Skip to content

Συνέντευξη του Γιώργου Σαρρή στους «Δρόμους της Ειρήνης»

14/11/2012

Η συνέντευξη του Γιώργου Σαρρή στο περιοδικό της ΕΕΔΥΕ «Δρόμοι της Ειρήνης»  (τευχος 58)

Ας ξεκινήσουμε από «τα βαθιά»; Τι είναι αυτό που μαθαίνεις σιγά-σιγά παθαίνοντας, όπως αναγράφεις στο προσωπικό σου blog;

Τι μαθαίνω σιγά-σιγά παθαίνοντας… Τα πάντα. Την αλφα­βήτα της δικής μου ζωής. Στη ζωή μαθαίνουμε δια της αφής. Είναι ο μόνος τρόπος. Η θεωρία βοηθάει βέβαια πάντα, αλλά δεν διδάσκει. Καλώς ή κακώς, μόνο βάζοντας το δάχτυλο στο σημάδι από το καρφί τυπώνεται στο DNA μας κάποια γνώση συνειδητή. Και για να έρθουμε στο τώ­ρα, και εγώ και όλοι μαθαίνουμε να παλεύουμε τα πάντα από την αρχή. Μαθαίνουμε πως τίποτα δε χαρίζεται και τίποτα δεν είναι κερδισμένο από χέρι. Ο,τι δε σ’ έχει παι­δέψει, δεν έχεις ματώσει γι αυτό, δεν είναι δικό σου. Ποτέ δεν ήταν. Θα το χάσεις. Κι ύστερα θα παλέψεις να το ξα­νακερδίσεις. Τότε μόνο είναι δικό σου. Τότε μόνο θα το έχεις αγαπήσει και θα το προσέχεις.

Πως και πότε ξεκίνησε η πορεία σου στο ελληνικό τραγούδι; Ποιο ήταν το εν γένει περιβάλλον στο «Χά­ραμα» της Πάτρας απ’ όπου ξεκίνησαν οι «δικοί σου» Ζιγκ-Ζαγκ, αλλά και τα «Παιδιά από την Πάτρα» και ο Γεράσιμος Ανδρεάτος;

Η πορεία μου στο τραγούδι ξεκίνησε όταν παιδάκι συνει­δητοποίησα τι επιρροή είχε πάνω μου η Ελληνική μου­σική και η μουσική γενικά. Οταν άκουσα τα τραγούδια των μεγάλων, σπουδαίων συνθετών τη δεκαετία του ’60. Τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον Λοΐζο, τον Κουγιουμτζή, τον Μαρκόπουλο, τον Λεοντή, τον Σαββόπουλο. Και βέβαια τον Πλέσσα και τον Σπανό.Τους μεγάλους λαϊκούς συνθέτες τους έμαθα λίγο αργότερα κι ας προηγήθηκαν. Οταν βρέθηκα στην Πάτρα φοιτητής, τραγουδώντας σε συναυλίες στο Πανεπιστήμιο και στο Καλλιτεχνικό ερ­γαστήρι του Δήμου, και στη συνέχεια στις μπουάτ, το τρα­γούδι έγινε κομμάτι της ζωής μου. Το «Χάραμα» της Πάτρας ήταν ένα λαϊκό στέκι διασκέδασης των φοιτητών και της νεολαίας. Το κλίμα εκεί μουσικά είχε να κάνει με τα παλιά λαϊκά τραγούδια αλλά και με πιο καινούργια τραγούδια που είχαν αλήθεια μέσα τους, κατά τη γνώμη μας. Κάναμε πολλή δουλειά εκεί. Τρομερό ψάξιμο για να βρούμε ό,τι καλό υπήρχε και στο πριν και στο παρόν τότε. Είχε πάν­τως όλη αυτή η εποχή μια αλήθεια, μια γνησιότητα και μια ένταση, που μου έχει λείψει τρομερά.

Ποια ήταν η ανάγκη που γέννησε τους «Ζιγκ-Ζαγκ» και ποιο είναι το απόσταγμα της εμπειρίας σου από την πορεία αυτή ειδικά την «χρυσή δεκαετία» του συγκρο­τήματος 1988-1998;

Οι Ζιγκ-Ζάγκ έγιναν αφού πρώτα είχε δέσει η παρέα των τριών που συμμετείχαμε στην αρχή. Συμφωνούσαν τα γούστα μας για το τι σημαίνει τραγούδι της παρέας και ό,τι κάναμε γινόταν από κοινού χωρίς πρόβλημα. Σαν να ήταν γραφτό. Δεν κάναμε πολιτισμό, βέβαια, διασκέδαση θέλαμε να κάνουμε με έναν τρόπο ανθρώπινο και σωστό. Με αλήθεια και αγάπη και για τα τραγούδια και για τον κόσμο. Μετά γίναμε τέσσερις και ήρθαμε στην Αθήνα. Γλυκερία, Μητσάκης κι εμείς ήταν η πρώτη συνεργασία. Ακολούθησε η δισκογραφία και οι επιτυχίες και ό,τι σωστό και λάθος κάναμε.

Στη δεκαετία εκείνη, τη χρυσή που λες, είδα πολλά. Είδα πόσο μπορεί να σε αλλάξει ο κόσμος της σκηνής και η επιτυχία. Αν δεν έχεις κάτι μέσα σου να σε κρατήσει είναι εύκολο να φύγεις και να γίνεις παιχνιδάκι στα χέρια της βιομηχανίας της διασκέδασης. Κι εμείς κάναμε πολλά λάθη αλλά γενικά νομίζω πως κρατηθήκαμε, θα μπορού­σαμε, φυσικά, να έχουμε κάνει πολύ περισσότερα πράγ­ματα σε ό,τι αφορά στην ποιότητα της δουλειάς μας και των συνεργασιών μας. Οσο περνούσαν τα χρόνια όμως κάποιοι άλλαξαν απόψεις, κάποιοι κουράστηκαν. Στο τέ­λος δεν μπορούσα πια να ακολουθήσω και έφυγα. Επρεπε μάλλον να το έχω κάνει νωρίτερα. Τώρα παλεύω σε μια τρο­μερά δύσκολη συνθήκη να χαράξω ένα δικό μου δρόμο.

Ζώντας και τραγουδώντας μέσα στον κόσμο, αλλά και από την σκοπιά του «παρατηρητή», που είχες την δυ­νατότητα από το πάλκο ή την σκηνή να παρακολου­θείς συμπεριφορές, τρόπους διασκέδασης κλπ, τι με­ταβολές έχεις καταγράψει στον κόσμο αυτά τα τελευ­ταία 25 χρόνια;

Ζώντας πάνω στη σκηνή όλα αυτά τα χρόνια είδα την ζωή και τους ανθρώπους να αλλάζουν. Οταν ξεκίνησα ήταν η εποχή της αλλαγής, το ’80-81. Είδα τη χαρά και τον ενθου­σιασμό να βγαίνει σαν δίψα για διασκέδαση που είχε τη άση της στις παλιές καλές πηγές. Είδα την αισιοδοξία ότι τα πράγματα θα πήγαιναν πια καλύτερα. Υστερα, σιγά-σιγά, είδα τον κόσμο να αναπνέει στον αέρα όλο το πακέ­το που του έσπρωχνε το σύστημα. Να το καταπίνει και να ενσωματώνεται. Να αναπαράγει αυτά που πριν χλεύαζε. Το πρώτο τραπέζι πίστα, την ανάγκη επίδειξης, το κυνήγι του χρήματος, τη συνδιαλλαγή με ό,τι πριν λίγο απο­δοκίμαζε. Υστερα ήρθε η ιδιωτική τηλεόραση το ’90 και τα πράγματα χειροτέρεψαν. Ο καναπές άρχισε να καταπί­νει την όποια ελεύθερη σκέψη και οι άνθρωποι στην τρο­μερή τους πλειοψηφία υποτάχτηκαν, άλλαξαν. Αλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο. Μάλλον ελάχιστοι κατά­φεραν να αντισταθούν. Η συνέχεια ήταν λογική. Η μου­σική έγινε σχεδόν απόλυτα βιομηχανία, όλα ήταν πια προϊόντα. Ολοι το δεχόντουσαν αυτό, εκτός από ελάχι­στους πάλι. Μετά το 2000 και μετά τον πρώτο χαζό ευρω-ενθουσιασμό, άρχισε η περισυλλογή. Μετά τους Ολυμπιακούς, ειδικά, το έβλεπες καθαρά. Μέχρι που φτά­σαμε στη σημερινή κρίση. Τότε πια από τη σκηνή δεν έβλεπες και πολλά. Απλά τα καταλάβαινες από τις άδειες καρέκλες και τις επιχειρήσεις που έκλειναν. Ο κόσμος πια δεν είχε χρήματα για διασκέδαση. Τότε μάλλον άρχισε πάλι να ψάχνει για λίγη αλήθεια παραπάνω.

Έχεις δημιουργήσει ένα προσωπικό blog στο οποίο αναρτάς την τοποθέτηση σου απέναντι στα κοινωνι­κοπολιτικά δρώμενα. Τι εμπειρία αντλείς από την επι­κοινωνία σου με τους αναγνώστες; Βοηθούν τα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης» στην πραγματική πολιτική δράση που αλλάζει τα πράγ­ματα, προς όφελος της εργατικής τάξης και των λαϊ­κών στρωμάτων ή ένας κόσμος έχει εγκλωβιστεί στη «διαμαρτυρία του πληκτρολογίου»;

Ο κόσμος του internet είναι ένας άλλος κόσμος. Τα ψευ­δώνυμα και η ανωνυμία κάνουν την επαφή να έχει πολύ λίγη σχέση με την πραγματική προσωπική επαφή. Τα δύο μπλογκ μου (giorgossarris.blogspot.gr και edoketora.blogspot.gr) είναι μπλογκ πολιτικής ανάλυσης περισ­σότερο και δεν ασχολούμαι πάρα πολύ με τη συζήτηση σε ένα στυλ φόρουμ. Αυτά τα δύο χρόνια έχω καταγράψει εκεί, σε περίπου 4000 άρθρα, όλα όσα έχουν συμβεί τον καιρό αυτής της κρίσης. Ο,τι έχει γίνει ειδικά στους δρό­μους όπου συμμετείχα, είναι εκεί καταγραμμένο σε σκέ­ψεις, αναλύσεις, φωτογραφίες και βίντεο. Μιλάμε για χιλιάδες ώρες δουλειάς που έκανα με μεγάλη αγάπη και σοβαρότητα και νοιώθω πολύ καλά γι’αυτό. Παρότι πάν­τως καθημερινά μπαίνουν εκεί κοντά στα 1000 και περισ­σότερα άτομα για να διαβάσουν ό,τι γράφω, τα σχόλια και η συζήτηση είναι περιορισμένα από δική μου μάλλον επιλογή. Εχω κι ένα τρίτο, το «Κόκκινο πρωί», που είναι ποι­ητικό και δημοσιεύω εκεί ποίηση από τους μεγάλους, Έλληνες κυρίως, ποιητές, αλλά και δική μου ποίηση.

Τα μπλογκς δεν είναι «μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Τέτοια είναι το Facebook, Twitter  κλπ. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να τα κρίνουμε θετικά ή αρνητικά. Είναι τόπος ανταλλαγής πληροφοριών με ένα σύγχρονο και γρήγορο τρόπο. Είναι σαν να προσπαθούμε να κρί­νουμε τα κινητά τηλέφωνα, που εμένα δε μου αρέ­σουν καθόλου αλλά δε γίνεται να μη χρησιμοποιώ. Τα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης» είναι ένας χώρος όπου συχνάζει πολύς κόσμος και ιδιαίτερα η νεολαία, όπου οι προοδευτικοί άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να παρέμ­βουν δίνοντας το δικό τους στίγμα. Και αμυντικά και επιθετικά, προτείνοντας θέσεις και προτάσεις και πο­λιτικές και πολιτισμικές. Είναι χώροι όπου το σύ­στημα παρεμβαίνει με πολλούς τρόπους, αλλά από την άλλη δεν μπορεί να ελέγξει απόλυτα ό,τι συμβαίνει εκεί. Το ίντερνετ είναι ένα πολύ πιο πρόσφορο έδα­φος από την τηλεόραση και είναι ο μόνος τρόπος για να την νικήσει, θέλει πολύ ψάξιμο.

Η πραγματική πολιτική δράση που αλλάζει τα πράγ­ματα, προς όφελος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, ΔΕΝ υποκαθίσταται από τίποτα, ούτε φυσικά από τα πληκτρολόγια. Τα πληκτρολόγια, όμως, μπορούν και να την βοηθήσουν αλλά και να την θάψουν. Γι’ αυτό θα ήταν τεράστιο λάθος εμείς που θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο να υποτιμήσουμε το πεδίο που λέγεται internet και, φυσικά, δεν θα το κάνουμε. Απλά θα το κάνουμε όπλο μας, με προσοχή και σοβαρότητα.

Σε μια εποχή κρίσης και πολεμικών απειλών που αφο­ρούν και την περιοχή μας, το αντιιμπεριαλιστικό-φιλειρηνικό κίνημα έχει την ανάγκη συμπορευσης με αν­θρώπους της τέχνης και της ριζοσπαστικής διανόησης. Πιστεύεις σε μια νέα, εντονότερη κινητοποίηση τους;

Ο αγώνας για την ειρήνη πηγαίνει χέρι-χέρι με τον αγώνα για την αλλαγή του κόσμου. Το τι θα γίνει στην περιοχή μας έχει απόλυτη σχέση με την πορεία και την έκβαση της κρίσης, με το πόσο αποτελεσματικά θα καταφέρει να πα­ρέμβει ο λαϊκός παράγοντας. Με το πόσο θα συνειδητο­ποιήσουν οι άνθρωποι ότι δεν πρόκειται για μια συνηθι­σμένη ή έστω έντονη οικονομική κρίση, αλλά ότι θα παι­χτεί η ίδια τους η ζωή.

Ο χώρος των καλλιτεχνών, ειδικά των «επωνύμων», είναισκέτη απογοήτευση αυτή την στιγμή. Ακόμη και οι λεγόμενοι προοδευτικοί καλλιτέχνες, αυτοί που ξέρει ο πολύς κόσμος, έχουν σωπάσει με έναν τρόπο ενοχλητικό αλλά εξηγήσιμο, ειδικά για εκείνους που είναι μια χαρά στα οικονομικά τους. Ενας βολεμένος άνθρωπος δεν μπο­ρεί ναείναι πρωτοπόρος στον αγώνα για αλλαγή της κοι­νωνίας, θα μπορούσα πολύ εύκολα να σας πω ότι, ειδικά οικαλλιτέχνες, δεν έχουν καταλάβει σχεδόν τίποτα από ο,τι συμβαίνει. Ζουν κυριολεκτικά στον κόσμο τους και νομίζουνότι ξέρουν ενώ απλά ξέρουν λίγο περισσότερα από όσα λέει η τηλεόραση, με την οποία εξακολουθούν ναβρίσκονται σε σχέση εξάρτησης.

Οι καλλιτέχνες είναι βαρόμετρο της κοινωνίας. Αυτή τη στιγμήη κοινωνία έχει υποχωρήσει και περιμένει. Το ίδιοκάνουν και οι καλλιτέχνες εκτός από ελαχιστότατες περιπτώσεις που μετριούνται στα δάχτυλα. Δυστυχώς, πρώταθα ξυπνήσει η κοινωνία και μετά οι καλλιτέχνες, πουαυτή τη στιγμή δεν παίζουν το ρόλο που θα θέλαμε όλοι.Δεν είμαστε στην εποχή του Θεοδωράκη και του Ρίτσου.Αυτοί βγήκαν από το καμίνι του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, τις φυ­λακέςκαι τις εξορίες. Τώρα δεν υπάρχουν τέτοιοι καλλιτέχνες και οι συνειδητοποιημένοι είναι τρομερά λίγοι σε σχέση με τους πολλούς, που είναι συμβιβασμένοι και διστακτικοί. Και ακόμη πιο λίγοι σε σχέση με τις ανάγκες.

Υπάρχει, παράλληλα, μεγάλη ανάγκη να εκφραστεί αυτό που συμβαίνει καλλιτεχνικά, να εκφραστεί ο πόθος και η ανάγκη για τη μεγάλη ανατροπή και τη νίκη του λαού. Αυτό μάλλον δε θα γίνει από την παλιά φρουρά. Δε νομίζω ότι η παλιά φρουρά διψάει αληθινά για ανατροπή, εκτός από πολύ λίγους. Ελπίζω να μη χρειαστεί να μας ξυ­πνήσει ένας πόλεμος. Είναι τραγικό τα τραγούδια για την ειρήνη αντί να γράφονται πριν, να γράφονται μόλις τελει­ώνει ένας πόλεμος, πάνω από ερείπια.

 

Λίγα λόγια για τον Γιώργο.

0 Γιώργος Σαρρής γεννήθηκε στην Αμφιάλη, μια συνοικία του Πειραιά, αρχές της δεκαετίας του ’60. Οι μουσικές που έφταναν στ’ αυτιά του από τα ραδιόφωνα ήταν τα τραγούδια του Χατζηδάκη, του Θεοδωράκη, του Πλέσσα κ.α. και φυσικά τα λαϊκά τραγούδια με τις φωνές του Μπιθικώτση, του Καζαντζίδη, της Μοσχολιού κι αργότερα του Νταλάρα, του Πάριου, του Μητσιά, της Αλεξίου. Κι αυτά όλα μπερδεμένα με το ροκ και τη σόουλ του 70-8Ο και τους ήχους των Stones, των Beatles, Santana, Who, Genesis κλπ. Έζησε παιδάκι τη δικτατορία ακούγοντας τις ιστορίες για τα ξερονήσια και τα βασανιστήρια ψιθυριστά, μετά το Κυριακάτικο τραπέζι, από ανθρώπους που τα έζησαν. Έτσι μίσησε το φασισμό και τις λογικές του, κι αγάπησε την ελευθερία όσο μπορούσε κι όσο ήξερε ν’αγαπάει. Πήγε γυμνάσιο στον Πειραιά, στην Ιωνίδειο και τότε άρχισε να τραγουδάει και να ονειρεύεται τη μουσική σαν κομμάτι της ζωής του.

Ανέβηκε στο πάλκο φοιτητής στην Πάτρα σε μπουάτ της εποχής, κι ύστερα σε συναυλίες με το Καλλιτεχνικό Εργαστήρι της Πάτρας σε όλη την Ελλάδα. Ύστερα ήταν τα παλιά λαϊκά τραγούδια στα στέκια της εποχής, που τον πήγαν στην επόμενη φάση της ζωής του. Μαζί με το Δημήτρη Ζμπέκο, το Δημήτρη Παρασκευόπουλο και αργότερα το Δημήτρη Κατσαρό δημιούργησαν τους Ζιγκ-Ζαγκ και έκαναν μια 20χρονη μουσική πορεία γεμάτη τραγούδια, χρυσούς δίσκους, ταξίδια, εμπειρίες, χαρές, απογοητεύσεις, και όλα αυτά που συνοδεύουν μια πολύχρονη καριέρα. Ο Γιώργος Σαρρής έγραψε κάποιες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των Ζιγκ- Ζαγκ, όπως το «Φύσηξε έρωτας», το «Γι αυτό σ’ αγαπώ», το «Ευτυχώς που ξέχασα να μεγαλώσω» κ.α. Η πλευρά του αυτή του δημιουργού τον έφερε σε επαφή με μεγάλους Έλληνες τραγουδιστές, όπως η Γλυκερία, ο Γ. Νταλάρας κ.α. Το 2010 κυκλοφόρησε τον πρώτο του προσωπικό δίσκο με τίτλο «Η ζωή είναι ωραία», επανερχόμενος πιο ώριμος στη δισκογραφία. (βιογραφικά στοιχεία από τον ιστότοπο www.protasismusic.gr)

Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: