Skip to content

ΠΤΥΧΕΣ ΚΑΙ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, επανήλθαν στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής, έντονες συζητήσεις για το ζήτημα της «γενοκτονίας των Ποντίων». Επιχειρώντας μια ψύχραιμη και αντικειμενική προσέγγιση του ζητήματος, πρέπει να απομακρυνθούμε από τις κρατούσες -και συνεχώς αναπαραγόμενες- αναλύσεις και αντιλήψεις (οι οποίες περιορίζονται στο να αποδίδουν την καταστροφή του ποντιακού ελληνισμού στην Τουρκία σε «φυλετικά» κριτήρια) και να ξεκινήσουμε, θέτοντας το γεγονός στην πραγματική του βάση με σκοπό να αναδειχθούν ορισμένα βασικά ζητήματα, τα οποία, σκοπίμως συγκαλύπτονται κοινώς «θάβονται» υπό το βάρος εθνικιστικών κραυγών και κροκοδείλιων δακρύων. Αλλωστε οι αστοί στα πλαίσια της ιδεολογικής διαπάλης χρησιμοποιούν και τα ιστορικά ζητήματα με ανιστόρητη μεθοδολογία, προκειμένου να υποτάσσουν τους λαούς στις δικές τους επιδιώξεις και στη στήριξη του καπιταλιστικού συστήματος. Τα ζητήματα αυτά, σχετικά με το ζήτημα των Ποντίων έχουν να κάνουν κυρίως με τη διαδικασία διαμόρφωσης έθνους – κράτους από την τουρκική αστική τάξη στην περίοδο του ιμπεριαλισμού, η οποία είχε άμεσο αντίκτυπο στις εθνικές μειονότητες (σημ.: όλες οι παρόμοιες διεργασίες διεθνώς είχαν επιπτώσεις στις μειονότητες, οι οποίες, στην πλειοψηφία τους, εν τέλει, είτε αφομοιώθηκαν, είτε εξοντώθηκαν) και με τις ευθύνες της ελληνικής, εγχώριας και ποντιακής, αστικής τάξης, που εντέχνως υποβαθμίζονται ή διαγράφονται παντελώς από τα κατάστιχα της Ιστορίας. Γι’ αυτά τα ζητήματα θα αναφερθούμε στο σημερινό ένθετο του «Ριζοσπάστη» Ιστορία. Το θέμα αναδημοσιεύεται από το βιβλίο του Αναστάση Γκίκα, «Οι Ελληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

***

Ιστορικές διαδικασίες που αναδείχτηκαν στην περιοχή του Πόντου κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο κατώφλι του 20ού αιώνα, αποτελούσε μαζί με την τσαρική (ρωσική) και την αψβουργική (αυστροουγγρική) τις τελευταίες πολυεθνικές αυτοκρατορίες. Απ’ αυτές, η οθωμανική παρουσίαζε πολύ πιο έντονα και ισχυρά φεουδαρχικά κατάλοιπα, τόσο στην οικονομική όσο και στην κρατική / πολιτική της διάρθρωση. Την εποχή του εθνικού αστικού κράτους και πολύ περισσότερο την εποχή του περάσματος του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, αυτή η φεουδαρχική κρατική οντότητα (που η ονομασία της δε σχετιζόταν με κάποιο έθνος αλλά με τη δυναστεία των Οσμανιδών) αποτελούσε το μεγαλύτερο ίσως αναχρονισμό της περιόδου εκείνης. Ηταν αναμενόμενο ότι κάποια στιγμή, αυτή η φεουδαρχική εξουσία θα εξελισσόταν σε σοβαρό εμπόδιο για την εθνική αστική ανάπτυξη των Νότιων Σλάβων, των Αρμενίων, των Αράβων, ακόμα και των Τούρκων.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, «ο ασθενής του Βοσπόρου» όπως χαρακτηριζόταν από τους Αγγλους, κατάφερε εν πολλοίς να διατηρήσει το φεουδαρχικό-απολυταρχικό της χαρακτήρα. Τούτο οφείλεται σε ένα βαθμό και στην υποστήριξη που αυτή «απολάμβανε» από πλευράς των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων της εποχής λόγω της σημαντικής στρατηγικής γεωγραφικής της θέσης, καθιστώντας την υπολογίσιμο παράγοντα στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Συμφέροντα και ισορροπίες, οι οποίες επέβαλαν τη διατήρηση αυτού του μορφώματος, ενώ παράλληλα, οι κυοφορούμενες αστικές πολιτικές διεργασίες και κινήσεις προκαλούσαν δυσπιστία και αβεβαιότητα.

Ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι από τις αρχές του 20ού αιώνα η μεγάλη αστική τάξη της Τουρκίας αποτελούνταν κυρίως από το εμπορικό κεφάλαιο, που στο μεγαλύτερό του μέρος ήταν ελληνικό, αρμένικο, εβραϊκό και συριακό. Για να γίνει καλύτερα αντιληπτή η κυριαρχία του ελληνικού και αρμένικου κεφαλαίου στην περιοχή παραθέτουμε ενδεικτικά ορισμένα στοιχεία: «Μετά το 1883, τέσσερις μεγάλοι ελληνικοί τραπεζικοί και εμπορικοί οίκοι της Τραπεζούντας έλεγχαν μαζί με το υποκατάστημα της Τράπεζας Αθηνών σχεδόν όλη την οικονομία του Ανατολικού Πόντου. Μονάχα η πέμπτη τράπεζα της πόλης ήταν υποκατάστημα της Οθωμανικής Τράπεζας, στην οποία επίσης είχαν μετοχές πολλοί Ελληνες και Αρμένιοι»1. Ο R. Schofer (μέλος αποστολής Γερμανών επιστημόνων στη Μικρά Ασία την αυγή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου) σημείωσε σχετικά: «Ο χριστιανικός πληθυσμός στην Τουρκία αποτελεί μόνο το ένα τρίτο του όλου πληθυσμού. Η σημασία του όμως είναι πολύ μεγάλη στην οικονομική και πολιτιστική περιοχή. Εμπόριο και βιοτεχνία στηρίζεται κατά το 90% σε χριστιανικά χέρια και μόνο κατά 10% σε μωαμεθανικά»2.

Επομένως, δεν αποτελεί ίσως έκπληξη το γεγονός πως ένα από τα πρώτα μέτρα που ελήφθησαν εναντίον του ελληνικού εμπορικού κεφαλαίου ήταν το οικονομικό μποϊκοτάζ (ανεπίσημα – όχι ως διακηρυγμένη πολιτική του κράτους), κατά το οποίο οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί καλούνταν να μην αγοράζουν προϊόντα από εμπορικά καταστήματα ανήκοντα σε Ελληνες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η στάση του αρμενικού κεφαλαίου μπρος στη διαμορφούμενη αυτή κατάσταση, αφού προκειμένου να διασφαλίσει τα δικά του συμφέροντα επέδειξε «άψογη ουδετερότητα»3.

Το χριστιανικό (καθολικό και ορθόδοξο) ελληνικό και αρμενικό τμήμα της αστικής τάξης, ήταν κυρίως προσανατολισμένο στη στενή συνεργασία με συγκεκριμένα ιμπεριαλιστικά κέντρα (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία). Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τις «διομολογήσεις», η Γαλλία και η Ρωσία είχαν το δικαίωμα να αναμειγνύονται στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ προωθούσαν τη διείσδυση με πρόσχημα το όφελος των ομοδόξων τους, δηλαδή των καθολικών και ορθόδοξων χριστιανών αντίστοιχα. Ετσι, εκτός από τους υπηκόους των «Μεγάλων Δυνάμεων», δεν υπάγονταν πλέον στη δικαιοδοσία της οθωμανικής, π.χ., δικαιοσύνης και οι «προστατευόμενες» απ’ αυτές πληθυσμιακές ομάδες (και δεν εννοούμε τους ανίσχυρους χριστιανούς μικρούς αγρότες, χειροτέχνες και εργάτες). Ισχυαν επιπλέον γι’ αυτές ειδικοί χαμηλοί φόροι και τέλη. Αυτό μπορεί να ανταποκρινόταν στα άμεσα, κοντόφθαλμα συμφέροντα αυτής της μερίδας της «μη μουσουλμανικής» αστικής τάξης, ταυτόχρονα όμως δυνάμωνε τα δευτερεύοντα διαχωριστικά χαρακτηριστικά και τα αναδείκνυε σταδιακά σε κύρια, εμποδίζοντας την προσέγγιση της πραγματικότητας με βάση την κοινότητα ταξικών συμφερόντων.

Με την καθοριστική συμβολή του κλήρου (μουσουλμανικού και χριστιανικού) οι διαχωριστικές εκείνες τάσεις ενισχύθηκαν συνειδητά τόσο από το αντιδραστικό φεουδαρχικό μουσουλμανικό κατεστημένο (πανισλαμισμός) όσο και από τη μη μουσουλμανική αστική τάξη για να εφαρμοστούν καθέτως σε όλη την κοινωνική δομή. Τέθηκαν έτσι φραγμοί στους κοινούς ταξικούς αγώνες του Τούρκου, Εβραίου, Αρμένιου ή Ελληνα εργάτη των υφαντουργείων, των λιμανιών, της καπνοβιομηχανίας, κλπ., ακόμα και απέναντι σε έναν κοινό εργοδότη, ασχέτως εθνικότητος (επί το πλείστον Αρμένιο ή Ελληνα από τους «ντόπιους ή Αγγλογάλλο από τους «ξένους»).

Η καλλιεργούμενη συστοίχιση των μαζών πίσω από «ομόθρησκες» ή «ομόφυλες» αλλά με ταξικά αντίθετα συμφέροντα «ηγεσίες» είναι αυτή που εν συνεχεία επέφερε ή ανέχτηκε σφαγές χιλιάδων αμάχων, απάνθρωπες άλληλοσφαγές λαών.

Στην ουσία, ήταν εν τέλει ακριβώς αυτή η «ομόφυλη» στοίχιση πίσω από την ανταγωνιζόμενη μεταξύ της ελληνική και αρμενική μεγάλη αστική τάξη η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην αποδυνάμωση τόσο των απελευθερωτικών προσπαθειών των Αρμενίων (κυρίως μέχρι το 1896) όσο και των δυνατοτήτων της ένταξης του (αριθμητικά σαφώς μικρότερου) ποντιακού ελληνισμού σε μια ευρύτερη σε έκταση Αρμενία (1918/1920).

Σε αυτό το γενικότερο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων (1908), το οποίο αξίζει να σημειωθεί πως αντιμετωπίστηκε τότε ευνοϊκά από την ηγεσία (οικονομική, πολιτική και θρησκευτική), τόσο της μητροπολιτικής Ελλάδας όσο και των Ελλήνων της Τουρκίας. Η νέα Αρχή άλλωστε έδωσε αρχικά «θετικά» δείγματα γραφής διορίζοντας ως δήμαρχο της Κωνσταντινούπολης τον Ελληνα μεγαλέμπορο Γεώργιο Παπάζογλου4. Στις επερχόμενες εκλογές, όπου το κόμμα των Νεότουρκων βρισκόταν αντιμέτωπο με μια ενδεχόμενη ήττα, το Πατριαρχείο, καθώς και μερίδα των Ελλήνων βουλευτών στο Οθωμανικό κοινοβούλιο στήριξαν εκλογικά τους Νεότουρκους με αντάλλαγμα την υπόσχεση ορισμένων «παραχωρήσεων» (την αύξηση των Ελλήνων βουλευτών, την επαναφορά των εκκλησιαστικών προνομίων και την αναγνώριση του Πατριαρχείου ως του μόνου εθνικού κέντρου του ελληνισμού στην οθωμανική επικράτεια)5. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς πως στις παραπάνω «δεσμεύσεις» των Νεότουρκων προς την ελληνική πολιτική και θρησκευτική ηγεσία, δε γίνεται πουθενά λόγος για διεύρυνση παλιών ή κατοχύρωση νέων πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων αναφορικά με την ίδια τη μειονότητα, δηλαδή τον απλό λαό. Τουναντίον, αφορούν αποκλειστικά ζητήματα διεύρυνσης και ενίσχυσης της επιρροής τμημάτων της άρχουσας τάξης.

Ωστόσο, όπως αναφέρεται στην Παγκόσμια Ιστορία της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, η «άνοιξη» της επανάστασης των Νεότουρκων δεν κράτησε πολύ. Σε λίγο φάνηκε πως οι Νεότουρκοι αφού πέτυχαν μια τόσο γρήγορη νίκη εναντίον του παλαιού καθεστώτος (πιο σωστά μισή νίκη, γιατί οι Νεότουρκοι ούτε τον Αβδούλ Χαμίτ είχαν ανατρέψει ούτε είχαν αντικαταστήσει σχεδόν κανέναν από τους προηγούμενους υπουργούς και υπαλλήλους), βοήθησαν οι ίδιοι αργότερα να δυναμώσει η αντίδραση. Αυτό οφείλεται αναπόφευκτα στο χαρακτήρα της επανάστασης των Νεότουρκων. Ο Β.I. Λένιν έγραφε αργότερα: «Αν πάρουμε για παράδειγμα τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα, τότε και την πορτογαλική και την τουρκική (επανάσταση) πρέπει φυσικά να τις παραδεχθούμε για αστικές. Αλλά «λαϊκή» ούτε η μία ούτε η άλλη είναι, γιατί η μάζα του λαού, η τεράστια πλειοψηφία του, ενεργά, αυτοδύναμα, με τα δικά της οικονομικά και πολιτικά αιτήματα, ούτε στη μία ούτε στην άλλη επανάσταση προβάλλει αισθητά»6.

Το πραγματικό πρόσωπο του νέου καθεστώτος δεν άργησε να φανεί πίσω από το αρχικό προσωπείο των μερικών μεταρρυθμίσεων. Οι εργατικές και αγροτικές κινητοποιήσεις που πρόβαλλαν αιτήματα για διεύρυνση των κοινωνικών αλλαγών προς τα κατώτερα στρώματα κατεστάλησαν βίαια από το στρατό. Στις εξελίξεις αυτές βέβαια η τουρκική αστική τάξη δεν αποτέλεσε κάποια ιστορική ιδιομορφία, αλλά ακολούθησε μια πορεία η οποία υπήρξε ως επί το πλείστον κοινή σε όλες τις αντίστοιχες περιόδους ανάπτυξης των «εθνικών» αστικών τάξεων απανταχού της Γης.

Στο εθνικό ζήτημα, οι Νεότουρκοι ανακήρυξαν ως επίσημο δόγμα τον «οσμανισμό»: «Τυπικά «οσμανισμός» σήμαινε ισότητα για όλους τους υπηκόους του σουλτάνου μπροστά στο νόμο, αλλά στην ουσία οι Νεότουρκοι αρνούνταν πως υπάρχει εθνικό ζήτημα στην Τουρκία και ήθελαν να αφομοιώσουν με τη βία τις εθνικές μειονότητες»7. Η τουρκική αστική τάξη διεκδικούσε πλέον το έθνος – κράτος της.

Το εθνικό ζήτημα -και αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να παραβλέπεται από τις σχετικές αναλύσεις / προσεγγίσεις- υπήρξε άρρηκτα αλληλένδετο με το ζήτημα της κυριαρχίας της τουρκικής αστικής τάξης σε ένα δοσμένο γεωγραφικό χώρο, τον οποίο η ίδια θεωρούσε «δικό» της και τον διεκδικούσε από τους Ελληνες και Αρμένιους ομολόγους της. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η ακόλουθη δήλωση που διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια σύσκεψης παραγόντων του κόμματος των Νεότουρκων το 1915: «Αν η εξόντωση του αρμενικού στοιχείου, μέχρι και του τελευταίου, είναι αναγκαία για την εθνική μας πολιτική, πολύ περισσότερο είναι αναγκαία για την εδραίωση της εθνικής μας οικονομίας»8.

Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν έστεκαν απαθείς στις εξελίξεις. Από τη μία τοποθετούνταν θετικά ως προς τον «ημιτελή» χαρακτήρα της επανάστασης των Νεότουρκων, ο οποίος και δεν απελευθέρωνε τις τεράστιες κοινωνικές δυνάμεις της χώρας αλλά και συνάμα την κρατούσε αδύναμη – συνεπώς ευάλωτη. Από την άλλη προετοίμαζαν το έδαφος για την παραπέρα οικονομική διείσδυση και εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών δυνατοτήτων της περιοχής. Ο Λένιν έγραψε το 1908 αναφορικά με τη στάση των λεγόμενων «Μεγάλων Δυνάμεων»: «Παινεύουν την τουρκική επανάσταση γιατί είναι αδύνατη, γιατί δεν ξυπνάει τα κατώτερα λαϊκά στρώματα, δεν προκαλεί πραγματική αυτοτέλεια των μαζών, γιατί εναντιώνεται στον προλεταριακό αγώνα που αρχίζει στην αυτοκρατορία των Οθωμανών. Και ταυτόχρονα συνεχίζουν να ληστεύουν την Τουρκία, όπως και πρωτύτερα. Παινεύουν, γιατί μπορούν να συνεχίσουν, όπως και πρωτύτερα, την καταλήστευση των τουρκικών κτήσεων»9.

Οι Νεότουρκοι, λοιπόν (που αρχικώς υποστηρίχτηκαν θερμά από το μη μουσουλμανικό κατεστημένο – ακόμα και από τον Πατριάρχη) στα πλαίσια των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, κατέληξαν από κοινού με την παλιά φεουδαρχική τάξη (προσωποποιημένη στο καθεστώς του σουλτάνου) στο να προωθήσουν τα συμφέροντά τους μέσα από τη συμμαχία τους με το γερμανικό ιμπεριαλισμό (σιδηρόδρομος Βαγδάτης, πετρέλαια, κ.λπ.). Η σταδιακή όξυνση της σύγκρουσης των εκπροσώπων της μη μουσουλμανικής αστικής τάξης με τους Νεότουρκους και η παραδοσιακή τους πρόσδεση στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) αντιμετωπίστηκε από το γερμανικό ιμπεριαλισμό ως σοβαρός εν δυνάμει κίνδυνος για την κυριαρχία του στις αγορές της Ανατολής.

Η αναλυτική αδυναμία των έως σήμερα ιστοριογραφικών καταγραφών γύρω απ’ όσα διαδραματίστηκαν στην Τουρκία την εν λόγω περίοδο αποτυπώνεται με σαφήνεια στο παρακάτω σχόλιο του Κ. Φωτιάδη σχετικά με την επίσκεψη του Γερμανού Αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη τον Οκτώβρη του 1917: «Ο Wilhelm II, χριστιανός αυτοκράτορας μιας χριστιανικής χώρας, αδιάντροπα εμφανιζόταν στη διεθνή κοινότητα ως «φίλος του λαού του Ισλάμ και των Τούρκων», μολονότι ήταν εν γνώσει του οι σφαγές των Αρμενίων του 1915 και οι διωγμοί των Ελλήνων, οι οποίοι κατά την περίοδο της τρίτης αυτής επίσκεψής του είχαν φτάσει στο κατακόρυφο»10.

Γιατί προκαλεί εντύπωση το ότι ένας χριστιανός αυτοκράτορας θα κρατούσε μια τέτοια στάση; Ο Κάιζερ της Γερμανίας δεν έκανε τίποτε άλλο από το να προωθεί τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα της αστικής τάξης της χώρας του. Προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτών, όταν η θρησκεία δε χρησιμοποιείται ως πρόσχημα (ως αφορμή για επέμβαση ή ως προσωπείο για την κινητοποίηση μερίδας του λαού κλπ.), τότε δεν παίζει κανένα ρόλο. Το πραγματικά παράδοξο θα ήταν αν έπραττε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο…

Και όμως εν συνεχεία, παρά την επαναλαμβανόμενη αναφορά στο θρησκευτικό στοιχείο, η ίδια η αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα έρχεται να δώσει από μόνη της την απάντηση: «Στην προσπάθειά τους για εμπορική κατάκτηση οι Γερμανοί είχαν αντιμέτωπους, εκτός από τους Αγγλους και τους Γάλλους, και τους αυτόχθονες χριστιανικούς λαούς, τους Αρμένιους και τους Ελληνες, που είχαν στα χέρια τους, μέχρι την εμφάνισή τους, το μικρασιατικό εμπόριο και τη βιομηχανία. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στη Δυτική Μικρά Ασία, πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή σε σύνολο 5.308 εργοστασίων τα 4.008 ήταν ελληνικά, ποσοστό 75,51%. Δικαιολογημένα, λοιπόν, οι Γερμανοί θεωρούσαν τους Ελληνες σοβαρό εμπόδιο για την οικονομική τους διείσδυση στην περιοχή»11.

Φτάσαμε, λοιπόν, στην ουσία του πράγματος: Το πρόβλημα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της Γερμανίας, καθώς και της ανερχόμενης ντόπιας αστικής τάξης της Τουρκίας, δεν αναγόταν σε φυλετικά ή θρησκευτικά κριτήρια, αλλά σε καθαρά οικονομικά και πολιτικά. Ο μεν γερμανικός ιμπεριαλισμός προσέβλεπε σε μια ολοένα αυξανόμενη διείσδυση και λεηλάτηση των πλουτοπαραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας. Η δε ντόπια αστική τάξη επιδίωκε -όπως άλλωστε και όλες οι αστικές τάξεις στο συγκεκριμένο στάδιο της ιστορικής τους διαμόρφωσης- ένα έθνος κράτος στο οποίο θα μπορούσε να αναπαραχθεί ως κυρίαρχη δύναμη. Κοινός αντίπαλος; Το ελληνικό (και αρμένικο) κεφάλαιο.

Η βίαιη εκτόπιση ή εξολόθρευση ολόκληρων λαών προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ιμπεριαλισμού δεν ήταν βέβαια κάτι το πρωτόγνωρο. Ανάλογες «πρακτικές» είχαν εφαρμοστεί στο παρελθόν από το γερμανικό ιμπεριαλισμό στην Πολωνία, στο Βέλγιο και στη Σερβία12. «Ενεργώντας με προτροπή της Γερμανίας», αναφέρει ο Η. Morgenthau, «η Τουρκία είχε τώρα αρχίσει να εφαρμόζει το μέτρο της εκτόπισης στους Ελληνες υπηκόους της στη Μικρά Ασία. Τρία χρόνια αργότερα, ο Γερμανός ναύαρχος Ούζεντομ, που ναυλοχούσε στα Δαρδανέλια στη διάρκεια του βομβαρδισμού τους -από τον αγγλικό στόλο- μου είπε ότι οι Γερμανοί ήταν εκείνοι «που είχαν προτείνει πιεστικά να απομακρυνθούν οι Ελληνες από τα παράλια»»13.

Η στάση του γερμανικού ιμπεριαλισμού έναντι των ελληνικών πληθυσμών της Τουρκίας είχε να κάνει τέλος και με τις προετοιμασίες του πρώτου αναφορικά με τον επερχόμενο πόλεμο: «ο πληθυσμός αυτός», τόνισε ο στρατηγός Liman von Sanders, «εις ενδεχόμενην εκστρατείαν της Ελλάδος δύναται εντός βραχυτάτου χρόνου να οπλισθή και να χρησιμοποιηθή ως στράτευμα μάχης. Συνεπώς επιβάλλεται η συμπλήρωσις του έργου του διωγμού»14.

Πώς όμως αντιμετώπισε και διαχειρίστηκε την κατάσταση που διαμορφωνόταν η ελληνοποντιακή οικονομική, πολιτική και θρησκευτική ηγεσία;

Οι εθνικιστικές / αυτονομιστικές κινήσεις της ελληνοποντιακής οικονομικής, πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας – οι καταστροφικές συνέπειες για τον ποντιακό λαό

α. Η Επανάσταση του 1917, αυτονομιστικές κινήσεις και το ζήτημα του Πόντου

Πολλοί ερευνητές συνδέουν σε μεγάλο βαθμό τον «αγώνα για την ίδρυση ανεξάρτητου ποντιακού κράτους» με τα γεγονότα στη Ρωσία το 1917 και τις σχετικές κινήσεις των εκεί Ελλήνων15. Ειδικότερα, ο Ανδρέας Ζαπάντης αναφέρει: «Το καλοκαίρι του 1917, συνεπεία των αυτονομιστικών κινημάτων τα οποία προκάλεσε η αλλαγή καθεστώτος στη Ρωσία, οι ελληνικές κοινότητες της νοτίου Ρωσίας συγκρότησαν το Πρώτο Πανελλήνιο Κογκρέσο στο Ταγκανρόντ και συνεζήτησαν σχέδια για τοπική αυτονομία. Ταυτόχρονα οι Ελληνες της Υπερκαυκασίας συγκρότησαν Κογκρέσο στην Τιφλίδα προς τον σκοπό να επιτύχουν την ανεξαρτησία της περιοχής του Πόντου. Ενα δεύτερο Πανελλήνιο Κογκρέσο συνήλθε τον Οκτώβριο του 1919 στο Αικατερινοντάρ. Και τον Δεκέμβριο του 1919, οι Ελληνες της Υπερκαυκασίας, οι περισσότεροι από τους οποίους ήσαν από την περιοχή του Πόντου, εσχημάτισαν μιαν Εθνική Συνέλευση η οποία άρχισε διαπραγματεύσεις με τη Δημοκρατία της Γεωργίας για την ανεξαρτησία του Πόντου»16.

Τα θέματα που απασχόλησαν τους αντιπροσώπους των διαφόρων Ελληνικών Κοινοτήτων (ως επί το πλείστον μέλη της αστικής τάξης και των ανωτέρων βαθμίδων του κλήρου) συμπεριελάμβαναν μεταξύ άλλων: δημιουργία κεντρικού οργάνου εκπροσώπησης, αυτονομία της Ελληνικής Εκκλησίας, εθνικοποίηση των Ελληνικών σχολείων, ίδρυση Ελληνικής Τράπεζας, προξενείων, κλπ.17

Εχοντας υπόψη τα παραπάνω, δεν αποτελεί ενδεχομένως έκπληξη ο χαρακτηρισμός «κράτος μέσα στο κράτος» που απέδωσε μέλος ποντιακής αποστολής στη Θεοδοσία της Κριμαίας στην εκεί Ποντιακή Επιτροπή18.

Στο θέμα της αυτονόμησης κατεγράφησαν διάφορες γνώμες και «τάσεις», αφού άλλοι υποστήριζαν την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους, είτε Ποντοτουρκικού είτε Ποντοαρμένικου, άλλοι έκλιναν προς μία μορφή ομοσπονδίας, άλλοι προς μία διευρυμένη αυτονομία κλπ. Σημαντικό ρόλο στις διαφωνίες έπαιζαν τα «εμπορικά συμφέροντα» διαφορετικών κύκλων της άρχουσας τάξης των Ποντίων, οι οποίοι και αναλόγως υποστήριζαν το ένα ή το άλλο σενάριο19. Οι ενδογενείς αντιθέσεις και χειρισμοί των τότε ποντιακών οργανώσεων θεωρήθηκαν εν συνεχεία από πολλούς ως ο καθοριστικός παράγοντας για την κατάληξη του ποντιακού ζητήματος. Ο Ιωνας Δραγούμης, παραδείγματος χάριν, σε σχετικό του άρθρο με τίτλο «Το ζήτημα του Πόντου», κάνοντας μια ανασκόπηση / εκτίμηση της εξέλιξης του ποντιακού ζητήματος «καταλογίζει ευθύνες για την αποτυχία της ποντιακής υποθέσεως ιδιαιτέρως στις τότε ποντιακές οργανώσεις»20.

Ο Κωνσταντίνος Κυνηγόπουλος που συμμετείχε στη συνέλευση των αντιπροσώπων των ελληνικών κοινοτήτων του Καρς (τέλη Δεκεμβρίου 1917 – αρχές Ιανουαρίου 1918) αναφέρει πως, παρότι διατυπώθηκαν διάφορες γνώμες για το τι μέλλει γενέσθαι, η συνέλευση διαλύθηκε χωρίς να βγει κάποιο αποτέλεσμα, εξαιτίας της «ιδιοτέλειας» των αντιμαχόμενων πλευρών, οι οποίες ανταγωνίζονταν η μία την άλλη για τα «πρωτεία μεταξύ των Ελλήνων»21.

Ομοίως, ένας Πόντιος πρόσφυγας τόνισε στη μαρτυρία του πως ο «Ελεύθερος Πόντος», «δεν μπόρεσε να σταθεί, γιατί εμείς οι Ελληνες πάντα μαλώνουμε αναμεταξύ μας». Ειδικότερα, αναφέρθηκε στις εσωτερικές φαγωμάρες μεταξύ Βενιζελικών και Λαϊκών, με τους πρώτους να υποστηρίζουν -σύμφωνα με τη γραμμή Βενιζέλου- ότι ο Πόντος από μόνος του δεν μπορούσε να σταθεί, παρά μόνο μέσω ομοσπονδίας (με τους Αρμένιους)22. Πράγματι, στις 30 Δεκεμβρίου 1918, ο Βενιζέλος προχώρησε στην κατάθεση υπομνήματος προωθώντας την παραχώρηση του Πόντου στο υπό ίδρυση κράτος της Αρμενίας. Η πρότασή αυτή απορρίφθηκε κατηγορηματικά από την ποντιακή ηγεσία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι προτάσεις Σταυριδάκη (πολιτικού εκπροσώπου της Ελληνικής Κυβέρνησης στον Πόντο και τον Καύκασο), ο οποίος προωθούσε το σενάριο στρατιωτικής επέμβασης της Ελλάδας στον Καύκασο με σκοπό τη δημιουργία ελληνικού κράτους που θα περιελάμβανε ολόκληρη την περιοχή της Υπερκαυκασίας. Το εγχείρημα αυτό θα βασιζόταν στο γεγονός, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, ότι «δεν υπήρχε κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή και η Ρωσία ήταν εξασθενημένη από τον εμφύλιο πόλεμο», ενώ σημαντικό ρόλο στην υλοποίησή του θα έπαιζε και εξοπλισμένο τμήμα των Ελλήνων της Ρωσίας23.

Οι επιδιώξεις αυτές ήταν καθαρά ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα και λίγο είχαν να κάνουν με το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, αφού, ακόμα και αν δεχτούμε τον αριθμό των Ελλήνων που εμφανίζεται από το συντάκτη της παραπάνω πρότασης να κατοικεί στην περιοχή ως δεδομένο (600.000), αυτός αντικειμενικά δεν αποτελούσε παρά μόνο μια μικρή μειοψηφία επί του συνόλου του εντόπιου πληθυσμού (περίπου 6 εκατομμύρια σύμφωνα με την απογραφή του 1926). Οι όποιες πιθανότητες εφαρμογής ενός τέτοιου σεναρίου εξανεμίστηκαν γρήγορα από την ταχεία επικράτηση των επαναστατικών δυνάμεων στην περιοχή.

Το ζήτημα της ανεξαρτησίας του Πόντου συνδέθηκε, λοιπόν, άμεσα τόσο με τις εξελίξεις στη Ρωσία το 1917 και έπειτα όσο και με τις επιδιώξεις του ελληνικού κεφαλαίου στην ευρύτερη περιοχή του Ευξείνου Πόντου και του Καυκάσου. Ο Ιωάννης Καλτσίδης (τότε Διοικητής της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου) προσφέρει στην αυτοβιογραφία του μια άκρως αποκαλυπτική καταγραφή της ροής των γεγονότων μετά και την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από τον Πόντο, αναφέροντας μεταξύ άλλων πως «στην Τραπεζούντα, με την προοπτική της υποχώρησης του ρωσικού στρατού, έγιναν κάτι σπασμωδικές κινήσεις των προυχόντων και της πνευματικής ηγεσίας: Συμβούλια, συσκέψεις, συνεννοήσεις κλπ. με πρόεδρο τον Μητροπολίτη Χρύσανθο24 και με σκοπό την αναχαίτιση της προέλασης του τουρκικού στρατού, μέχρι που να οργανωθεί στον Καύκασο από Αρμενίους, Γεωργιανούς και Ελληνες αξιόμαχος στρατός…»

«…Με την υποχώρηση των Ρώσων ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου βρέθηκε σε άσχημη θέση. Ως την τελευταία στιγμή κανείς δεν πίστευε ότι ο ρωσικός στρατός μπορούσε να υποχωρήσει. Οταν όμως τον είδαν να εγκαταλείπει τα πάντα και να φεύγει, άρχισαν να σκέφτονται και τη δική τους υποχώρηση. Δυστυχώς δεν είχαν τα μέσα και έφευγαν όσοι ήταν οικονομικά ισχυροί…».

«…Τότε η ηγεσία της Τραπεζούντας κινήθηκε και παρήγγειλε σ’ όλες τις περιφέρειες, που βρίσκονταν κατά μήκος των συνόρων, να οργανωθούν, να οπλιστούν και να κρατήσουν το μέτωπο. Επειδή όμως οι Ελληνες αυτής της περιοχής δεν ήταν δυνατόν ν’ αποτελέσουν μια αξιόλογη στρατιωτική δύναμη που να κρατήσει το μέτωπο, άρχισαν να διαδίδουν παντού ότι στο Καρς, την Τιφλίδα, κλπ. οργανώθηκε μια ελληνική Μεραρχία, που θα έτρεχε να βοηθήσει τους Πόντιους, ότι σύντομα θα πρόφταιναν και τα Αρμένικα, Γεωργιανά και Κοζάκικα στρατεύματα κλπ. Με τις διαδόσεις αυτές ο ελληνικός πληθυσμός πίστεψε ότι θα μπορούσε να κρατήσει το μέτωπο και άρχισε να οργανώνεται… Τότε ακριβώς ρίχτηκεν η ιδέα του Ελεύθερου Πόντου…».

«…Αλλά και τα βιαστικά αυτά μέτρα των Ποντίων, η πρόχειρη οργάνωση και ο εξοπλισμός μερικών τμημάτων, δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν σοβαρή αντίσταση. Οι υποσχέσεις για στρατιωτική βοήθεια απ’ τον Καύκασο, κλπ. έμειναν απραγματοποίητες… Οι Ελληνες αρχηγοί της πρωτεύουσας του Πόντου αναγκάστηκαν να φύγουν και ο λαός έμεινε με τα όπλα στα χέρια, εκτεθειμένος στην τουρκική προέλαση, δίχως οδηγίες, δίχως αρχηγούς και πρόγραμμα ενεργειών…».

Ο συγγραφέας δεν παρέλειψε ακόμα να καταγγείλει και τη στάση των συμπατριωτών του στη Ρωσία, καθώς και τις επιπτώσεις που αυτή είχε στις τύχες του ποντιακού ελληνισμού στην Τουρκία. Σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε με την Ελληνική Αποστολή (Σταυριδάκης) και αντιπροσώπους ελληνικών χωριών τόνισε αγανακτισμένος: «Εσείς από την ελεύθερη Γεωργία φωνάζετε για τον Ελεύθερο Πόντο, αλλά κανείς από σας δεν βρίσκεται εκεί πέρα να οργανώσει επανάσταση ή να ενεργήσει επικεφαλής του έθνους… Ο Πόντος όμως δεν ελευθερώνεται, αν δεν χύσουμε αίμα. Εμπρός λοιπόν κύριοι. Πηγαίνετε στον Πόντο, τεθείτε επικεφαλής του Εθνους και αγωνιστείτε για την ελευθερία του. Εγώ σας δίνω τον λόγο μου ότι με τον εδώ στρατό μας θα σας συνδράμω. Δεν πηγαίνετε όμως. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα που φέρνετε με τις φωνές σας από δω; Θα ξυπνήσετε το μίσος των Τούρκων και μια μέρα ο λαός του Πόντου, που είναι ανίδεος και δεν ξέρει τα μεγαλεπήβολα σχέδιά σας, θα πληρώσει τα αποτελέσματα των ενεργειών σας»25.

Και δεν ήταν βέβαια αυτή η μόνη περίπτωση όπου αποφάσιζαν άλλοι για τις τύχες των Ποντίων της περιοχής χωρίς να τους ρωτήσουν. Στο Παμποντιακό Συνέδριο που συγκλήθηκε στη Μασσαλία στις 22 Γενάρη του 1918, για παράδειγμα, συμμετείχαν «εκπρόσωποι» (σε εισαγωγικά γιατί στην ουσία δεν εκπροσωπούσαν τον ποντιακό λαό αλλά τα συμφέροντα της τάξης τους) των Ποντίων της Ευρώπης και της Αμερικής, «όχι όμως Πόντιοι που ζούσαν στη Ρωσία και τον Πόντο»! Η Εκτελεστική Επιτροπή που προέκυψε από τις εργασίες του Συνεδρίου έλαβε μάλιστα και μια σειρά «πρωτοβουλιών» στο όνομα του Πόντου, η αποτελεσματικότητα των οποίων αμφισβητείται ακόμα και από την αστική ιστοριογραφία26.

β. Ο προσανατολισμός προς τις ξένες δυνάμεις

Παράλληλα, την ίδια περίοδο πραγματοποιούνταν αλλεπάλληλες ενέργειες από πλευράς της ποντιακής ηγεσίας για ανάθεση της περιοχής υπό βρετανική ή αμερικανική εντολή (και αφού είχε διαφανεί πλέον η απροθυμία του Βενιζέλου να στηρίξει την υπόθεση ενός ανεξάρτητου Πόντου). Σε «τηλεγραφική έκκληση διαμαρτυρίας» που πραγματοποιήθηκε στις 13 Οκτώβρη 1919 εκ μέρους των «θρησκευτικών ηγετών των χριστιανών της Μικράς Ασίας» (συντάχτηκε στο Βατούμ) και απευθυνόταν στον πρωθυπουργό της Γαλλίας Κλεμανσό, αναγραφόταν πως «απαιτείται άμεσος κατοχή των κυριοτέρων σημείων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό των Συμμαχικών Δυνάμεων»27.

Ο προσανατολισμός αυτός προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, ώστε να εξασφαλιστεί έστω και η υπόσχεση υποστήριξης στο εγχείρημα δημιουργίας ενός ανεξάρτητου Πόντου, δεν προσέφερε καμιά απολύτως εγγύηση για τον ποντιακό λαό -ασχέτως αν εν τέλει δεν τελεσφόρησε έτσι και αλλιώς. Η αφερεγγυότητα των «υποσχέσεων» αυτών από τη μεριά των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων είχε αποδειχτεί πολλές φορές στο παρελθόν, ενώ παρόμοια εγκλήματα κατά των λαών διαδραματίζονταν την ίδια χρονική περίοδο και σε άλλα μέρη του κόσμου, όχι και πολύ μακριά: στις Αραβικές χώρες (Οι «Σύμμαχοι» είχαν υποσχεθεί τότε την ανεξαρτησία στους Αραβες στην περίπτωση που παρείχαν υποστήριξη στον αγώνα κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά τη λήξη του πολέμου αθέτησαν τις όποιες εγγυήσεις ή «δεσμεύσεις» είχαν κάνει κατά το παρελθόν, καθυπόταξαν με τα όπλα τους πρώην «συμμάχους» τους Αραβες και μετέτρεψαν την περιοχή σε αποικίες. Τις συνέπειες αυτής της πολιτικής οι λαοί της περιοχής τις υπομένουν μέχρι και σήμερα…).

Αλλο ένα παράδειγμα της «αυτοδιάθεσης» που προωθούσε ο ιμπεριαλισμός για τους λαούς της Μαύρης Θάλασσας καταγράφηκε στην ίδια την ευρύτερη περιοχή του Πόντου, στο Καρς. Το Φλεβάρη του 1919 αποβιβάστηκε στο Καρς αγγλική στρατιωτική δύναμη «3.000 Ινδών με θωρακισμένα αυτοκίνητα και πλήρη οπλισμό. Ο Αγγλος (διοικητής) τότε κατάρτισε το σχέδιο για τη διάλυση της Μιλί σουρά». Μιλί σουρά ονομαζόταν η Λαϊκή Κυβέρνηση, αποτελούμενη από μουσουλμάνους, Ελληνες και Ρώσους, η οποία συστήθηκε για να καλύψει το κενό εξουσίας που προέκυψε μετά την ανατροπή του τσαρικού καθεστώτος. Ο Αγγλος στρατιωτικός διοικητής έπεισε τη Λαϊκή Κυβέρνηση να προχωρήσει στη σύγκληση μιας ευρείας εθνοσυνέλευσης. Στη συνέχεια περικύκλωσε και εισέβαλε στο κτίριο όπου στεγάστηκε η εθνοσυνέλευση συλλαμβάνοντας όλους τους παρευρισκομένους λαϊκούς αντιπροσώπους28. Αυτόν τον τύπο «δημοκρατίας» επιφύλασσε ο διεθνής ιμπεριαλισμός για τα έθνη της περιοχής. Αυτή την «προστασία» του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης επιζητούσε (εν γνώσει της;) η ηγεσία του Πόντου.

Τέλος, μετά το ναυάγιο των προσπαθειών στις οποίες αναφερθήκαμε πιο πάνω – οι σχεδιασμοί των Μεγάλων Δυνάμεων για την περιοχή είχαν πλέον αλλάξει – ο μητροπολίτης Χρύσανθος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την ίδρυση Ποντοτουρκικού Κράτους: «Αλλά λίγο αργότερα, μόλις ψιθυρίστηκε ότι ήταν ενδεχόμενο να ανατεθεί στους Ελληνες η εκκαθάριση της Ανατολικής Θράκης και σε αντάλλαγμα να επιδικαστεί αυτή στην Ελλάδα… ο Ελληνας πρωθυπουργός διέταξε να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις με τη δικαιολογία ότι οι προθέσεις των Τούρκων δεν ήταν ειλικρινείς»29.

Ο προσανατολισμός της ποντιακής ηγεσίας προς μία διευθέτηση του ποντιακού ζητήματος με ξενική παρέμβαση προκάλεσε αντιδράσεις που αξίζει να αναφερθούν. Ετσι, όταν το Δεκέμβρη του 1919 πραγματοποιήθηκε στην Τιφλίδα συνάντηση (στην οποία μετείχαν ο Σταυριδάκης, ο μητροπολίτης Χρύσανθος και άλλοι ιθύνοντες) με θέμα την ανεύρεση ξένων εγγυητών της ανεξαρτησίας ή απελευθερωτών του Πόντου, ένας από τους παρευρισκόμενους τόνισε: «Χωρίς επανάσταση και χωρίς να χυθεί αίμα, ελευθερία δεν εξασφαλίζεται. Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο μητροπολίτης σηκώθηκε και είπε: Εσύ μιλάς σαν μπολσεβίκος!». Και ο ίδιος απάντησε: «Εγώ είμαι πατριώτης… Εσείς με τη στάση σας επισωρεύσατε πλείστα δεινά στους Πόντιους, καταστρέφετε τον Ελληνισμό του Πόντου, κι αν κάποτε τον ελευθερώσετε, δεν θα βρεθούν Πόντιοι να τον κατοικήσουν». Τα λόγια του απέβησαν -δυστυχώς για τον ποντιακό λαό- προφητικά30.

Η τάση της ποντιακής ηγεσίας να αποζητά στηρίγματα για τη λύση του ποντιακού ζητήματος περισσότερο σε εξωτερικούς παράγοντες και λιγότερο στις εγχώριες δυνάμεις (δηλαδή στο λαό) έχει ενδεχομένως να κάνει και με το εξής. Μετά τη συνθηκολόγηση της Τουρκίας στο Μούδρο το 1918 άρχισαν να επιστρέφουν στον Πόντο οι πρόσφυγες που είχαν καταφύγει προσωρινά στη Ρωσία. Ομως, οι επαναστατικές διαδικασίες που εκτυλίσσονταν εκεί δεν τους είχαν αφήσει ανεπηρέαστους, γεγονός που σημειώθηκε και από το στρατιωτικό εκπρόσωπο του Βενιζέλου στον Πόντο και την Υπερκαυκασία: «Διαποτισμένοι οι πρόσφυγες με τα κηρύγματα της λαϊκής και κοσμικής εξουσίας, δεν αποδέχονταν το ιδιόμορφο καθεστώς της διοίκησης των ελληνικών κοινοτήτων της περιοχής από τα παραδοσιακά κληρικο-λαϊκά συμβούλια που είχαν καθιερωθεί στα μέσα του 19ου αιώνα και στα οποία ηγεμόνευαν οι κατά τόπους μητροπολίτες και εύποροι δημογέροντες. Σύντομα οι αντιδράσεις πήραν στην πόλη της Τραπεζούντας οξύ ταξικό χαρακτήρα, με ποικίλες εκδηλώσεις και επαναστατικά συνθήματα εναντίον των «κρατούντων». Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις οι αναμετρήσεις ανάμεσα στις αντιτιθέμενες ομάδες εξελίχθησαν σε δυναμικές ή και ένοπλες συγκρούσεις»31.

Περιγράφοντας την ταξική σύνθεση και προσανατολισμό της ηγεσίας (Επιτροπής) της Αμισού, ένας Πόντιος αντάρτης ανέφερε στην αυτοβιογραφία του: «Εκτός από το εμπόριο και το στενό κύκλο του σπιτιού τους δεν ενδιαφέρονταν για τίποτε άλλο… δεν μπόρεσαν τα λεπτά να τα ρίξουν στον αγώνα, που μόνο στα σχέδια και στα λόγια στάθηκε, γιατί αυτή η μεγάλη ιδέα είχε σβήσει, να τα χρησιμοποιήσουν για να σώσουν τόσους ανθρώπους, τόσες υπάρξεις, που βρήκαν φρικτό θάνατο! Αντίθετα, αυτοί λογάριαζαν να φτιάξουν εκκλησίες και γυμναστήρια». Ενας από αυτούς «είχε δύο τράπεζες και διακόσια πενήντα ως τριακόσια σπίτια. Και τα άλλα μέλη της Επιτροπής ακολουθούσαν στα πλούτη»32.

γ. Οι επιλογές της ελληνικής και ποντιακής ηγεσίας μπρος στη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά τη νίκη των δυνάμεων της Αντάντ

Ας γυρίσουμε όμως προς στιγμή στο γενικότερο πλαίσιο των εξελίξεων, αφού η ροή των γεγονότων έθετε νέες παραμέτρους στο υπό διαμόρφωση σκηνικό.

Στις 10 Φλεβάρη 1918 ο τουρκικός στρατός εισήλθε στην Τραπεζούντα και ο μητροπολίτης Χρύσανθος έδωσε εντολή για τον αφοπλισμό των ελληνικών χωριών, έχοντας λάβει διαβεβαιώσεις από τη νέα στρατιωτική αρχή για την προστασία τους.

Λίγους μήνες αργότερα, στις 30 Οκτώβρη 1918, υπογράφηκε μεταξύ αντιπροσωπείας της Αντάντ και του σουλτάνου η λεγόμενη Ανακωχή του Μούδρου, η οποία επέβαλε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αποικιακούς όρους εξάρτησης από τις νικητήριες Δυνάμεις (η Αντάντ, για παράδειγμα, διατηρούσε το δικαίωμα να επεμβαίνει στρατιωτικά για οποιοδήποτε λόγο, όπου και όποτε επιθυμούσε κ.ά.). Ο ιμπεριαλιστικός διαμελισμός της επικυρώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920.

Σχεδόν αναπόφευκτα, η κατάσταση που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά έθεσε σε κίνηση νέες εξελίξεις: «Στην Τουρκία αναπτύχθηκε ένα πλατύ εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Στην αρχή το κίνημα αυτό ήταν αυθόρμητο. Βασική του κινητήρια δύναμη ήταν οι εργαζόμενες μάζες που από τα δεινά του παγκοσμίου πολέμου, από το διαφέντεμα των Γερμανών ιμπεριαλιστών και το αντιδραστικό σουλτανο-νεοτουρκικό καθεστώς είχαν φτάσει στο τελευταίο σκαλοπάτι της εξαθλίωσης και της απόγνωσης. Στη διάρκεια του πολέμου οι Τούρκοι στρατιώτες μη θέλοντας να πολεμάνε για ξένα συμφέροντα γύριζαν ένοπλοι στα χωριά τους και στις πόλεις και σχημάτιζαν παρτιζάνικα σώματα. Οταν η Τουρκία βρέθηκε κάτω από ξενική κατοχή και κινδύνευε να χάσει πέρα για πέρα την ανεξαρτησία της σαν κράτος, τα παρτιζάνικα αυτά σώματα ήταν τα πρώτα που ξεσηκώθηκαν για να την υπερασπιστούν»33.

Οι δυνάμεις που τέθηκαν επικεφαλής του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα καθόρισαν εν πολλοίς τη μορφή, το χαρακτήρα και την πορεία που ακολούθησε: «Η εργατική τάξη της Τουρκίας έπαιρνε μέρος στο λαϊκό αγώνα, αλλά ήταν πολύ ολιγάριθμη και αδύνατη για να τον καθοδηγήσει. Σε ολόκληρη την Τουρκία δεν υπήρχαν τότε περισσότεροι από 60-70 χιλ. εργάτες. Ούτε συνδικαλιστικές οργανώσεις υπήρχαν ούτε πολιτικό κόμμα του προλεταριάτου… Αυτός ήταν ο λόγος που η ηγεσία του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος βρέθηκε στα χέρια της εθνικής αστικής τάξης της Ανατολίας (προπάντων της εμπορικής)»34.

Στις 16 Μάρτη του 1920, οι στρατιωτικές δυνάμεις της Αντάντ -κυρίως Βρετανικές- κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, το κοινοβούλιο διαλύθηκε και όλες οι εξουσίες πέρασαν ουσιαστικά σε διοικητικά όργανα που επιβλήθηκαν από τις κατοχικές αρχές. Τον επόμενο μήνα (στις 23 Απρίλη 1920), συγκλήθηκε στην Αγκυρα η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας, η οποία σχημάτισε κυβέρνηση με επικεφαλής τον Κεμάλ Ατατούρκ. Αρχικά, ο βρετανικός ιμπεριαλισμός ανέθεσε το έργο της αντιμετώπισης του κινήματος της Ανατολίας στο σουλτάνο. Ομως, όλες οι υπονομευτικές ενέργειες, καθώς και ο στρατός που εστάλη με σκοπό τη συντριβή του απέτυχαν παταγωδώς. Τότε, την επέμβαση ανέλαβε να πραγματοποιήσει η Ελλάδα.

Ποια η θέση του Πόντου μέσα σε αυτές τις συνθήκες; Σε ποιο βαθμό αποτελούσε η επιδιωκόμενη λύση της ανεξαρτησίας μια εφικτή λύση; Ας ξεκινήσουμε από το δεύτερο ερώτημα, ώστε να μπορέσουμε στη συνέχεια να κατανοήσουμε καλύτερα και το πρώτο.

Εχει σημασία να υπογραμμίσουμε το γεγονός πως αρχικά το ενδεχόμενο ενός «Ανεξάρτητου Πόντου» αντιμετωπιζόταν, ακόμα και από την ίδια την ποντιακή ηγεσία, ως μη έχων ρεαλιστική βάση για την πραγματοποίησή του. Το ζήτημα ήταν απλό: οι Ελληνες Πόντιοι μειοψηφούσαν αριθμητικά ως εθνότητα στην περιοχή του Πόντου. Οι εκτιμήσεις γύρω από την πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής παρουσιάζουν βέβαια σημαντικές αποκλίσεις αναλόγως την πηγή. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Α. Νεόφυτου, οι ελληνικοί πληθυσμοί στο Ν. Τραπεζούντας άγγιζαν στις αρχές του Πολέμου (1914) τις 485.000, έναντι 850 ή 900.000 μουσουλμάνων και 30.000 Αρμενίων. Ο Πανάρετος, «στηριζόμενος κυρίως σε εκκλησιαστικές πηγές και προξενικά έγγραφο», κάνει λόγο για 1.096.000 μωαμεθανούς και 696.495 Ελληνες ορθόδοξους στο σύνολο του Πόντου. Με βάση την καταγωγή και όχι το θρήσκευμα, η ίδια μελέτη υπολόγιζε τους Ελληνες σε 929.895 και τους Τούρκους σε 772.600: η διαφορά έγκειται στους Ελληνες μωαμεθανούς35.

Την τελευταία εκτίμηση όμως δεν αποδέχεται κανένας εκ των πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων που κλήθηκαν να γνωματεύσουν επί της καταστάσεως. Η Εκθεση Καθενιώτη (συνταγματάρχη Πυροβολικού, ειδικού απεσταλμένου του Βενιζέλου στον Πόντο με σκοπό τη σύσταση τακτικών στρατιωτικών μονάδων – Απρίλης 1919) είναι ξεκάθαρη: «Ο υπερδιπλάσιος τουρκικός πληθυσμός προκαλεί δικαιολογημένα επιφυλάξεις των Ποντίων για την επιτόπια στρατιωτική οργάνωση. Φοβούνται ότι με την κήρυξη της ανεξαρτησίας του Πόντου θα υπάρξουν αντίποινα των Τούρκων εναντίον του άοπλου ελληνικού πληθυσμού»36.

Ο ίδιος ο μητροπολίτης Χρύσανθος, σε συνεδρίαση του Συνδέσμου Ποντίων του Βατούμ (7/20 Μάρτη 1919), υπογράμμισε αναφορικά με την ακολουθούσα τακτική στο ζήτημα της ανεξαρτησίας του Πόντου: «Αντιμετωπίζεται επιπροσθέτως και η ένοπλος κατάληψις της Αρχής και η δημιουργία τετελεσμένου γεγονότος. Πλην όμως αυτή αποκρούεται, διότι οι Πόντιοι Ελληνες αποτελούν μειοψηφίαν εν Πόντω και βεβαία είναι η εξολόθρευσίς των εν αποτυχία»37.

Ωστόσο, ένοπλα σώματα δημιουργήθηκαν και ανέπτυξαν δράση. Κατά τη συνεδρίαση του Συνδέσμου στις 11/24 Ιούλη 1919, ο Β. Ιωαννίδης (πρόεδρος) σημείωσε μεταξύ άλλων: «Εμφανίζονται κατά διαλείμματα εις την περιοχήν Τραπεζούντος αντάρτικα σώματα, προερχόμενα εκ Καυκάσου. Τούτο αποδίδεται εις το Συνέδριον» (Βατούμ). «Οταν τα Σώματα αυτά τηρούν στάσιν παθητικήν, αναμονής, αποβαίνουν ευεργετικά. Προέβησαν όμως τελευταία εις βιαιοπραγίας και επροκάλεσαν αντίποινα των Τούρκων εις την περιοχήν της Κερασούντος. Τα πνεύματα εις τον Πόντον είναι εξημμένα ήδη, υπάρχει αναβρασμός»38.

Στις αρχές Φλεβάρη του 1920 έφτασε στην Αμισό του Πόντου ο ποντιακής καταγωγής έφεδρος υπολοχαγός μηχανικού Χρυσόστομος Καραΐσκος προκειμένου να διερευνήσει τις δυνατότητες και προοπτικές του αντάρτικου αγώνα στην περιοχή. Στην πρώτη του έκθεση έγραφε: «Οι εδώ τουλάχιστον από όσα έχουν τραβήξει είναι πρόθυμοι οιανδήποτε θυσίαν να υποστούν, αρκεί μόνον κάποιος να τους πονεί. Αλλά εκείνος θα τους πονεί, όστις θα τους προμηθεύση όπλα, διότι έχουν ήδη μάθει ότι τότε μόνον ο Τούρκος θα τους σεβασθή την ζωήν, όταν έχουν το όπλο στα χέρια. Απόδειξις δε ότι όπου υπάρχει έστω και εις αντάρτης Ελλην, ο Τούρκος τρέμει. Και απόδειξις ότι εις την περιοχήν Τραπεζούντος, Κερασούντος, Ορδού κλπ. οι Ελληνες τρομοκρατούνται ως άοπλοι, ενώ εδώ οι Ελληνες τρομοκρατούν»39.

Αφότου η επιτόπια στρατιωτική οργάνωση των Ποντίων (τακτικός στρατός) εκτιμήθηκε ως προκαλούσα ενδεχομένως αντίποινα από πλευράς του πλειοψηφούντος τουρκικού πληθυσμού «δόθηκε εντολή να οργανωθούν στην Ελλάδα δύο τάγματα και μια πυροβολαρχία από Πόντιους. Ομως οι διαδοχικές αρνήσεις ΗΠΑ και Αγγλίας, και ιδιαίτερα η απαγορευτική εντολή της Αγγλίας για απόβαση στο μικρασιατικό Πόντο και για οργάνωση ποντιακού στρατού στο Βατούμ, ματαίωσαν και την ενδεχόμενη επιχείρηση με στρατιωτική ποντιακή δύναμη»40.

Υπάρχει όμως και μια πρόσθετη σημαντική παράμετρος στην υπόθεση που αφορά την ένταξη των ποντιακών πληθυσμών στους σχεδιασμούς της ντόπιας και ελληνικής αστικής τάξης. Αυτό πιστοποιήθηκε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την περίοδο όπου μια μεγάλη μερίδα Ποντίων της Ρωσίας, «ανερχόμενη εις υπέρ 100.000» και «ευρισκόμενη μεταξύ αλληλοσυγκρουόμενων φυλών» ζητούσε άμεση παλιννόστηση στην Ελλάδα41. Η διαδικασία της παλιννόστησης που είχε ξεκινήσει με αργούς ρυθμούς σταμάτησε σύντομα, έπειτα από σύσταση του Βρετανού αρμοστή και συγκατάθεση των ελληνικών αρχών. Οι προθέσεις της ελληνικής κυβέρνησης ήταν άλλες. Σε έκθεση του Α. Α. Πάλλη «Exchange and Settlement of Minorities of Populations in the Balkans 1912-1920» (Κωνσταντινούπολη, 1920) αναφέρεται σχετικά με τον ελληνικό πληθυσμό του Πόντου πως «πολιτικοί και στρατιωτικοί λόγοι απαιτούν να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους κρατήσουμε εκεί… Η ύπαρξη ενός ελληνικού Πόντου με κάποια αυτονομία και με κοινό σύνορο με μια ανεξάρτητη Αρμενία είναι απαραίτητη προκειμένου να ανακουφιστεί η πίεση του τουρκικού μπλοκ στην κεντρική Μικρά Ασία ενάντια στην ελληνική ζώνη της Σμύρνης»42.

Καθ’ όλη την ταραγμένη αυτή περίοδο, οι κυρίαρχες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις σε Πόντο και Ελλάδα πάσχιζαν να μην αποσταλούν οι προσφυγικοί πληθυσμοί του Πόντου στην Ελλάδα γιατί ήθελαν να συνεχίσουν να τους χρησιμοποιούν ως διαπραγματευτικό χαρτί στις επιδιώξεις τους τόσο στον Πόντο όσο και στη Ρωσία. Δε δίστασαν μάλιστα να ζητήσουν την επιστροφή τους στην περιοχή του Πόντου, την οποία είχαν μόλις εγκαταλείψει για να γλιτώσουν από τις σφαγές, ώστε να ενισχυθούν τα εκεί εθνικά συμφέροντα που διακυβεύονταν: «Η Επιτροπή Περιθάλψεως ήταν αποδέκτης υπομνημάτων των Ελλήνων του Καυκάσου και της Ρωσίας, με τα οποία ζητούσαν την παλιννόστησή τους (σημ.: των προσφύγων που είχαν συγκεντρωθεί στα παράλια της Νότιας Ρωσίας) στο Μικρασιατικό Πόντο. Στα υπομνήματα αναπτυσσόταν η άποψη ότι με την επανεγκατάστασή τους εκεί «δύναται να στερεωθεί η εθνική ανεξαρτησία του Πόντου». Διαφωνούσαν με τη μετανάστευση στην Ελλάδα γιατί έτσι εξασθενούσε το εθνικό ζήτημα του Πόντου και δημιουργούσε ασυγκράτητο ρεύμα μετοικεσίας στην Ελλάδα, όλων των Ποντίων που βρίσκονταν στη Ρωσία»43.

Παρά τις επανειλημμένες διαπιστώσεις σε αναφορές του υπουργείου Εξωτερικών γύρω από την κρισιμότητα της κατάστασης στην περιοχή, η ελληνική πλευρά προτίμησε να κρατήσει εκεί τους δοκιμαζόμενους πληθυσμούς, ώστε να αποτελέσουν ένα μέσο διαπραγμάτευσης ή ένα είδος αντιπερισπασμού στις επιδιώξεις της στη Μικρά Ασία.

Ταυτόχρονα η πολιτική ηγεσία και η αστική τάξη των Ποντίων φαινόταν διασπασμένη, αφού διαφορετικά συμφέροντα τους ωθούσαν προς διαφορετικούς σχεδιασμούς αναφορικά με το μέλλον της περιοχής.

Οταν πλέον η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να επέμβει στρατιωτικά, δεν το έπραξε στις περιοχές όπου ζούσε η μάζα των Ελλήνων και που χρειάζονταν προστασία εξαιτίας των εθνικιστικών συγκρούσεων, αλλά στην Οδησσό, έδρα του ελληνικού κεφαλαίου στην περιοχή και τελευταίο καταφύγιο της τσαρικής αριστοκρατίας (διαθέτοντας μάλιστα τη σημαντικότατη για τα ελληνικά δεδομένα στρατιωτική δύναμη 23.351 ανδρών ή δύο ολόκληρων μεραρχιών!). Ετσι, έλαβε μέρος σε μια σύγκρουση ξένη προς τα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας του Ελληνισμού του Πόντου, μια σύγκρουση ταξική, εκθέτοντας παράλληλα και τον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής που ως ένα βαθμό ταυτίστηκε με τις εθνικιστικές επιδιώξεις της «Μητέρας πατρίδας»44.

δ. Η στάση της σοβιετικής εξουσίας

Παρ’ όλα αυτά, το σύνολο σχεδόν της βιβλιογραφίας αποδίδει σημαντικό μέρος της ευθύνης για την καταστροφή του Πόντου στους μπολσεβίκους. Πράγματι, από το 1922 και έπειτα, παρατηρείται μια συστηματική προσπάθεια μετατόπισης των ευθυνών (με σκοπό την τελική αποσιώπησή τους) για την καταστροφή του Πόντου και της Μικράς Ασίας, από τους κατεξοχήν υπευθύνους, στους κομμουνιστές. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη θέση του Κ. Φωτιάδη:

«Οι Μπολσεβίκοι, γνώριζαν πολύ καλά ότι ο κεμαλικός αγώνας δεν είχε την αποδοχή των λαϊκών τάξεων της πολυεθνικής αυτοκρατορίας. Δεν ήταν απελευθερωτικός αγώνας αλλά εθνοκτόνος που κατόρθωσε με την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια των Μπολσεβίκων και τα γενοκτονικά μέτρα που εφάρμοσε να μετατρέψει μια πολυεθνική και πολυθρησκευτική αυτοκρατορία σε μονοθρησκευτική και μονοκρατική, αφανίζοντας Ελληνες και Αρμενίους και καταδυναστεύοντας τις μη τουρκικές μουσουλμανικές εθνότητες με μεθόδους μεσαιωνικής πολιτικής συμπεριφοράς.

Η Σοβιετική Ενωση είναι συμμέτοχη και συνυπεύθυνη στη γενοκτονία του Ελληνισμού του Πόντου»45.

Πολλοί μάλιστα ξεκινούν την απαρίθμηση των «ευθυνών» των μπολσεβίκων από την ίδια την επανάσταση αυτή καθαυτή, αφού αποτέλεσε την αιτία αποχώρησης των ρωσικών στρατευμάτων από την περιοχή του Πόντου. Από εκεί θα ξεκινήσουμε και εμείς.

Ενας Πόντιος πρόσφυγας, ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των όσων διαδραματίστηκαν στις γραμμές του ρωσικού στρατού στον Πόντο παραμονές της Οκτωβριανής Επανάστασης, αναφέρει σχετικά πως οι γυναίκες (οι οποίες μαστιζόμενες από το λοιμό διαμαρτύρονταν, έκαναν επιδρομές στα πρατήρια ψωμιού και έρχονταν αντιμέτωπες με την αστυνομία που έσπευδε να «προστατέψει» τους ιδιοκτήτες τους) έγραφαν «στους άνδρες τους στο μέτωπο ότι «εσείς πολεμάτε άσκοπα ενώ στα μετόπισθεν μας δέρνουν για τα δίκαιά μας, μας ατιμάζουν και μας φυλακίζουν»… Τότε στασίασαν οι στρατιώτες εναντίον των αξιωματικών… οι περισσότεροι εξ αυτών ετάχθησαν με τα δίκαια των αιτημάτων των στρατιωτών. Συσπειρωμένα ο στρατός και αξιωματικοί επαναστάτησαν εναντίον του Τσάρου…»46.

Ο στρατευμένος ρωσικός λαός, λοιπόν, επαναστάτησε υπερασπιζόμενος τα δίκαιά του, έπαψε να πολεμάει σε ξένους πολέμους και επέστρεψε να υπερασπιστεί τις οικογένειές του σε έναν πόλεμο που ήταν πραγματικά δικός του. Πώς αλλιώς θα έπρεπε να πράξει δηλαδή; Το επιχείρημα αυτό στερείται λογικής, ενώ παράλληλα αναδεικνύει το ιστορικά αποδεδειγμένο γεγονός πως οι λαοί πρέπει να παίρνουν τις τύχες τους στα χέρια τους και όχι να περιμένουν «σωτηρία» από εξωτερικούς παράγοντες ή διαφόρους άλλους «από μηχανής θεούς».

Η στάση των μπολσεβίκων καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε στο συγκεκριμένο κεφάλαιο έναντι των ποντιακών πληθυσμών έχει μνημονευτεί από πολλούς.

Είναι ίσως ενδεικτικό πως όταν οι αδιέξοδες ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες των διεθνών συμμάχων της, οδήγησαν στην καταστροφή του ποντιακού Ελληνισμού, δεν ήταν οι ελληνικές ή «συμμαχικές» δυνάμεις που ανέλαβαν το έργο της διάσωσης των δοκιμαζόμενων πληθυσμών, αλλά οι σοβιετικές. Οπως αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά στις βιογραφικές του καταγραφές ο μητροπολίτης της Τραπεζούντας Χρύσανθος: «Κι όμως τελικά δεν έγινε εκείνο που έγινε αργότερα στη Σμύρνη από τους «μεγάλους μας Συμμάχους» [σημ. εννοεί τη μη εκκένωση των εκεί πληθυσμών παρά την ύπαρξη μεγάλου αριθμού συμμαχικών πλοίων που θα μπορούσαν να είχαν σώσει χιλιάδες]. Οι άθεοι κομμουνιστές εφάνησαν περισσότερον χριστιανοί από τους «χριστιανούς» Αγγλογάλλους. Τον φόρτωσαν [τον ελληνικό πληθυσμός του Πόντου] σε καράβια και μας τον φέραν στην Τραπεζούντα»47.

Στη στάση των σοβιετικών αρχών έναντι των δοκιμαζόμενων Ελλήνων του Πόντου έχουν αναφερθεί και άλλοι συγγραφείς. Ο Σκουλούδης, για παράδειγμα, γράφει πως «εις πολλάς περιστάσεις οι Τούρκοι συνέλαβον ολόκληρους πληθυσμούς, με σκοπόν να τους εκτοπίσουν και οι Μπολσεβίκοι εξηγόραζον από τους Τούρκους τους πληθυσμούς αυτούς. Εκτός αυτού έθετον εις την διάθεσιν των Ελλήνων και πλοία ίνα μεταφέρουν αυτούς από Τραπεζούντος εις τα έναντι ρωσικά παράλια»48.

Στον αντίποδα, η στάση των «Μεγάλων Δυνάμεων», οι οποίες διατηρούσαν στην περιοχή του Πόντου ναυτικές δυνάμεις, είχαν γνώση των γεγονότων μέσα από τις πρεσβείες και τα προξενεία τους, ενώ παράλληλα είχαν επενδύσει σημαντικά κεφάλαια σε επιχειρήσεις, που σημειωτέον συνέχισαν να λειτουργούν «ανεπηρέαστα» από τη ροή των εξελίξεων: «Αυτά όλα διαδραματίζονταν μπροστά στα μάτια των πρεσβευτών των ξένων δυνάμεων και αυτοί αδιαφορούσαν! Ποτέ δεν σκέφθηκαν ότι κάπως έπρεπε να μην ανέχονται αυτήν την αδικαιολόγητη εξόντωση του Ελληνισμού, αυτό το συνεχές άγριο δράμα! Με τα μέσα που διαθέταν μερικοί από μας στις πρεσβείες της Γαλλίας, Αγγλίας, Ιταλίας και Αμερικής εξιστορήσαμε το τι γινόταν στην πολιτεία και τα χωριά… Εκαναν σαν να μην άκουγαν, σαν να μη μας ήξεραν. Αυτό μ’ έβαζε σε συλλογή, πολιτική δεν ξέραμε εμείς…

…Δεν είχαμε τη δύναμη να βγάλουμε τότε συμπέρασμα, σήμερα (όμως) είμαι σε θέση να πω ετούτο για όλη αυτή την καταστροφή, τουλάχιστον για την Αμισό, που έχει εξολοθρευθεί: Οτι η Αγγλία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Αμερική είχαν μεγάλα συμφέροντα μέσα στην Αμισό.

Η Αμερική είχε αποθήκες, εργοστάσια, έπαιρνε όλο τον καπνό μας, είχε παροικία αμερικάνικη, καθημερινώς ξεφόρτωναν καπνά. Τα ίδια και οι Γάλλοι με τα μεγάλα των εργοστάσια, φτιάνανε τσιγάρα, «ρεζιά» τα λέγαμε…»49.

«Μα ο Λένιν έδωσε στον Κεμάλ όπλα!» αναφωνούν ορισμένοι. Η σοβιετοτουρκική προσέγγιση πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια εφαρμογής της πολιτικής για την υποστήριξη των εθνικοαπελευθερωτικών, αντιαποικιακών κινημάτων. Ναι, η νεαρή σοβιετική κυβέρνηση βοήθησε υλικά και στρατιωτικά το κίνημα του Κεμάλ, ως κίνημα αστικό-εθνικοαπελευθερωτικό, το οποίο αντιμαχόταν τη φεουδαρχία, την ιμπεριαλιστική διείσδυση και το διαμελισμό μιας χώρας. Αυτό δε σημαίνει πως συμμεριζόταν το ιδεολογικό του περιεχόμενο, το οποίο ήταν εθνικιστικό / αστικό, ή τις μεθόδους εφαρμογής του.

Επιπλέον, συνυπολογίζοντας το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων (καπιταλιστική περικύκλωση, ξένη στρατιωτική επέμβαση, κ.λπ.), η επαναστατημένη χώρα των Σοβιέτ είχε γνώση των κινδύνων που απέρρεαν από μια ενδεχόμενη μετατροπή της Τουρκίας σε στρατηγικό προγεφύρωμα εναντίον της ΕΣΣΔ.

«Υπερβολές», θα πει κάποιος. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν μια τέτοια πρόθεση. Και όμως η συμφωνία μεταξύ Ποντίων και Αρμενίων, η οποία μεταβιβάστηκε τηλεγραφικώς στον Βενιζέλο στις 3 Γενάρη 1920, ανέφερε μεταξύ άλλων: «1) παρακαλούν οι αντιπροσωπείες Ποντίων και Αρμενίων τη μεγάλη Δύναμη, που ενδεχομένως θα αναλάβει την εντολή στην περιοχή, να αποστείλει το ταχύτερον στρατιωτικές συμμαχικές δυνάμεις για να αναχαιτίσουν την προώθηση των μπολσεβίκων και 2) ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση να παράσχει βοήθεια στους Ελληνες του Πόντου για να αντισταθούν, με την συνεργασία και του αρμένικου στρατού, στις κανονικές τουρκικές δυνάμεις, ενώ ο αρμενικός στρατός θα εμποδίζει την κάθοδο των μπολσεβίκων. Ακόμη 3) ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση να ενισχύσει με στρατό και υλικό την οργάνωση του αρμενικού στρατού»50.

Και ακόμα: «Μπροστά στην αδυναμία των Συμμάχων να σταματήσουν την επέκταση του μπολσεβικισμού και να ισχυροποιήσουν τον αγώνα του Ντενίκιν, που υποχωρούσε – είχε δε αναγγελθεί μάλιστα και η πτώσις του Ροστώφ της νότιας Ρωσίας – (ο Καθενιώτης) πήρε την πρωτοβουλία να απευθυνθεί στην Κωνσταντινούπολη στους στρατιωτικούς διοικητές Αγγλων και Γάλλων, για να τους εκθέσει πως οι ποντιακές εθελοντικές μονάδες θα μπορούσαν να είναι πολύ χρήσιμες στους Συμμάχους στις τότε συνθήκες και μάλιστα μετά τη συνεχή υποχώρηση του Ντενίκιν και την αποτυχία των προσδοκιών του Αγγλου αρμοστή στον Καύκασο Wardrop για την απόκρουση της καθόδου του μπολσεβικισμού στον Καύκασο»51.

Ας μην ξεχνάμε πως η Ελλάδα είχε ήδη επέμβει στρατιωτικά εναντίον της Σοβιετικής Ρωσίας. Παρ’ όλα αυτά, η νεαρή σοβιετική εξουσία επιχείρησε επανειλημμένως να προσεγγίσει την Ελλάδα και να αποκαταστήσει τις μεταξύ τους διπλωματικές σχέσεις, από το 1920 ακόμα, την ίδια δηλαδή χρονιά που η συμμετοχή της στην απαράδεκτη στρατιωτική επέμβαση στην Ουκρανία έλαβε άδοξο τέλος. Η ελληνική πλευρά, ωστόσο, δεν ανταποκρίθηκε (η Ελλάδα αναγνώρισε τελικά τη Σοβιετική Ενωση στις 8 Μάρτη του 1924, υπέγραψε δε το πρώτο εμπορικό σύμφωνο δύο χρόνια μετά, το 1926). Με αφορμή τη συζήτηση περί αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας – Σοβιετικής Ρωσίας, ο Σταύρος Κανονίδης (διανοούμενος ποντιακής καταγωγής) τόνισε το 1921: «Δεν πρέπει να λησμονήσει η ελληνική κοινή γνώμη ότι η στάσις του ελληνικού βασιλείου απέναντι της Δημοκρατίας των Σοβιέτ ευθύς εξ αρχής υπήρξεν εξαιρετικώς κακόπιστος και άστοχος. Μια από τις απαισιωτέρας πράξεις της βενιζελικής κυριαρχίας υπήρξεν η εκστρατεία της Νοτίου Ρωσίας, εις την οποίαν διά πρώτην φοράν καθ’ όλην την ελληνική ιστορίαν, τα ελληνικά όπλα εχρησιμοποιήθησαν προς εξυπηρέτησιν ξένων ποταπών συμφερόντων και προς εκβιασμόν της θελήσεως ενός λαού επιζητούντος την πολιτικήν και οικονομικήν του απελευθέρωσιν»52.

Ενα όμως επιπρόσθετο στοιχείο, που σπανίως αναδεικνύεται από την κρατούσα ιστοριογραφία, είναι το γεγονός ότι οι μπολσεβίκοι επιχείρησαν να έρθουν σε συνεννόηση με τους Πόντιους με σκοπό τη στήριξη του αγώνα τους, προσφέροντας υλικο-στρατιωτική βοήθεια. Πράγματι, στις 27 Απρίλη 1920, ο Ελληνας πρόξενος στην Τιφλίδα έστειλε επιστολή στον ύπατο αρμοστή Κανελλόπουλο (ο οποίος με τη σειρά του το γνωστοποίησε στο υπουργείο των Εξωτερικών), όπου έγραφε τα εξής: «Ημετέρα επιτροπή Νοβορωσίσκ συνοδεύουσα κομισαίρ Μπολσεβίκων, οίτινες ανεγνώρισαν σύστασιν αρχών συμβουλίου Ποντίων Βατούμ, ανακοινοί ότι αυτοβούλως προτάσει ημετέρου συμβουλίου Νοβορωσίσκ μπολσεβικικαί αρχαί συνεννοηθήσαι μετά Μόσχας δέχονται υποβοηθήσωσι αγώνα Ποντίων επιτρέπουσαι οργάνωσιν επί τόπου, προσφέρουσι όπλα, όχι αξιωματικούς. Ερωτώσι τι δύναται συνεισφέρη Ελληνική κυβέρνησις εις αγώνα Ποντίων. Συμβούλιον Ποντίων, αγνοούν σκοπούς Μπολσεβίκων, αποφεύγει συνεννοηθή, αναμένον οδηγίας Ελληνικής Κυβερνήσεως». Η απάντηση που έλαβαν οι μπολσεβίκοι στην πρότασή τους για βοήθεια του αγώνα του ποντιακού ελληνισμού ήταν τόσο άμεση όσο και κατηγορηματικά αρνητική53.

Τέλος, αξιομνημόνευτη είναι η προσπάθεια της Σοβιετικής Ρωσίας για διαμεσολάβηση μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής πλευράς προκειμένου να επιτευχθεί ειρηνική λύση στη διαμορφούμενη κατάσταση στη Μικρά Ασία. Ο ιστορικός – και τότε Γενικός Γραμματέας του ΣΕΚΕ (Κ) – Γιάννης Κορδάτος αναφέρει σχετικά πως τον Απρίλη του 1922 κατέφθασε μυστικά στην Ελλάδα απεσταλμένος της Τρίτης Διεθνούς και του υπουργείου Εξωτερικών και Στρατιωτικών της Σοβιετικής Ρωσίας. Είχε εντολή να διερευνήσει τη δυνατότητα μεσολάβησης της χώρας του για ειρηνικό τερματισμό του μικρασιατικού πολέμου μέσα από επαφές που θα είχε με την ηγεσία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος (αυτός ο τρόπος άφιξης του ξένου απεσταλμένου και η μέθοδος διερεύνησης οφείλονταν στην ανυπαρξία διπλωματικών σχέσεων των δύο κρατών). Ακολούθως, συναντήθηκε με τον Γ. Κορδάτο, τον ενημέρωσε για το σκοπό της παρουσίας του και του ζήτησε να ανακοινώσει στην ελληνική κυβέρνηση την άφιξή του, καθώς και την επιθυμία της χώρας του για μεσολάβηση στο μικρασιατικό ζήτημα. Η πρότασή του περιελάμβανε την υπογραφή ανακωχής ανάμεσα στην Ελλάδα και τον Κεμάλ και καθεστώς αυτονομίας για την περιοχή της Μικράς Ασίας. Ως αντάλλαγμα ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση να αναγνωρίσει, έστω και de facto, τη σοβιετική εξουσία.

Το περιεχόμενο της συζήτησης ανάμεσα στον Γ. Κορδάτο και τον Σοβιετικό απεσταλμένο έχει μια ιδιαίτερη σημασία αφού απαντά σε πολλά ερωτήματα – είτε καλοπροαίρετα είτε κακοπροαίρετα – σχετικά με τη στάση των Σοβιέτ έναντι της Τουρκίας εκείνη την περίοδο. Διερωτώμενος, λοιπόν, για το ζήτημα ο Γ. Κορδάτος έλαβε την εξής απάντηση: «Το κίνημα του Κεμάλ είναι απελευθερωτικό και σαν τέτοιο το υποστηρίξαμε όσο μπορούσαμε. Δεν έχουμε όμως καμιά εγγύηση αν ύστερα από την ολοκληρωτική επικράτησή του, οι παλιές αντιδραστικές δυνάμεις στην Τουρκία (μπέηδες και πασάδες) δεν θα πάρουν αυτοί τα ηνία της εξουσίας… Οι στρατηγοί και οι πολιτικοί που τον υποστηρίζουν – έξω από λίγες εξαιρέσεις – είναι αντιδραστικοί. Ηδη έχουμε όχι ενδείξεις, αλλά αποδείξεις, ότι έχουν μυστικές επαφές με τους Γάλλους κεφαλαιοκράτες και ιμπεριαλιστές και αύριο μεθαύριο, αν νικήσουν και διώξουν τους Ελληνες από τη Μικρασία και Θράκη, η Τουρκία με τον Κεμάλ ή χωρίς τον Κεμάλ θα προσανατολισθεί προς τη Δύση.

Η αστική τάξη της Τουρκίας είναι αδύναμη να συνεχίσει μόνη της την αναδιοργάνωση της χώρας της. Θα κάνει μεταρρυθμίσεις, αλλά δεν θα μπορεί να σταθεί στα πόδια της, αν δεν πάρει δάνεια από τη Γαλλία ή Αγγλία, και όπως ξέρετε, τα δάνεια υποδουλώνουν τις χώρες που τα παίρνουν. Γι’ αυτό θέλουμε να μείνουνε οι Ελληνες στη Μικρασία, όχι από κούφιο συναισθηματισμό, αλλά από ρεαλιστική αντίληψη για το αύριο και μεθαύριο. Οι μειονότητες στην Τουρκία στάθηκαν από τη μία μεριά τροχοπέδη στον ολοκληρωτικό εξισλαμισμό της Βαλκανικής και Ανατολής και από την άλλη έγιναν η πηγή που τροφοδότησε τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα των λαών της Βαλκανικής από το 1770 ως τα χτες»54.

Ο ηγέτης του ΣΕΚΕ (Κ) συναντήθηκε με τον Ν. Στράτο (αντιπολίτευση τότε) και τον Α. Καρτάλη (υπουργό στην κυβέρνηση Γούναρη) προκειμένου να τους μεταφέρει τις σοβιετικές προτάσεις χωρίς, ωστόσο, θετικό αποτέλεσμα. Ο τελευταίος μάλιστα, όπως γράφει ο ίδιος ο Κορδάτος, τον έβρισε και τον έδιωξε. Αυτά, λοιπόν, όσον αφορά τη στάση της νεαρής σοβιετικής εξουσίας έναντι των γεγονότων, των προσώπων και των πραγμάτων που καθόρισαν τις εξελίξεις στην περιοχή τη συγκεκριμένη περίοδο.

Ευθύνες όμως για την καταστροφή του Πόντου και της Μικράς Ασίας έχουν αποδοθεί κατά καιρούς και στους Ελληνες κομμουνιστές, λόγω της θέσης του ΣΕΚΕ κατά του πολέμου γενικότερα και της μικρασιατικής εκστρατείας ειδικότερα. Ο Βλάσης Αγτζίδης, για παράδειγμα, σε πρόσφατο άρθρο του στον Εύξεινο Πόντο με τίτλο «Πόντος και Αριστερά» έγραφε πως «η συγκεκριμένη εκδοχή της Αριστεράς εκείνης της εποχής εξέφρασε, με έναν ιδεοληπτικό τρόπο, τα συμφέροντα των παλαιοελλαδίτικων πληθυσμών – όχι κατ’ ανάγκη προλεταριακών – τα οποία βρίσκονταν σε ευθεία αντίθεση με τα συμφέροντα των εργατικών και αγροτικών χριστιανικών μαζών της Ανατολής (Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυροχαλδαίων). Σε συμβολικό επίπεδο, αυτή η έκφραση θα κωδικοποιηθεί στην αντιμικρασιατική, αντιπολεμική βασιλοκομμουνιστική συμμαχία του 1919-1920…»55.

Το παραπάνω κείμενο είναι πραγματικά ενδεικτικό του πόσο μακριά προτίθεται να πάει ο αντικομμουνισμός στη διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας. Καταρχάς αναπαράγεται η ίδια λογική που επιστρατεύτηκε και στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ καταδικάζοντας το φιλειρηνικό κίνημα ως βαίνον αντίθετο στα «συμφέροντα του έθνους». Το πώς ένα αντιπολεμικό – φιλειρηνικό κίνημα μπορεί να αποβεί καταστροφικό για ένα λαό μόνο ο κ. Βλ. Αγτζίδης μπορεί να το κατανοήσει. Από την άλλη μεριά, το κατά πόσο οι συγκεκριμένες επιλογές της αστικής τάξης προσανατολίστηκαν πράγματι προς την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ελληνικών πληθυσμών – και ιδιαίτερα των εργατικών και αγροτικών μαζών – της Ανατολής, το διαπιστώσαμε κατά τη διάρκεια της ανάλυσης των γεγονότων. Τα περί «βασιλοκομμουνιστικής αντιπολεμικής συμμαχίας» αποτελούν επιχείρημα τόσο αβάσιμο (αφού μια τέτοια συμμαχία είναι αποκλειστικά προϊόν επιστημονικής φαντασίας) όσο και διαψευσμένο από τις ίδιες τις μετέπειτα ιστορικές εξελίξεις (αφού η μοναρχική παράταξη, η οποία κέρδισε τις εκλογές του 1920 με τη θέση της αντίθεσης στη Μικρασιατική εκστρατεία, αξιοποιώντας δημαγωγικά και την αντίστοιχη θέση του ΣΕΚΕ, όχι μόνο δεν έθεσε τέλος στις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά τις συνέχισε με τον ίδιο ζήλο).

Αυτό όμως που αναμφίβολα αναδεικνύεται από όλες τις παρόμοιες «αναλύσεις» είναι η συστηματική προσπάθεια, της οποίας οι ρίζες εντοπίζονται σχεδόν την επομένη της Μικρασιατικής Καταστροφής, για μετατόπιση των ευθυνών από τους πραγματικούς ενόχους προς το κομμουνιστικό κίνημα, ντόπιο και διεθνές. Αποκλειστικοί υπεύθυνοι της τραγικής κατάληξης του ζητήματος του Πόντου δεν ήταν άλλοι από:

α) Τον ενδοαστικό ανταγωνισμό που αναπτύχθηκε μεταξύ των εθνικών αστικών τάξεων στην καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία (του ανερχόμενου τουρκικού αστικού εθνικισμού από τη μία και του έως τότε κυρίαρχου ελληνικού κεφαλαίου από την άλλη).

β) Τις επιλογές της ελληνοποντιακής πολιτικοοικονομικής και θρησκευτικής ηγεσίας σχετικά με την πορεία του ζητήματος του Πόντου, και

γ) Το διεθνή ιμπεριαλισμό, τους σχεδιασμούς και τις επιδιώξεις του στην περιοχή.

Ολοι αυτοί οι παράγοντες χρησιμοποίησαν τους ντόπιους πληθυσμούς προς εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων.

ε. Συνέπειες

Τα αποτελέσματα των πολιτικών αυτών είναι γνωστά. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι χάθηκαν και περίπου ενάμισι εκατομμύριο πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Οι Πόντιοι που επαναπατρίστηκαν εντέλει, εγκαταστάθηκαν από τις ελληνικές αρχές κυρίως σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις απεδείχθησαν οικονομικά ακατάλληλες για τη συντήρησή τους. Τα κριτήρια όμως δεν ήταν ανθρωπιστικά, αλλά πολιτικά, αφού εστάλησαν σε μέρη όπου κρίθηκε αναγκαίο, ώστε «να πυκνώσουν τον εκεί αραιόν ελληνικόν πληθυσμόν»56. Οι συνέπειες του τρόπου που μεταχειρίστηκαν οι αστικές κυβερνήσεις τις προσφυγικές μάζες άφησαν πίσω τους χρόνια προβλήματα, πολλά από τα οποία διαιωνίζονται ως και τις μέρες μας.

Οσον αφορά τους ελληνοποντιακούς πληθυσμούς της Ρωσίας, πολλοί εκ των οποίων ήταν πρόσφυγες από την Τουρκία, το ζήτημα του επαναπατρισμού τους θα παρέμενε ανοιχτό για πολύ καιρό ακόμα, προσκρούοντας στη συνεχιζόμενη αδιαλλαξία και αδιαφορία της ελληνικής κυβέρνησης: «Στις 28 Ιουνίου 1921, το πρώτο κογκρέσο Ελλήνων εργατών του Κουμπάν και της Μαύρης Θάλασσας έκανε έκκληση προς την ελληνική κυβέρνηση και τον Φ. Νάνσεν – μέσω του σοβιετικού υπουργείου Εξωτερικών – να λάβουν μέτρα για την μετανάστευση των Ελλήνων υπηκόων στην Ελλάδα (γίνεται αναφορά για 15.000 περίπου). Στην έκκληση του κογκρέσου προς την ελληνική κυβέρνηση αναφερόταν: «Γιατί έως σήμερα δεν ακούστηκε η φωνή μας… δεν χάνουμε την ελπίδα ότι τελικά η ελληνική κυβέρνηση θα εννοήσει την ανάγκη να μας δεχτεί και επιμένουμε κατηγορηματικά στο ζήτημα αυτό»». Η σοβιετική κυβέρνηση μεταβίβασε επανειλημμένα το συγκεκριμένο αίτημα στις ελληνικές αρχές, υποσχόμενη κάθε δυνατή διευκόλυνση από την πλευρά της. «Αλλά εκείνη την εποχή η ελληνική κυβέρνηση δεν δέχτηκε την πρόταση. Φοβόταν πως με τον επαναπατρισμό τους οι παλιννοστούντες θα μετέφεραν στην Ελλάδα και τον «ιό του κομμουνισμού»57.

Η παραμονή των προσφύγων στη Ρωσία ως προσωρινό ενδιάμεσο σταθμό για την τελική τους μετάβαση στην Ελλάδα δεν ήταν βεβαίως εύκολη. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που στις μαρτυρίες τους μνημόνευσαν τη φιλοξενία του ρωσικού λαού που τους βοήθησε να επιβιώσουν σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Ο Κώστας Ανδρεάδης, ο οποίος βρισκόταν υπό καθεστώς προσφυγιάς σε συνεχή μετακίνηση κοντά τέσσερα χρόνια, από το 1918 ως το 1922, αναφέρει σε κλίμα έντονης συγκίνησης: «Θα ήθελα 2-3 λόγια να πω για τη Ρωσία. Εκεί ζήσαμε τέσσερα χρόνια. Χωρίς σπίτι, χωρίς εργασία, χωρίς κτήματα, χωρίς τίποτα κατορθώσαμε να επιζήσουμε χάρις στην φιλοξενία, την καλοσύνη και την ευσπλαχνία του ρωσικού λαού. Είμαι υποχρεωμένος να το πω: δεν υπάρχει λαός πιο καλός, πιο φιλόξενος, πιο φιλότιμος από τον ρωσικό λαό. Οπου πήγαμε, όπου σταθήκαμε μας συμπαραστάθηκαν. Χάρη σ’ αυτούς ζήσαμε τέσσερα χρόνια. Και στα χωριά και στις πόλεις όπου πήγαμε. Είναι κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου»58.

Επίλογος – Η αποκατάσταση των προσφύγων (συμπεράσματα για το χτες και το σήμερα)

Η προσφυγική αποκατάσταση υπήρξε μια μακρόχρονη, τμηματική διαδικασία, η οποία για πολλούς πρόσφυγες θα διαρκούσε ακόμα και μια δεκαετία μετά την άφιξή τους στις ελληνικές ακτές. Στην παράταση της χρονικής διάρκειας της διαδικασίας της αποκατάστασης συνέβαλαν και οι συνεχείς μετακινήσεις των προσφύγων, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια. Ο Η. Morgenthau, πρόεδρος της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ), έγραψε σχετικά: «Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 3 χρόνων τουλάχιστον, οι αστοί πρόσφυγες, οδηγούμενοι από κάποιο περίεργο ένστικτο, βρισκόντουσαν συνεχώς εν κινήσει. Είναι λίγες οι αστικές οικογένειες που δεν κατέφυγαν ξανά και ξανά από μια μεγάλη πόλη σε μια άλλη ώστε να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι τις ευκαιρίες που προσφέρονταν σε κάθε μέρος που επισκέπτονταν»59.

Εφόσον πολλές από τις τοποθεσίες απεδείχθησαν ακατάλληλες για εγκατάσταση, μη διαθέτοντας τους απαραίτητους φυσικούς ή οικονομικούς πόρους, ώστε να συντηρήσουν έναν πληθυσμό, οι πρόσφυγες αναγκάζονταν να τις εγκαταλείψουν αναζητώντας μια καλύτερη τύχη σε άλλα μέρη της χώρας. Πολλοί δε θα αντέξουν σωματικά αυτή τη διαδικασία60. Επιπλέον εκτιμάται ότι 50.000 περίπου πρόσφυγες εγκατέλειψαν την Ελλάδα το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα στα πλαίσια της ανάγκης τους για εργασία61. Οπως χαρακτηριστικά ανέφερε ένας Πόντιος πρόσφυγας από τη Γεωργία, «όταν ήρθαμε εδώ (στην Ελλάδα, το 1921) περάσαμε τα πάνδεινα»62.

Τα ποσοστά θνησιμότητας ανάμεσα στους προσφυγικούς πληθυσμούς ήταν ιδιαίτερα υψηλά. Ο δείκτης των θανάτων ως προς τις γεννήσεις για την περίοδο 1923-1925 ήταν 3 προς 1, ενώ σύμφωνα με υπολογισμούς της ΚτΕ, 6.000 άτομα απεβίωσαν κατά μέσο όρο κάθε μήνα μόλις τους πρώτους 9 μήνες μετά την άφιξή τους σε ελληνικό έδαφος. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ποσοστό θνησιμότητας άγγιζε το 20% μόνο στη διάρκεια ενός χρόνου63. Η μέριμνα για τους κληρονόμους της καταστροφής ήταν από ελλιπής ως σχεδόν ανύπαρκτη. Ακόμα και στις αρχές της δεκαετίας του 1930, η εφημερίδα «Ακρόπολις» θα αναφέρει πως στην Κοκκινιά «οι ατυχείς πρόσφυγες που έχουν ανάγκη περιθάλψεως διαγωνίζονται για να βρουν ένα κρεβάτι, έστω μέσα και σ’ ένα παράπηγμα. Εγένοντο διαβήματα προς το υπουργείο Πρόνοιας αλλά ατυχώς δεν εξεδηλώθησαν σημαντικά βελτιώσεως της καταστάσεώς των… Μόνο 30 κλίνες υπάρχουν για τους 80.000 κάτοικους της Ν. Κοκκινιάς»64.

Η οικονομική κατάσταση των προσφυγικών μαζών και οι συνθήκες διαβίωσης υπήρξαν άθλιες, ενώ επιβαρύνονταν επιπλέον από το καθεστώς του ενοικίου που είχε επιβάλει η ΕΑΠ. Η ΕΑΠ σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούσε φιλανθρωπικό οργανισμό. Τα κεφάλαια που διέθετε για τη στέγαση των προσφύγων επρόκειτο να της επιστραφούν (τουλάχιστον εν μέρει) με τη μορφή ενοικίου. Αυτό σήμαινε ότι η πλειοψηφία των προσφύγων βρέθηκε, από την πρώτη κιόλας στιγμή μετά την άφιξή τους, καταχρεωμένη, ενώ η απειλή της έξωσης θα τους ακολουθούσε για χρόνια μετά τη λεγόμενη «αποκατάσταση». Η αδυναμία να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις είχε ως συνέπεια τη δίωξη, ακόμα και τη φυλάκισή τους: «Στα μαγαζιά διάβαζες: Κλειστόν λόγω χρεοκοπίας. Στις εφημερίδες, δημοσιεύονταν κάθε μέρα αποφάσεις του πρωτοδικείου για χρεοκοπίες εμπόρων και μικροεμπόρων, δίπλα σ’ αυτές και αρκετές αυτοκτονίες»65.

Από γεωγραφική άποψη τουλάχιστον οι προσφυγικοί πληθυσμοί δεν ενσωματώθηκαν στα ήδη υπάρχοντα αστικά κέντρα. Αντιθέτως, οι σχεδιαστές της ΕΑΠ αποφάσισαν να τους εγκαταστήσουν σε ξεχωριστές κοινότητες «δορυφόρους», έτσι ώστε από τη μία α) «να μην επηρεάσουν την «κανονική» ζωή των ήδη υπαρχουσών πόλεων», και από την άλλη β) «να εξασφαλίσουν ένα πιο ομοιογενές κοινωνικό περιβάλλον μέσα στους αστικούς προσφυγικούς συνοικισμούς»66. Ακολούθως η ανέγερση των συνοικισμών έγινε με μέτρο μια ελάχιστη απόσταση, η οποία ποίκιλλε από ένα έως και τέσσερα χιλιόμετρα από τα υπάρχοντα όρια των αστικών κέντρων του 192267. Η πρόταση που διατυπώθηκε επομένως από την Leontidou, ότι δηλαδή «η απομόνωση και διαχωρισμός των προσφύγων έγινε βάσει σχεδίου», φαίνεται να διαθέτει μια σημαντική δόση αλήθειας68.

Στο διαχωρισμό που επιβλήθηκε μέσω της γεωγραφικής απόστασης, συνέδραμε επίσης η ιδιαιτερότητα της ομοιομορφίας των προσφυγικών οικισμών (που θύμιζαν στρατόπεδα σύμφωνα με την Κοινωνία των Εθνών69), όπως και τα ελλιπή μέσα μεταφοράς και επικοινωνίας με τις υπάρχουσες κοινότητες των ντόπιων Ελλήνων. Ετσι, οι προσφυγικοί συνοικισμοί μετατράπηκαν σε πραγματικά γκέτο, όπου η κοινωνική ζωή ήταν ουσιαστικά απομονωμένη. Η νοοτροπία του γκέτο ενισχύθηκε περαιτέρω από τις κοινωνικές και γλωσσικές διαφοροποιήσεις, οι οποίες συνοδευόντουσαν από πολιτισμικά στερεότυπα που καλλιεργήθηκαν ανάμεσα στους ντόπιους πληθυσμούς. Οπως παρατήρησε η Hirschon, «οι αστικοί συνοικισμοί σύντομα ανέπτυξαν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, βασισμένο στη φυσική και κοινωνική απόσταση. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε στην ανάπτυξη διαφόρων απόψεων σχετικά με τις διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων, και σύντομα τα κοινωνικά όρια μεταξύ των δυο τμημάτων του πληθυσμού ορίζονταν και διαφοροποιούνταν μέσω μιας σειράς ιδεών αναφορικά με τα πολιτιστικά τους στερεότυπα»70.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την άφιξη των προσφύγων μια νέα «τάξη» εμφανίστηκε μέσα από τις γραμμές τους, οι γνωστοί με τον προσφιλή χαρακτηρισμό «προσφυγοπατέρες» ή «τζορμπατζήδες». Αυτή η καινούργια κοινωνική και οικονομική «τάξη» ενσωματώθηκε γρήγορα στο υπάρχον κατεστημένο μέσω της τοποθέτησής τους σε διευθυντικά πόστα τραπεζικών οργανισμών, υπουργείων, της ΕΑΠ κ.α.717272 Πολλοί από αυτούς πήραν δάνεια από την Εθνική Τράπεζα για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων διαμορφώνοντας έτσι ένα είδος «ελίτ» μεταξύ των προσφυγικών πληθυσμών. Η αποκατάσταση της ταξικής διάρθρωσης ανάμεσα στους πρόσφυγες (η αποκατάσταση της αστικής τάξης) προηγήθηκε κατά πολύ της αποκατάστασης των λαϊκών προσφυγικών μαζών σε μια στοιχειώδη «φυσιολογική» ζωή72.

Το κοινωνικό και πολιτικό status της άρχουσας αυτής μερίδας στις προσφυγικές κοινότητες ισχυροποιήθηκε ακόμα περισσότερο μέσω της δημιουργίας εκατοντάδων προσφυγικών συλλόγων. Η εφημερίδα Πατρίς σε άρθρο της με τίτλο «Προσφυγοπατέρες: Μάστιξ των Συνοικισμών» αναφέρθηκε στην υπερπληθώρα προσφυγικών συλλόγων με ιδιαίτερα επικριτικό και ειρωνικό ύφος: «Το γεγονός ότι η σχετική διάταξις του νόμου απαιτεί επτά πολίτας μόνον διά να αποτελέσει εν σωματείο αναγνωρισμένον, δε σημαίνει ότι ανά επτά πρόσφυγες ενός και του αυτού συνοικισμού πρέπει να αποτελούν εν σωματείον… Αυτό όμως, που παρατηρείται στους συνοικισμούς, να υπάρχουν τόσα σωματεία με άλλα τόσα συμβούλια και προέδρους βλάπτει εις την ρίζα των τας υποθέσεις των προσφύγων»73.

Η ύπαρξη υπερβολικού αριθμού προσφυγικών συλλόγων έγκειται στο γεγονός ότι εν πολλοίς χρησίμευσαν και λειτούργησαν για τη νέα αυτή «τάξη» των «τζορμπατζήδων» ως «μέσον για την ατομική τους επιτυχία και μόνον, για την αισχρά συναλλαγή, τη δεκαρολογία των πιστοποιητικών και τα παζαρέματα. Οι διάφοροι Προέδροι, τα όργανα των μεγαλοτζορμπατζήδων κατάντησαν δικολάβοι των προσφυγικών υποθέσεων και εκμεταλλευτές των φτωχών προσφύγων τους οποίους απομυζούν με διαφόρους τρόπους»74.

Και τα προβλήματα στους προσφυγικούς συνοικισμούς αποδείχτηκαν πολλά και χρόνια. Με αφορμή μια ακόμη καταστροφική πλημμύρα το Δεκέμβρη του 1933, η εφημερίδα «Ακρόπολις» έγραφε: «Μέσα εις οικτράς και απαισίας τρώγλας διαβιούν ακόμη εκατοντάδες χιλιάδες προσφυγικών οικογενειών ενώ με τα δαπανηθέντα χρήματα θα εδύνατο να έχουν όλοι αποκτήσει, όχι φυσικά μέγαρα με ασανσέρ και με καλοριφέρ, αλλά ανθρώπινα οπωσδήποτε οικήματα, τα οποία να μην κινδυνεύουν να καταπέσουν και να καταπλακώσουν τους φτωχούς ενοίκους των εις το πρώτο φύσημα και την πρώτη βροχήν». Η κατάσταση όμως αυτή δεν ήταν απόρροια τυχαίων παραγόντων, αφού: «Εν τω μεταξύ απέκτησαν τεράστιας περιουσίας και δακτυλοδεικτούνται από τον προσφυγικόν κόσμον μερικοί κακοηθέστατοι κερδοσκόποι που ανέλαβαν εργολαβικώς την ανέγερση των πανάθλιων παραπηγμάτων των συνοικισμών, ευνοηθέντες σκανδαλωδώς από εκείνους τους οποίους η πολιτεία ενεπιστεύθη κατά καιρούς την υπόθεσιν της προσφυγικής αποκαταστάσεως»75.

Ποια η στάση των πολιτικών δυνάμεων της εποχής έναντι των προσφύγων; Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωία» το 1935, διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι το βενιζελικό «στρατόπεδο» καλλιεργούσε σκόπιμα την ιδέα ανάμεσα στους πρόσφυγες πως αν οι πολιτικοί τους αντίπαλοι έρχονταν ποτέ στην εξουσία «η πρώτη των πράξις θα ήτο να εξαπολύσουν κατά των προσφυγικών συνοικισμών στίφη μαινόμενα διά να τους εξοντώσουν, να τους αφαιρέσουν τας κατοικίας, τους αγρούς, τα παραπήγματά των». Και ο λόγος για τον οποίο η βενιζελική παράταξη επιδίωκε «να παρατείνει και να διαιωνίσει την διάκρισιν μεταξύ προσφύγων και γηγενών», σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, ήταν γιατί επιθυμούσε «να υπάρχουν οι πρόσφυγες ως παράγων χωριστός, διά να επιτηδεύηται τον δήθεν προστάτην των έναντι των δήθεν εχθρών των»76.

Βέβαια, στο διαχωρισμό αυτό συνέδραμε σε ένα μεγάλο βαθμό και η πρακτική, η πολιτική, της «άλλης πλευράς», δηλαδή των Λαϊκών, των οποίων ο αντι-προσφυγισμός έφτανε πολλές φορές τα όρια του ρατσισμού και της υστερίας. Για τη στάση αυτή ενδεικτικά θα μπορούσαν να αναφερθούν μια σειρά από δημοσιεύματα που έκαναν την εμφάνισή τους καθ’ όλη τη διάρκεια της μεσοπολεμικής περιόδου από αντι-βενιζελικούς και τα οποία καλούσαν για τον «εξαγνισμό της πρωτεύουσας», το διαχωρισμό των «καθαρόαιμων Ελλήνων» από τους «Τουρκόσπορους», κλπ. Ο «Ριζοσπάστης» στάθηκε συνεπής πολέμιος αυτής της αντι-λαϊκής επιθετικότητας. Καταφερόμενος, για παράδειγμα, εναντίον σχετικών άρθρων της «Καθημερινής» το Γενάρη του 1928, τόνιζε επικριτικά: «Οι πρόσφυγες δεν ψηφίζουν τον Τσαλδάρη και τον Μοναρχισμό, οι πρόσφυγες λοιπόν πρέπει να εξοντωθούν! Το δίκαιο των «ολίγων» μοναρχικών γηγενών, όπως λέει η Καθημερινή, θα τους μεταβάλλει σε «επαναστάτες». «Ο εκλογικός αυτός πληθυσμός θα μεταβληθεί αναγκαστικώς εις παράταξιν επαναστατών», επαναστατών που θα φέρουν πίσω τη βασιλεία, επαναστατών που να διώξουν ή να εξοντώσουν τους πρόσφυγες! Αυτή είναι η νέα φάση που δίνει ο Μοναρχισμός στον πόλεμο του κατά της Βενιζελοδημοκρατικής παράταξης»78.

Μέχρι και το 1936 ακόμα, ο συντηρητικός Τύπος πρόβαλλε το αίτημα της εκλογικής και πολιτικής γκετοποίησης του προσφυγικού κόσμου, καλώντας για την «πλήρη εκλογική αποκέντρωση των προσφύγων, ώστε να εκλέγουν πρόσφυγας βουλευτάς… και όχι ν’ αλλοιώνουν τα εκλογικά αποτελέσματα των γηγενών. Αμυνόμεθα συνεπώς υπέρ των γηγενών και δεν επιτιθέμεθα κατά των προσφύγων(!), οι οποίοι όταν θα γίνουν ίσοι μ’ εμάς στα στρατολογικά και τα φορολογικά, ας ψηφίζουν τον Αντίχριστο εις τον αιώνα τον άπαντα»79. Ο χαρακτηρισμός «Αντίχριστός» αναφέρεται βέβαια στον Βενιζέλο. Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι είχε περάσει πάνω από μια δεκαετία από την έλευση των προσφύγων, μια μερίδα του γηγενούς πληθυσμού τούς θεωρούσε ακόμα πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Οι επιθέσεις εναντίον του προσφυγικού στοιχείου όμως δεν περιορίστηκαν απλά σε φραστικές, αλλά σε πολλές περιπτώσεις έλαβαν και τη μορφή φυσικής βίας. Στα Πρακτικά του Συμβουλίου του Πολιτικού Μικρασιατικού Κέντρου το Νοέμβρη του 1924 θα γίνει λόγος για ένοπλες επιθέσεις γηγενών εναντίον άοπλων προσφύγων, που αποδίδονται στην έλλειψη μεθοδικού προγράμματος της κυβέρνησης για την εγκατάστασή τους. Γίνεται δε αναφορά σε γενικευμένα αιματηρά επεισόδια ανά την επικράτεια80.

«Οι γηγενείς καλούνται να συνασπιστούν σε συλλόγους «αμύνης» κατά των προσφύγων», έγραφε η «Ακρόπολις». «Κηρύγματα ερεθισμού και λυσσώδους εμπάθειας απευθύνονται καθημερινώς προς τον αυτόχθονα πληθυσμόν. Και οι πρόσφυγες περιλούονται με ύβρεις εμετικώς. Ονομάζονται «λεφούσι», χαρακτηρίζονται «Τούρκοι», απειλούνται με εξόντωσιν»81. Είναι πραγματικά αποκαλυπτική η στάση των λεγόμενων «πατριωτών» και «εθνικοφρόνων» της εποχής έναντι των προσφύγων, ενώ αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς την προσπάθεια που πραγματοποιεί ο ίδιος ιδεολογικοπολιτικός χώρος σήμερα να καπηλευτεί την ποντιακή (τουρκοποντιακή και ρωσοποντιακή) ψήφο.

Οι κομμουνιστές έδωσαν τότε μια τιτάνια μάχη καταγγέλλοντας -στον αγώνα τους να καταργήσουν στην πράξη- τις διαχωριστικές γραμμές που ήθελε να επιβάλει ο αστικός κόσμος μεταξύ προσφύγων και γηγενών εργαζομένων στη λογική του «διαίρει και βασίλευε»:

«Η Ελλάδα δεν διαιρείται σε ντόπιους και πρόσφυγες. Η Ελλάδα διαιρείται σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους που δε δουλεύουν και ζουν και σε ανθρώπους που ολημερίς και ολονυχτίς δουλεύουν και δεν μπορούν να ζήσουν… ο καθένας πρέπει να διαλέξει μεταξύ του πλουσίου πρόσφυγα που συνδυάζεται με τον πλούσιο ντόπιο και του φτωχού πρόσφυγα που σύντροφο του θα έχει το φτωχό ντόπιο εργάτη ή αγρότη».

Ριζοσπάστης, 7 Σεπτεμβρίου 1929

Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που στάθηκε ειλικρινά δίπλα στους πρόσφυγες από την πρώτη στιγμή. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πόλεις όπου το κομμουνιστικό κίνημα και οι ταξικές συνδικαλιστικές δυνάμεις κατείχαν ηγεμονική θέση, όπως η Καβάλα, οι πρόσφυγες εντάχθηκαν αμέσως στην τοπική κοινωνία, τα κρούσματα ρατσισμού ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, ενώ τα σωματεία μερίμνησαν από πολύ νωρίς για την επαγγελματική τους εκπαίδευση και την πετυχημένη ένταξή τους στην παραγωγή.

Το γεγονός ότι και στην Ελλάδα σε γενικές γραμμές οι πρόσφυγες άργησαν να «ενταχθούν» ουσιαστικά στην ντόπια κοινωνική και πολιτική ζωή, να αισθανθούν και να ενεργήσουν στην πράξη ως μέλη των κοινωνιών όπου εγκαταστάθηκαν και όχι ως πληθυσμός «φιλοξενούμενος» ή «εν αναμονή», παρουσιάζει επίσης ειδικό ενδιαφέρον. Δεν ήταν παρά τουλάχιστο μια δεκαετία μετά όταν άρχισαν να συνειδητοποιούν πλέον τη μονιμότητα της κατάστασής τους, σηματοδοτώντας μια αργή αλλά σταθερή τάση αλλαγής της κατάστασης. Εχει τέλος αξία να επισημάνουμε ότι η πρώτη μαζική ένταξη των προσφύγων, Μικρασιατών και Ποντίων, στη διαδικασία της συνειδητής συνδιαμόρφωσης της τύχης της νέας τους πατρίδας πραγματοποιήθηκε μέσα από τον αγώνα της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, όταν οι προσφυγικοί συνοικισμοί μεταμορφώθηκαν σε πραγματικά κάστρα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Πραγματοποιήσαμε, λοιπόν, μια σύντομη επισκόπηση των ιστορικών διαδικασιών που έλαβαν χώρα στην περιοχή του Πόντου την εποχή του ιμπεριαλισμού, αναδεικνύοντας ζητήματα και πτυχές του παρελθόντος.

Σημειώσεις:

1. Φωτιάδης Κ., «Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», έκδ. Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, σελ. 35, Αθήνα, 2004.

2. Schofer R., όπως παρατίθεται στο Φωτιάδης Κ., σελ. 160, 2004.

3. Φωτιάδης Κ., σελ. 129, 2004.

4. Με έκδηλο ενθουσιασμό και αισιοδοξία χαιρέτησαν την επικράτηση των Νεότουρκων, τόσο η Ελληνική Κυβέρνηση όσο και ο Βενιζέλος. Βλέπε Φωτιάδης Κ., σελ. 80-81, 2004.

5. Ο.π., σελ. 104.

6. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, «Παγκόσμια Ιστορία», τόμος 7ος, σελ. 502-503, εκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, 1961. Η παραπομπή στον Λένιν είναι από το έργο «Κράτος και Επανάσταση.

7. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, ό.π., σελ. 504.

8. Οπως παρατίθεται στο Φωτιάδης Κ., σελ. 146, 2004. Η έμφαση δική μας.

9. Λένιν Β.I., «Τα γεγονότα στα Βαλκάνια και στην Περσία», Απαντα, τόμος 15, σελ. 200. Οπως παρατίθεται στο Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, ό.π., σελ. 505.

10. Φωτιάδης Κ., σελ. 111, 2004.

11. Φωτιάδης Κ., σελ. 112, 2004.

12. Ας μη λησμονούμε πως ο γερμανικός ιμπεριαλισμός ήταν «ο πρώτος διδάξας» των μαζικών σφαγών τον 20ό αιώνα, καθώς την περίοδο 1905-1907 ο γερμανικός στρατός, για να καταστείλει την εξέγερση αφρικανικών φυλών ενάντια στην αποικιοκρατία έσφαξε πάνω από 100.000 ανθρώπους στην τότε «Γερμανική Ανατολική Αφρική», σημερινή Τανζανία, ενώ άλλοι 200.000 περίπου πέθαναν από την πείνα και τις αρρώστιες που επέφερε η καταστροφή…

13. Morgenthau Η., «Τα Μυστικά του Βοσπόρου», σελ. 59-60, Αθήνα, 1989.

14. Οπως παρατίθεται στο Φωτιάδης Κ., σελ. 121, 2004.

15. Βλέπε για παράδειγμα Φωτιάδης Κ., σελ. 38, 2004.

16. Ζαπάντης Α., σελ. 26, 1989.

17. Παυλίδης Ε., σελ. 97-98, 1953.

18. Πρόκειται για αποστολή ανταρτών με σκοπό την ενίσχυση του αγώνα του Πόντου, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1917. Βλέπε Κελεκίδης Δ., σελ. 90, 2006.

19. Κρυπτογράφημα Κανελλόπουλου στον Πολίτη, Κωνσταντινούπολη 19 Ιουλίου 1919, Αρχείο Βενιζέλου, Φάκελοι Υπουργείου Εξωτερικών 173/21, Μουσείο Μπενάκη.

20. Παρατίθεται στο Λαμψίδης Ο., «Προσπάθειες Στρατιωτικής Οργανώσεως των Ελληνοποντίων 25 Απριλίου 1919-5 Απριλίου 1920», σελ. 22, εκδ. Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2002. Συμπληρώνει μάλιστα στη συνέχεια ο συγγραφέας πως όταν δημοσιεύτηκε το εν λόγω άρθρο, οι ποντιακές οργανώσεις κατηγόρησαν «το μητροπολίτη Χρύσανθο ως εμπνευστή του άρθρου και ως πληροφοριοδότη».

21. Χειρόγραφο 16, Περιοχή Καυκάσου: Κυνηγόπουλος Κωνσταντίνος, «Το Μπεζιρκιάν-Κερζίτ του Καρς», σελ. 54-55, Αρχείο ΚΜΣ.

22. Συνέντευξη Ρ15: Νικόλαος Παναγιωτίδης, Μπορζόμ Γεωργίας (ΙΑΠΕ).

23. Βλέπε Αγτζίδης Β., σελ. 209-211, 2005.

24. Μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος.

25. Χειρόγραφο 2, Περιοχή Καυκάσου: Καλτσίδης Ιωάννης, «Ο Ελληνισμός του Καυκάσου και οι περιπέτειές του», σελ. 73-76, 163-164, Αρχείο ΚΜΣ, 1963.

26. Βλέπε Κασαπίδης Μ. Λ., Χρύσανθος: «Ο Αρχιερέας-Εθνάρχης των Ποντίων», σελ. 74-75, ΕΚΕΜΕ, Μελβούρνη, 2004.

27. Φωτιάδης Κ., σελ. 247, 2004.

28. Χειρόγραφο 2, Περιοχή Καυκάσου: Καλτσίδης Ιωάννης, «Ο Ελληνισμός του Καυκάσου και οι περιπέτειές του», σελ. 133, Αρχείο ΚΜΣ, 1963.

29. Κασαπίδης Μ. Λ., σελ. 93, 2004.

30. Χειρόγραφο 2, Περιοχή Καυκάσου: Καλτσίδης Ιωάννης, «Ο Ελληνισμός του Καυκάσου και οι περιπέτειές του», σελ. 170-171, Αρχείο ΚΜΣ, 1963.

31. Χασιώτης I.Κ., σελ. 238-239, 1997. Βλέπε επίσης Συνέντευξη Ρ7 Θεόδωρου Παχατουρίδη (ΙΑΠΕ).

32. Κελεκίδης Δ., σελ. 118, 130-131, 2006.

33. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, «Παγκόσμια Ιστορία», τόμ. 8ος, σελ. 638, 1962.

34. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, «Παγκόσμια Ιστορία», τόμ. 8ος, σελ. 636. Και διευκρινίζεται στη συνέχεια: Η εθνική αστική τάξη της Ανατολίας είχε τότε ακόμη τη δυνατότητα να ενεργεί σαν επαναστατική δύναμη… Η εθνική τάξη της Ανατολίας έβλεπε πως η ξενική κατοχή και τα ιμπεριαλιστικά σχέδια για το κομμάτιασμα της Τουρκίας ήταν άμεσος κίνδυνος για τα ζωτικά της συμφέροντα. Ο.π., σελ. 638-639, 1962.

35. Φωτιάδης Κ., σελ. 45 και 55, 2004.

36. Εκθεση Δ., Καθενιώτη, «Το ζήτημα του Πόντου», όπως παρατίθεται στο Λαμψίδης Ο., σελ. 58, 2002.

37. Παρατίθεται στο Λαμψίδης Ο., σελ. 19, 2002.

38. Παρατίθεται στο Λαμψίδης Ο., σελ. 20, 2002.

39. Οπως παρατίθεται στο Φωτιάδης Κ., σελ. 456, 2004. Αντάρτικα σώματα δραστηριοποιούνταν στην περιοχή του Πόντου πολύ πριν την περίοδο που εξετάζουμε. Στην αυτοβιογραφία του, ο Δ. Κελεκίδης, Πόντιος αντάρτης ο ίδιος, περιγράφει σφαγές αμάχων και από τις δύο πλευρές. Καταγράφονται επίσης περιστατικά τρομοκράτησης και λεηλασιών τουρκικών χωριών. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η αναφορά σε μια «δημοπράτηση» Τούρκων αιχμαλώτων από Ελληνοπόντιους, που για λόγους αντεκδίκησης τους αγόραζαν από τους αντάρτες και στη συνέχεια τους εκτελούσαν. Βλέπε Κελεκίδης Δ., σελ. 15-16, 19, 50, 72,77,116, 2006.

40. Εκθεση Δ. Καθενιώτη, «Το ζήτημα του Πόντου», όπως παρατίθεται στο Λαμψίδης Ο., σελ. 97, 2002.

41. Κρυπτογράφημα Κανελλόπουλου στον Βενιζέλο, Κωνσταντινούπολη 25/8/1919, στο Αρχείο Βενιζέλου, Φάκελοι Υπουργείου Εξωτερικών 173/22, Μουσείο Μπενάκη.

42. Α.Α. Πάλλη, «Exchange and Settlement of Minorities of Populations in the Balkans 1912-1920», σελ. 10, (Κωνσταντινούπολη, 1920), Αρχείο Βενιζέλου, Φάκελοι Υπουργείου Εξωτερικών 173/27, Μουσείο Μπενάκη.

43. Αγτζίδης Β., «Οι Ελληνες του Καυκάσου», στο Διαμαντόπουλος Α., «Η ιστορία των Ελλήνων του Καυκάσου στο Καρς και στο Κιλκίς», σελ. 47, έκδ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κιλκίς, Αθήνα, 2001. Βλέπε επίσης Κελεκίδης Δ., σελ. 113, 2006.

44. Από άλλη σκοπιά ο Φωτιάδης αναφέρει: «Αν το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα των 23.000 αξιόμαχων στρατιωτών που αποβιβάστηκε στην Οδησσό και σε άλλα μέρη της Ουκρανίας και της Κριμαίας, για να προστατέψει τις αγγλογαλλικές επενδύσεις στη Νότια Ρωσία, σε βάρος των μεγάλων και πολλαπλών τοπικών ελληνικών συμφερόντων… αν αυτό το σώμα αποβιβαζόταν στον Πόντο… δε θα υπήρχε πλέον κεμαλικό ζήτημα». Φωτιάδης Κ., ό.π., σελ. 282, 2004.

45. Φωτιάδης Κ., σελ. 487, 2004.

46. Συνέντευξη Ρ82: Κωνσταντινίδης Απόστολος, Τσάκβα, Βατούμ (ΙΑΠΕ).

47. «Τα Νέα» 1/9/1972. Ο μητροπολίτης Χρύσανθος συμμετείχε και στο τοπικό Σοβιέτ της Τραπεζούντας με τους Μενσεβίκους. Ο Αγτζίδης αναφέρει μεταξύ άλλων πως η άμυνα της πόλης πραγματοποιήθηκε ως επί το πλείστον με οπλισμό που παρείχε στους Πόντιους το Ρωσικό Κομιτάτο. Αγτζίδης Β., ό.π., σελ. 180, 2005.

48. Παρατίθεται στο Φωτιάδης Κ., σελ. 209, 2004.

49. Από αυτοβιογραφία Πόντιου αντάρτη, Κελεκίδης Δ., σελ. 120-121, 127,169, 2006. Ο ίδιος κάνει λόγο για παραδόσεις Ελλήνων στους Τούρκους από τους Αμερικανούς, καθώς και για παρεμπόδιση ελληνικών πολεμικών πλοίων να πλησιάσουν τις ακτές από πλευράς του αμερικανικού στόλου.

50. Εκθεση Δ. Καθενιώτη, «Το ζήτημα του Πόντου», όπως παρατίθεται στο Λαμψίδης Ο., σελ. 91, 2002.

51. Εκθεση Δ. Καθενιώτη, «Το ζήτημα του Πόντου», όπως παρατίθεται στο Λαμψίδης Ο., σελ. 96, 2002.

52. Οπως παρατίθεται στο Φωτιάδης Κ., σελ. 344-345, 2004.

53. Τα σχετικά έγγραφα του υπουργείου των Εξωτερικών παρατίθενται στο Φωτιάδης Κ., σελ. 455, 2004.

54. Κορδάτος Γ., «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τόμος XIII, σελ. 567, εκδ. 20ός αιώνας, Αθήνα, 1955.

55. Βλέπε «Εύξεινος Πόντος», τεύχος Αυγούστου 2006 και «Εποχή», ηλεκτρονική αναδημοσίευση 11 Ιουνίου 2006.

56. Κρυπτογράφημα Κανελλόπουλου στον Βενιζέλο, Κωνσταντινούπολη 25/8/1919, στο Αρχείο Βενιζέλου, Φάκελοι υπουργείου Εξωτερικών 173/22, Μουσείο Μπενάκη.

57. Dokumenty SSSR, τόμος 4ος, σελ. 769-770, όπως παρατίθενται στο Ζαπάντης Α., σελ. 82-83, 1989.

58. Συνέντευξη Ρ68: Κώστας Ανδρεάδης, Γιαγμπασάν, περιοχή Σαρικαμίς, Καρς (ΙΑΠΕ).

59. Morganthau Η., «I was sent in Athens», σελ. 258, Doubleday, Down & Co Inc, New York, 1929.

60. Βλέπε Μαρτυρίες της Μαγδαληνής Καμακίδου και του Μηνά Ανθεμίδη, στο Μικροφίλμ ΣΕ35: «Σημερινή Εγκατάσταση Πειραιάς και Περίχωρα», Αρχείο ΚΜΣ.

61. Hirschon R. Β., «The Social Institutions of an Urban Locality of Refugee Origin in Piraeus», σελ. 4, PhD: University of Oxford, 1976.

62. Συνέντευξη P15: Νικόλαος Παναγιωτίδης, Μπορζόμ Γεωργίας (ΙΑΠΕ).

63. Βλέπε Εισαγωγή στο Κοινωνία των Εθνών – ΚτΕ, «Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα», εκδ. «Τροχαλία», Αθήνα, 1926.

64. «Ακρόπολις» 7/12/1933. «Κληρονόμοι της Μικρασιατικής Καταστροφής», τίτλος βιβλίου της Hirschon R.Β.

65. Αργυρόπουλος Σ., «Προσφυγιά, Αντάρτικο, Εξορία: 1924-1949», σελ. 19, εκδ. «Γραμμή», Αθήνα, 1980 και «Ριζοσπάστης», 28/8/1935.

66. Papaioannou J., παρατίθεται στο Leontidou Ε. L., «Working Class and Land Allocation: The Urban History of Athens», 1880-1980, σελ. 127, PhD: LSE, 1981.

67. Leontidou E.L., σελ. 129, 1981.

68. Leontidou Ε.L., σελ. 128, 1981.

69. ΚτΕ, σελ. 137, 1926.

70. Hirschon R.B., σελ. 34, 1976.

71. Βλέπε ΚτΕ, 1926.

72. Υπήρξαν συχνά καταγγελίες, οι οποίες αφορούσαν απολαβή από διάφορα άτομα μεγαλύτερων και περισσότερων αποζημιώσεων από ό,τι τους αναλογούσε, ή ακόμα εκμετάλλευση του Συστήματος Αστικών Συνεταιρισμών με σκοπό να αποκτήσουν τα καλύτερα κομμάτια γης προκειμένου να ανεγείρουν την οικία τους κλπ. «Ριζοσπάστης» 25/4/1929.

73. «Πατρίς» 25/2/1929.

74. «Ριζοσπάστης» 25/4/1929.

75. «Ακρόπολις» 4/12/1933.

76. «Πατρίς» 23/11/1935.

77. «Καθημερινή» 16/7/1928 και 19/7/1928.

78. «Ριζοσπάστης» 29/1/1928.

79. «Ελληνικό Μέλλον» 2/2/1936.

80. Πρακτικά Συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του ΠΜΚ 11/11/1924, Αρχείο Πολιτικού Μικρασιατικού Κέντρου (ΕΛΙΑ).

81. «Ακρόπολις» 6/2/1936.

Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: