκοκαλιά του προέρχεται από διάσπαση του ΚΚΕ και συμπληρώνεται από σοσιαλδημοκρατικές, τροτσκιστικές, αναρχικές δυνάμεις. Σήμερα στην Ελλάδα στη θέση του δίπολου ΝΔ και ΠΑΣΟΚ υπάρχει το δίπολο ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, ως μια μεταβατική περίοδος για την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.

Οι πολιτικές αντιθέσεις ανάμεσα στη φιλελεύθερη και στη ρεφορμι­στική – οπορτουνιστική πολιτική κινούνται, παρά τις επί μέρους διαφο­ρές, σε ανοικτή φιλομονοπωλιακή κατεύθυνση, με κοινό χαρακτηρι­στικό την ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας που συνοδεύεται από μεγάλη ανεργία, σχετική και απόλυτη φτώχεια, φέρνει μέσα της από την πρώτη στιγμή το σπέρμα ενός νέου κύκλου κρίσης πιο βαθιάς από την τωρινή. Μετεκλογικά ο οπορτουνισμός πραγματοποίησε μια ολο­φάνερη πιο μεγάλη δεξιά στροφή στο πρόγραμμα και τα συνθήματα του, αφού γνωρίζει ότι υπάρχει πιθανότητα να κυβερνήσει.

Οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στο φιλελεύθερο και κεϋνσιανό μοντέλο διαχείρισης είναι απολύτως δοκιμασμένες σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Η εναλλαγή τόσο του φιλελεύθερου όσο και του κεϋνσιανού μοντέ­λου διαχείρισης έφεραν σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα κύκλους οι­κονομικής κρίσης, όξυναν τις ενδοαστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και οδήγησαν σε δύο παγκόσμιους πολέμους.

Ο οπορτουνισμός κατά την περίοδο του 1989-1991, σε συνθήκες αντεπανάστασης, αρνήθηκε το μαρξισμό – λενινισμό. Χειροκρότησε τη νίκη της αντεπανάστασης και μάλιστα βροντοφώναζε ότι η ανθρωπό­τητα μπαίνει στο δρόμο της δημοκρατίας, της ειρήνης. Σήμερα που ο καπιταλισμός έχει απογυμνωθεί στα μάτια των λαών, που η ΕΕ έχει δια­ψεύσει εκατομμύρια εργάτες και εργάτριες στην Ευρώπη, οι οπορτου-νιστές εμφανίζονται ως τιμητές του ΚΚΕ και της άρνησης να συμμετά­σχει στην κυβέρνηση, επικαλούμενοι ότι είμαστε αρνητές της λενινι­στικής διδασκαλίας, των κατευθύνσεων της Κομμουνιστικής Διεθνούς κλπ.

Ανοίγοντας εδώ μια παρένθεση, πρέπει να τονίσουμε ότι το Κόμμα μας, μελετώντας την Ιστορία του και την Ιστορία του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, στέκεται κριτικά και αντλεί συμπεράσματα από παλαιότερες λαθεμένες προσεγγίσεις. Έτσι στην Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ εκτιμήσαμε π.χ. πως το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (Φλεβάρης 1956) και η θέση του για «ποικιλία μορφών μετάβα­σης στο σοσιαλισμό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις», η γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης» συνδέθηκε και με τη δυνατότητα του κοινο­βουλευτικού περάσματος στο σοσιαλισμό στην Ευρώπη, στρατηγική που προϋπήρχε σε ορισμένα και επικράτησε στα περισσότερα ΚΚ. Η θέση αυτή αποτελούσε ουσιαστικά αναθεώρηση των συμπερασμάτων από την επαναστατική σοβιετική εμπειρία και συνιστούσε μεταρρυθμι­στική σοσιαλδημοκρατική στρατηγική.

Οι αντιθέσεις μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, που βεβαίως περι­είχαν και το στοιχείο της εξάρτησης όπως συμβαίνει στην ιμπεριαλι­στική πυραμίδα, δεν αναλύθηκαν σωστά. Επικράτησε η λαθεμένη εκτί­μηση ότι υπήρχε «σχέση υποτέλειας και εξάρτησης» κάθε καπιταλιστι­κής χώρας από τις ΗΠΑ. Υιοθετήθηκε η στρατηγική της «αντιμονοπω­λιακής διακυβέρνησης», μια μορφή σταδίου ανάμεσα στον καπιταλι­σμό και το σοσιαλισμό, που θα έλυνε προβλήματα «εξάρτησης» από τις ΗΠΑ. Ετσι ΚΚ επέλεξαν πολιτική συμμαχιών και με δυνάμεις της αστι­κής τάξης, αυτές που χαρακτηρίστηκαν ως «εθνικώς σκεπτόμενες», σε διάκριση από τις λεγόμενες «ξενόδουλες».

Επίσης η στάση πολλών ΚΚ απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία εντασ­σόταν σε αυτή τη στρατηγική. Κυριάρχησε στα ΚΚ η λαθεμένη εκτί­μηση για διαχωρισμό της σοσιαλδημοκρατίας σε «δεξιά» και «αριστε­ρή» πτέρυγα, αδυνατίζοντας εξαιρετικά το ιδεολογικό μέτωπο εναντίον της. Στο όνομα της ενότητας της εργατικής τάξης (που απόβλεπε και στη δημιουργία κοινών κυβερνήσεων με τη σοσιαλδημοκρατία ή τμήμα της), τα ΚΚ προέβησαν σε σοβαρές ιδεολογικές και πολιτικές υποχω­ρήσεις, ενώ οι διακηρύξεις ενότητας από την πλευρά της σοσιαλδημοκρατίας δεν απέβλεπαν στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήμα­τος, αλλά στην απόσπαση της εργατικής τάξης από την επιρροή των κομμουνιστικών ιδεών και την ταξική αλλοτρίωση της.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι και το δικό μας Κόμμα, το ΚΚΕ, για με­γάλο χρονικό διάστημα ήταν στραμμένο σε ανάλογες στρατηγικές προ­σεγγίσεις, που ιστορικά δεν επιβεβαιώθηκαν. Η στρατηγική των ΚΚ που είχε στόχο στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες τη δημιουργία – με βάση το Κοινοβούλιο – αντιμονοπωλιακής κοινοβουλευτικής κυβέρνησης, η στρατηγική που έβλεπε το πέρασμα στο σοσιαλισμό μέσα από τη διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας και της κρατικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεων, τα μεγάλα εκλογικά ποσοστά των ΚΚ σε Γαλλία – Ιταλία και η συμμετοχή τους σε αστικές «κεντροαριστερές» κυβερνήσεις χωρών της ΕΕ όχι μόνο δεν έφεραν ουσιαστική αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων, αλλά τροφοδότησαν παραπέρα τις οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις και τη συρρίκνωση των κομμουνιστικών δυνάμεων στην Ευρώπη.

Η τακτική των οπορτουνιστών είναι να επαναφέρουν την ξεπερασμέ­νη και λαθεμένη στρατηγική των σταδίων, με πρώτο στάδιο μάλιστα σήμερα τη διέξοδο από την κρίση στο δρόμο της καπιταλιστικής ανά­μιξης και ενσωμάτωσης στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Οι προγραμματικές θέσεις που προβάλλονται υπερασπίζονται έναν καπιταλισμό χωρίς μεγάλη αδικία, δίχως σήψη και παρασιτισμό, έναν καπιταλισμό πιο ανθρώπινο που επιλύει τις διεθνείς διαφορές, δηλαδή τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, με πολιτική διαβούλευση και ειρηνικά μέσα!

Η απόσπαση της πολιτικής από την οικονομία είναι προκλητική στις θέσεις των οπορτουνιστών, ενώ υποστηρίζουν ότι το αστικό κράτος μπορεί να γίνει κοινωνικό για όλο το λαό. Εκεί που είναι επίσης προκλητικοί είναι στην ερμηνεία που δίνουν στον ιμπεριαλισμό. Γι’ αυτούς ο ιμπεριαλισμός στην Ευρώπη ταυτίζεται με τη Γερμανία, στη Λατινική Αμερική με τις ΗΠΑ. Αρνούνται την οικονομική ουσία του ιμπεριαλισμού που είναι η εξαγωγή των κεφαλαίων, η συγκέντρωση κεφαλαί­ου με τη μορφή της μετοχικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, το μονοπώλιο και βεβαίως δε βλέπουν τον ιμπεριαλισμό ως το μονοπωλιακό καπιταλισμό, ως ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού. Μεταφέρουν σήμερα μηχανιστικά την περίοδο της αποικιοκρατίας, θεωρώντας ότι η Ελλάδα και όλες οι χώρες που βρίσκονται σε ενδιάμεση και κατώτερη θέση στο ιμπεριαλιστικό σύστημα έχουν μετατραπεί σε αποικίες. Κατη­γορείται η αστική τάξη ως μη πατριωτική γιατί δήθεν από δειλία εκχωρεί αρμοδιότητες και δικαιώματα σε κέντρα όπως είναι η Κομισιόν. Δια­χωρίζουν την αστική τάξη σε παραγωγική και παρασιτική, σε υγιείς και ανήθικους καπιταλιστές, η κριτική στον καπιταλισμό έχει κυρίως ηθι­κό χαρακτήρα, δε γίνεται η παραμικρή αναφορά στις καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας. Επιτίθενται στο ΚΚΕ με επιλεγμένα αποσπάσματα και φράσεις των Μαρξ, Λένιν και μάλιστα με αφαίρεση των συγκεκριμένων συνθηκών για να δικαιολογήσουν την πολιτική των σταδίων, το μίνιμουμ πρό­γραμμα, την υποστήριξη της μεταρρύθμισης έναντι της επανάστασης.

Κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν ότι την περίοδο των αστικών επανα­στάσεων το πρώτο καθήκον που έβαζαν οι Μαρξ και Ενγκελς, κι ενώ ακόμα η εργατική τάξη δεν είχε αποκτήσει το δικό της κόμμα, ήταν ο διαχωρισμός της εργατικής τάξης από την επαναστατημένη μάζα που αποτελούσαν οι αστοί, μικροαστοί, αγρότες. Οι Μαρξ και Ενγκελς ακό­μα στις συνθήκες πραγματοποίησης της αστικής επανάστασης έθεταν ζήτημα ότι στο προσκήνιο πρέπει να βγει, να φανεί και νά αποκτήσει αυτοσυνείδηση η εργατική τάξη.

Οι οπορτουνιστές αποκρύπτουν τη μεγάλη λενινιστική κληρονομιά ότι είναι αδιανόητη η νίκη της εργατικής τάξης, του εκμεταλλευόμενου λαού, ακόμα και η άνοδος της ταξικής πάλης δίχως ασίγαστη και ασυμ­βίβαστη πάλη με τον οπορτουνισμό. Αποκρύπτουν ότι άλλο ήταν το πε­ριεχόμενο της πάλης σε συνθήκες εξέλιξης της αστικής επανάστασης και άλλο σήμερα στην εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σο­σιαλισμό σε συνθήκες ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού.

Χρησιμοποιούν αυθαίρετα την εκτίμηση του Λένιν στο γνωστό του έργο «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», ότι μια χού­φτα, ένας πολύ μικρός αριθμός κρατών ληστεύουν τη μεγάλη πλειοψη­φία των κρατών της γης. Σύμφωνα με αυτή την άποψη ο ιμπεριαλισμός ταυτίζεται με ένα πολύ μικρό αριθμό χωρών που μετριούνται στα δά­κτυλα του ενός χεριού και όλες οι άλλες είναι υποτελείς, καταπιεζόμε­νες, αποικίες, κατεχόμενες.

Και σήμερα οι χώρες που βρίσκονται στην κορυφή, στις πρώτες θέ­σεις της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας είναι λίγες, ακόμα και μια χούφτα χωρών μπορεί να πει κανείς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλα τα άλλα καπιταλιστικά κράτη είναι θύματα τους, είναι υποτελή, δεν σημαίνει ότι η γραμμή αντίθεσης και πάλης των λαών πρέπει να έχει αντιγερμανική κατεύθυνση στην Ευρώπη, ενώ στην αμερικανική ήπειρο μόνο αντι-ΗΠΑ. Δεν είναι τυχαίο ότι οι οπορτουνιστές στην Ελλάδα προβάλλουν ως θετικό παράδειγμα για την αντιμετώπιση της κρίσης τη Βραζιλία και την Αργεντινή, εξαίρουν την πολιτική Ομπάμα.

Σήμερα υπάρχουν πολύ περισσότερες αποδείξεις ότι η κυβέρνηση στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, σχηματισμένη με βάση το γενικό Εκλογικό δικαίωμα, δεν μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για να ξεσπάσει επαναστατική κατάσταση, αφού αυτή έχει αντικειμενικό χαρακτήρα, αλλά ούτε να υποχρεώσει τους καπιταλιστές να δεχθούν πλήγ­ματα στην κερδοφορία τους υπέρ των εργαζόμενων, όταν μάλιστα το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται σε φάση που δυσκολεύεται να πετύχει τη διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή με τον ίδιο τρόπο που το πετύχαινε στο παρελθόν. Το ερώτημα αν μια κοινοβουλευτική κυβέρνηση μπορεί να ωθήσει στο άνοιγμα της επαναστατικής διαδικασίας είναι ανεδαφικό και ουτοπικό, πολύ περισσότερο σήμερα που έχουμε τα παραδείγματα της Χιλής και της Πορτογαλίας, αλλά και τα σύγχρονα παραδείγματα της Βολιβίας, Βενεζουέλας, Βραζιλίας, Εκουαδόρ που διαφημίζονται από τους οπορτουνιστές ως η σύγχρονη στρατηγική του 21ου αιώνα.

Αναμφισβήτητα στη Βενεζουέλα άνοιξε ένα παράθυρο για τη βελτίωση της ζωής του λαού, κυρίως του πιο εξαθλιωμένου μαζικού τμήματος του με την απόφαση του Τσάβες να προχωρήσει σε εθνικοποίηση μεγάλων τομέων της βιομηχανίας πετρελαίου, καθώς το πετρέλαιο είναι το μεγάλο πλεονέκτημα της χώρας. Η επιλεκτική εθνικοποίηση χρηματοδότησε ορισμένα προγράμματα μαζί με τη βοήθεια της Κούβας για παροχή υγείας και τροφίμων στην πιο ακραία φτώχεια. Το ζητούμε­νο βέβαια δεν είναι να ικανοποιηθούν οι άμεσες απαιτήσεις της ακραί­ας φτώχειας, αλλά και να ανοίξει ο δρόμος για να ζήσει ο δοκιμαζόμε­νος λαός με βάση τις δυνατότητες της χώρας και τις σύγχρονες ανάγκες. Τα θετικά αυτά μέτρα δεν μπόρεσαν να μειώσουν καθόλου τη μεγάλη συγκέντρωση του πλούτου και του εισοδήματος στην αστική τάξη, στα ανώτερα μεσαία στρώματα. Η αγροτική μεταρρύθμιση δεν κατάφερε τελικά να αλλάξει τη ζωή των εργατών γης, της φτωχής αγροτιάς ένα­ντι των μεγάλων γαιοκτημόνων.

Είναι επίσης γεγονός ότι στη Βολιβία η κυβέρνηση Μοράλες έδωσε αυξήσεις τους κατώτατους μισθούς, στα ημερομίσθια και στις συντά­ξεις. Ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος του ινδιάνικου πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Πρόκειται μάλιστα για το κοινωνικό αυτό στρώμα που έδωσε τη νίκη στον Μοράλες. Ολα τα στοιχεία δείχνουν ότι στη Βολιβία σημειώνονται αθρόες ξένες επενδύσεις πολυεθνικών ομί­λων, ενώ στηρίζεται από την κυβέρνηση η εξαγωγή κεφαλαίων. Εχει δυναμώσει η αύξηση των μικρομεσαίων ιδιοκτητών μεταλλείων με ιδιαίτερα εκμεταλλευόμενη μισθωτή εργασία και οι επιχειρήσεις αυτές εξε­λίσσονται σε συμμάχους των πολυεθνικών.

Ανάλογες είναι οι εξελίξεις στο Εκουαδόρ, με κορυφαίο στοιχείο ότι οι πολυεθνικές έχουν αυξήσει την ιδιοκτησία τους σε τομείς στρατηγι­κής σημασίας, όπως είναι οι εξορύξεις και οι πηγές ενέργειας. Η στρα­τηγική της κυβέρνησης Κορέα είναι η ανάπτυξη και εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου από το ξένο κεφάλαιο.

Τα προγράμματα κατά της φτώχειας που δεν την καταργούν αλλά τη διατηρούν με άμβλυνση των πολύ ακραίων πλευρών της, η αύξηση και κυρίως η βελτίωση της θέσης μεσαίων στρωμάτων είναι το χαρακτηρι­στικό της καπιταλιστικής ανάπτυξης που περικλείει νομοτελειακά την κρίση, τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και την όξυνση των κοινω­νικών ανισοτήτων.

Οι οπορτουνιστές στη χώρας μας, αυτοί που μας εγκαλούν γιατί δεν θέλουμε να στηρίξουμε μια κυβέρνηση αστικής διαχείρισης, υποστηρί­ζουν ότι αυτός είναι ο δρόμος για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, αυτός εί­ναι ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα. Αυτή η γραμμή δεν είναι ούτε καν αντιιμπεριαλιστική – αντιμονοπωλιακή πολιτική, δεν έχει καμία σχέση ούτε με την πολιτική των σταδίων, που βεβαίως και αυτή έχει ξεπερα­στεί προ πολλού ακόμα από την περίοδο του 1917.

Η πολιτική ληστείας, προσαρτήσεων, μετατροπής κρατών σε προτεκτοράτα, η πολιτική διαμελισμού κρατών δεν είναι απόρροια πολιτικής ανηθικότητας ούτε ζήτημα υποτέλειας και δειλίας από την πλευρά της αστικής τάξης της χώρας που έχει ισχυρότερες και ανισότιμες εξαρτή­σεις. Είναι ζήτημα οικονομικής και πολιτικής θέσης που απορρέει από την καπιταλιστική ανισομετρία, από τη θέση στη διεθνή καπιταλιστική αγορά. Η αστική τάξη που αισθάνεται ότι δεν την αντιμετωπίζει με ίσους όρους ο ισχυρός εταίρος της, ξέρει ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, γιατί εκτός των άλλων η συμμαχία με τον ισχυρότερο εταίρο εξασφαλί­ζει και ισχυρή πολιτική προστασία στο εσωτερικό της χώρας έναντι της απειλής από την όξυνση της ταξικής πάλης.

Η αστική τάξη είναι αδύνατο να υπερασπίσει τα κυριαρχικά δικαιώ­ματα προς όφελος του λαού, αλλά αποκλειστικά και μόνο για το δικό της συμφέρον. Και αν χρειαστεί θα αγνοήσει και ιδιαίτερα δικά της συμ­φέροντα αν πρόκειται ως αντιστάθμισμα να μη χάσει την εξουσία της, να την κρατήσει όσο γίνεται περισσότερο.

Η απάντηση στον καπιταλισμό δεν είναι η ανέφικτη επιστροφή στην περίοδο του προμονοπωλιακού καπιταλισμού, των σκόρπιων καπιταλι­στικών επιχειρήσεων, αλλά η αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σο­σιαλισμού, η κατάκτηση ετοιμότητας μέσα και από τον καθημερινό αγώνα και την πείρα στις συνθήκες της επαναστατικής κατάστασης.

Το ΚΚΕ δίνει προτεραιότητα στην ανάπτυξη της ενότητας δράσης της εργατικής τάξης και στη συμμαχία της με τους φτωχούς αυτοαπασχο­λούμενους επιχειρηματίες και τη φτωχή αγροτιά. Η εργατική τάξη έχει αντικειμενικά συμφέρον από την κατάργηση κάθε μορφής ιδιοκτησίας μεγάλης και συγκεντρωμένης, μεσαίας και μικρής, αφού αυτή συνεπά­γεται μισθωτή εκμεταλλευόμενη εργασία, αποξένωση του εργαζόμενου από τον πλούτο που παράγει. Οι αυτοαπασχολούμενοι λόγω της ενδιά­μεσης θέσης τους έχουν συμφέρον μεν από την πάλη κατά των μονο­πωλίων, δυσκολεύονται όμως να ταχθούν κατά της εκμετάλλευσης αν­θρώπου από άνθρωπο, για την κατάργηση κάθε μορφής ατομικής ιδιο­κτησίας στα μέσα παραγωγής, ευελπιστούν ότι από μικροί και φτωχοί επιχειρηματίες θα γίνουν μεσαίοι, δορυφόροι των μονοπωλίων, παρό­λο που τα εργασιακά και κοινωνικά τους δικαιώματα διασφαλίζονται μόνο στις συνθήκες του σοσιαλισμού. Ο συμβιβασμός που προτείνει το ΚΚΕ είναι η συνάντηση των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων με τις αντιμονοπωλιακές, η κοινή τους δράση που βεβαίως δεν καταργεί τις δια­φορές τους, δράση που κατευθύνεται στη λαϊκή εξουσία, στην κατάρ­γηση της εξουσίας των μονοπωλίων. Αυτή η συμμαχία είναι κοινωνική όσον αφορά ποιες κοινωνικές δυνάμεις πρέπει να συμπαραταχθούν στον αγώνα και πολιτική με την έννοια ότι η συμμαχία αυτή πρέπει να έχει κατεύθυνση πάλης για τη λαϊκή εξουσία που, ως αντίληψη, δεν ταυ­τίζεται με το πρόγραμμα του ΚΚΕ, δεν είναι δυνατό να ταυτίζεται. Επη­ρεάζεται μόνο από ορισμένα βασικά της στοιχεία, όπως είναι η κοινω­νικοποίηση των μονοπωλίων, ο αγροτικός παραγωγικός συνεταιρισμός, η αποδέσμευση από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Αυτά όμως τα βασικά στοι­χεία συνιστούν αντικειμενικά υποχρεωτικές επιλογές για να βγει η χώ­ρα από την κρίση προς όφελος της λαϊκής πλειοψηφίας, για να ζήσει ο λαός με βάση τις σύγχρονες ανάγκες, για να πάψει η χώρα να είναι προγεφύρωμα και σύμμαχος των διάφορων ιμπεριαλιστικών κέντρων, του ιμπεριαλιστικού πολέμου, να υφίσταται εξαρτήσεις και δεσμεύσεις σε βάρος του εργαζόμενου λαού.

Σήμερα στην Ελλάδα διαμορφώνονται τα φύτρα αυτής της συμμαχίας που βεβαίως η εξέλιξη θα της δώσει και νέες μορφές, ιδιαίτερα από τα κάτω προς τα πάνω, θα επέρχονται αναδιατάξεις που δεν είναι δυνατό σήμερα να προκαθοριστούν.

Η λαϊκή εξουσία συνιστά πολιτική κυβερνητική λύση, επομένως το ΚΚΕ και το Κίνημα δεν περιορίζονται σε αγώνα αντίστασης, σε αγώνα φθοράς δίχως εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Στο βαθμό που με την πρόοδο της ταξικής πάλης διαμορφώνονται μι­κροαστικού χαρακτήρα πολιτικές δυνάμεις που υιοθετούν κατεύθυνση αγώνα με έκβαση τη λαϊκή εξουσία, τότε το ΚΚΕ θα έχει και διάλογο και συνεργασία μαζί τους, χωρίς όμως να αποτελέσουν οι συνεργαζό­μενες πολιτικές δυνάμεις ενιαίο πολιτικό φορέα, γιατί τότε χάνεται η αυ­τοτέλεια του ΚΚΕ. Η κοινή δράση του ΚΚΕ με τις πολιτικές δυνάμεις θα εκφράζεται στις γραμμές και στα όργανα πάλης της Λαϊκής Συμμαχίας που βάση της έχει τον τόπο δουλειάς και τη λαϊκή γειτονιά με μορ­φές οργάνωσης το σωματείο, τη γενική συνέλευση, τις επιτροπές αγώνα. Η βάση δηλαδή της συμμαχίας είναι μέσα στο λαό, στις γραμμές του κινήματος, απευθύνεται σε όλους και όλες, ανεξάρτητα από τις πολιτι­κές τους επιλογές, με κριτήριο σε ποια τάξη ανήκουν, σε ποιο κοινωνι­κό στρώμα. Στο επίπεδο όμως της εξουσίας δεν χωράνε συμβιβασμοί, τακτικισμοί και καιροσκοπικοί ελιγμοί. Είναι άλλο πράγμα η επιλογή των κατάλληλων συνθημάτων και μορφών πάλης για την προσέγγιση, συσπείρωση των εργατικών λαϊκών μαζών, για την ενότητα δράσης της εργατικής τάξης και την κοινωνική συμμαχία και άλλο πράγμα να προ­τάξεις ως στρατηγική επιλογή τη μεταρρύθμιση, βάζοντας την επανά­σταση στο περιθώριο, στην αφάνεια, στο όνομα του δυσμενούς σήμε­ρα συσχετισμού δυνάμεων.

Ο Λένιν με την εισήγηση του στην 7η Συνδιάσκεψη του ΣΔΕΚΡ (μπολσεβίκοι) τον Απρίλη του 1917 ζήτησε και συμφωνήθηκε η εγκα­τάλειψη του συνθήματος της «δημοκρατικής δικτατορίας του προλετα­ριάτου και της αγροτιάς» ως ξεπερασμένου και υιοθετήθηκε ο σοσιαλι­στικός χαρακτήρας της επερχόμενης επανάστασης. Ανέλυσε μάλιστα ότι το βασικό στις «δύο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας» δεν ήταν ο θεσμός της εξουσίας της «δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριά­του και της αγροτιάς», αλλά η διαμόρφωση της κοινωνικής συμμαχίας αγροτών και εργατών.

Είναι φανερό ότι στη σύγχρονη εποχή η πολιτική συμμαχιών του ΚΚ δεν μπορεί να είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη σε περίοδο διαμόρφωσης του επαναστατικού εργατικού κινήματος (περίοδος στην οποία αναφέ­ρονται ο Μαρξ και ο Ενγκελς πριν ακόμα ολοκληρωθεί η εποχή των αστικών επαναστάσεων και διαμορφωθεί το κόμμα νέου τύπου). Δεν μπορεί να είναι ίδια ούτε με την πολιτική του κόμματος των μπολσεβίκων πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν στη Ρωσία δεν είχε ακό­μα πλήρως καταργηθεί η φεουδαρχική εξουσία. Σήμερα δεν υπάρχει ού­τε ένα παράδειγμα εμφάνισης ενδιάμεσης πολιτικής εξουσίας μεταξύ της καπιταλιστικής και της εργατικής. Η εξουσία ή θα είναι στα χέρια της αστικής τάξης, οπότε δεν μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος του λαού ή θα είναι σοσιαλιστική. Είναι άλλο πράγμα οι «στιγμές» διαμόρφωσης της εξουσίας σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης ή οι στιγ­μές εξέλιξης της εξουσίας όταν ακόμα η σοσιαλιστική επανάσταση δεν είχε νικήσει.

Το καπιταλιστικό σύστημα στην Ελλάδα, όπως και σε κάθε άλλη χώ­ρα, δεν πρόκειται να καταρρεύσει από μόνο του, λόγω των αντιθέσεων του. Η μεγάλη όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων θα οδηγήσει σε συν­θήκες επαναστατικής κατάστασης, σε συνθήκες αδυναμίας στην επιβολή της καπιταλιστικής πολιτικής και μεγάλης όξυνσης της ταξικής πάλης κι ενώ θα ωριμάζει και θα αναπτύσσεται μέσα από τους καθημερι­νούς αγώνες ένα πανίσχυρο εργατικό κίνημα σε συμμαχία με τα λαϊκά ηιρώματα που υποφέρουν. Μέσα σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης θα κριθεί, με την κατάλληλη επιλογή των συνθημάτων και όλων των μορφών πάλης, η θέληση, η απόφαση του λαού να σπάσει και να καταργήσει τις αλυσίδες της ταξικής εκμετάλλευσης, της καταπίεσης, της εμπλοκής στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Προϋποθέτει εργατικό κί­νημα που δεν παγιδεύεται σε παραπλανητικές εναλλακτικές λύσεις, τις οποίες το αστικό πολιτικό σύστημα αξιοποιεί για να οργανώσει το τσάκισμα του κινήματος, το χτύπημα του ριζοσπαστισμού, της επαναστα­τικής διάθεσης και θέλησης, για να προλάβει ή να ματαιώσει, για όσο διάστημα μπορεί, την ανατροπή του.

Πηγη: ΚΟΜΕΠ 2013 τευχος 2

Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: