Skip to content

Ο ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΓΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Α.  ΟΙ ΚΑΤΟΧΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

Τον Απρίλη συμπληρώθηκαν 68 χρόνια από τότε που συγκροτήθηκε η ίτη από τις τρεις κατοχικές κυβερνήσεις της περιόδου 1941 -1944, γνωστές και ως κυβερνήσεις των δωσίλογων. Ως πολιτικό φαινόμενο ήταν πρωτοφανές στην ιστορία της καπιταλιστικής Ελλάδας και όχι μόνο αυτής

Οι κατοχικές κυβερνήσεις, σε συνθήκες σιδερένιας κυριαρχίας στρατευμάτων τριών κρατών (Γερμανίας – Ιταλίας – Βουλγαρίας), αποτελούν ένα από τα κεφάλαια της νεότερης ιστορίας, που η αστική τάξη προτίμησε, να κρατήσει κλειστό, μη τολμώντας να το εισαγάγει στα σχολικά βιβλία ή να το προβάλει στα ποικιλώνυμα δημοσιογραφικά και άλλα έντυπα που κατέχει. Το κεφάλαιο «κυβερνήσεις της Κατοχής» απουσιάζει και από τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές ιστορικού περιεχομένου, ας πέρασαν από τότε περισσότερα από δύο τρίτα του αιώνα. Ο λόγος της απο­σιώπησης είναι προφανής και ισχύει για πολλά ιστορικά γεγονότα που η αστική πολιτική και ιστοριογραφία θεωρούν ταξικά ασύμφορα. Και δεν είναι μόνο ότι τα αποσιωπούν. Το κυριότερο είναι ότι δείχνουν καινά τα αποποιούνται, αν και αυτό αποτελεί μόνο την επίπλαστη επιφάνεια.

Το γεγονός έγινε πολύ πιο φανερό από την κατάρρευση της στρατιωτι­κής δικτατορίας, το 1974, μέχρι σήμερα. Η περίοδος «της καλύτερης δημοκρατίας» σε ολόκληρη την ιστορία του ελληνικού κράτους, όπως συ­νηθίζουν να την αποκαλούν τα αστικά κόμματα, υποχρέωσε την αστική τάξη και τα κόμματα της να ρίξουν στη «λήθη» κάθε γεγονός που έχει στιγ­ματιστεί οριστικά και αμετάκλητα, όπως είναι τα έργα και οι ημέρες των κατοχικών κυβερνήσεων, συνώνυμων της προδοσίας. Μόνο η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, με σποραδικές αλλά συχνές αναφορές, υπενθύμιζε και χρέωνε αποκλειστικά στη λεγόμενη «δεξιά» τα έργα και τις ημέρες εκείνων των κυβερνήσεων, στο πλαίσιο συντήρησης του σχήματος «δεξιά – αντιδεξιά», με στόχο να κτυπήσει το ΚΚΕ από «αριστερά». Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ στιγμάτιζε με αυτό τον τρόπο την ηγεσία της ΝΔ, για να δείξει ότι εξέ­φραζε τη συνέχεια εκείνου του κράτους, της δεξιάς, όπως το έλεγε. Βεβαί­ως αποσιωπούσε το ρόλο των δικών της πολιτικών προγόνων.

Από την άλλη, το 1974 τερματίστηκε η φάση της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης που είχε στο επίκεντρο της το δίπολο «εθνοπροδοσία – πατριω­τισμός», το οποίο αποβλήθηκε από το πολιτικό σκηνικό. Έτσι απαιτού­σαν τα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στις συνειδήσεις πλατιών μαζών μέσα στη δικτατορία και κυρίως εκφράστηκαν μετά από αυτήν, όπως η αι­σθητή υποχώρηση του ακραίου αντικομμουνισμού, σε συνδυασμό με τις σύγχρονες ανάγκες του αστικού εκσυγχρονισμού. Ακόμα και η ηγεσία του ΛΑ.Ο.Σ., η οποία διακρίνεται στον ειδικό ρόλο που συνδυάζει τον αντικομμουνισμό με το λαϊκίστικο εθνικισμό, αποφεύγει τις νύξεις υπέρ εκεί­νων των κυβερνήσεων, παρότι με αυτό τον τρόπο επιχειρεί προφανή πο­λιτικό ελιγμό.

Παράλληλα και ταυτόχρονα, το δίπολο «εθνοπροδοσία – πατριωτισμός», ως συστατικό στοιχείο της πολιτικής γραμμής του ΚΚΕ, είχε βγει λίγο-λίγο από το ιδεολογικό του οπλοστάσιο -όχι βεβαίως και από τις αναφορές και αναλύσεις του για τα κατοχικά χρόνια- και αντικαταστάθηκε στην πο­λιτική δράση από την αντίθεση «με τα μονοπώλια ή με το λαό», ενώ με νε­ότερες ιστοριογραφικές επεξεργασίες γεγονότων του 20ού αιώνα, το ΚΚΕ όχι μόνο δεν άφησε στο χώρο της λήθης εκείνες τις εξελίξεις, αλλά και επι­χείρησε μία διαφορετική από το παρελθόν προσέγγιση των κατοχικών χρόνων, αποτέλεσμα της συσσωρευμένης θετικής και αρνητικής εμπει­ρίας που συνθέτει την ηρωική διαδρομή του ΚΚΕ.

Από τη σκοπιά των αστικών συμφερόντων, ήταν σωστή ή λαθεμένη η επιλογή να συγκροτηθούν οι κατοχικές κυβερνήσεις; Αυτό είναι το κύριο ερώτημα που αρχικά οφείλεται να τεθεί, πριν από την ιστορική τους απο­τίμηση.

Στη διάρκεια της Δίκης τον δωσίλογων στην Αθήνα, που άρχισε στις 21 του Φλεβάρη 1945 και στην οποία κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορου­μένου πρωτοκλασάτοι των δωσιλογικών κυβερνήσεων, προβλήθηκε η άποψη ότι έπρεπε τα πολιτικά πρόσωπα να αρνηθούν τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση και τη θέση τους να πάρουν δημόσιοι υπάλληλοι με επι­κεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.

Αν και στις κατοχικές κυβερνήσεις δε συμμετείχαν μόνο άτομα με αμι­γώς πολιτική θητεία, αλλά και στρατιωτικοί και καθηγητές και άλλοι, όσοι υποστήριξαν αυτή την άποψη, στην πραγματικότητα απλώς δημαγωγού­σαν. Επεδίωκαν να αθωώσουν τον αστικό πολιτικό κόσμο και να αποδώ­σουν τη δωσιλογική στάση σε κάποιους επίορκους, ενώ παραγνώριζαν συνειδητά και μόνο στα λόγια τις ανάγκες της εγχώριας πλουτοκρατίας, την οποία υποστήριξαν όλοι οι ηγετικοί παράγοντες του αστικού πολιτικού κόσμου. Στα λόγια μόνο, διότι επί της ουσίας και οι κατήγοροι δέχονταν την ανάγκη να υπάρχει ελληνική κυβέρνηση, αλλά διαφωνούσαν εκ των ,υστέρων στη σύνθεση που θα έπρεπε να έχει αυτή.

Επομένως ο Ι. Δ. Ράλλης σωστά χαρακτήρισε «βυζαντινός συζητήσεις ανάξιας ανασκευής»1, τα όσα σχετικά πρόβαλλαν οι κατήγοροι του στη δί­κη των δωσίλογων. Εκτός τόπου και χρόνου ήταν για τα αστικά συμφέρο­ντα και ο ισχυρισμός: «Ας μην εσχηματίζετο ουδεμία Κυβέρνησις». Έτσι ή αλλιώς κάποια κυβέρνηση θα σχηματιζόταν. Ακόμα και στις συνθήκες της απόλυτης ξένης κατοχής υπάρχει η ανάγκη συμμετοχής εκπροσώπων της εγχώριας αστικής τάξης στη διαχείριση στοιχειωδών υποθέσεων.

Διάφοροι ιστοριογράφοι εμφανίζουν ως παραδοξότητα το γεγονός ότι η αστική τάξη επιδίωξε τότε να εξασφαλίσει τη συνέχεια του κράτους της. αλλά και να ενσωματώσει το κατοχικό στις μεταπολεμικές κρατικές δο­μές, παρότι αυτό ακριβώς υποστήριξε ο Ι. Ράλλης, όπως και ο Θεμιστο­κλής Τσάτσος, ο πρώτος για τις συνθήκες της κατοχικής Ελλάδας και ο δεύτερος στις συνθήκες της Μέσης Ανατολής, αναφερόμενος ωστόσο στην Ελλάδα. Και το ερμηνεύουν ως παραδοξότητα, επειδή κατά τη γνώ­μη τους οι δομές του κατοχικού κράτους ήταν ασύμβατες με εκείνες της απελευθερωμένης από το ναζισμό – φασισμό Ελλάδας.

Καμία παραδοξότητα. Οι αντιθέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στην αστική τάξη της κατοχής και της αστικής τάξης της κατεχόμενης χώρες αμ­βλύνονται μπροστά στην αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Αποδείχτηκε ότι οι αστοί το γνώριζαν αυτό καλύτερα από τον καθένα.

Και πράγματι, αυτό είναι το ζητούμενο, με βάση αυτό πρέπει να δια­μορφώνεται η πολιτική στρατηγική και θέση και όχι με βάση δευτερεύο­ντα χαρακτηριστικά που αφορούν στη μορφή και που δεν αλλοιώνουν βε­βαίως την ταξική ουσία του.

Για παράδειγμα ο Κ. Μανιαδάκης, διαβόητος υφυπουργός Ασφάλειας και δήμιος κατά την 4η Αυγούστου (1936 -1941), υπήρξε και μέλος της κυβέρνησης Τσουδερού, η οποία εγκατέλειψε την Ελλάδα λίγο πριν φτά­σει εδώ ο γερμανικός στρατός. Στη διάρκεια της Κατοχής ο Μανιαδάκης απείχε και κρυβόταν στην Αργεντινή. Μετά τον πόλεμο επέστρεψε στην Ελλάδα και εκλέχτηκε βουλευτής με την ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή. Ο Μα­νιαδάκης -όπως και εκατοντάδες αστοί πολιτικοί- υπεράσπιζε την αστική εξουσία από κορυφαίες θέσεις της και μέσα σε όλες τις μορφές άσκησης της. Τις δήθεν παραδοξότητες και τα περί ασυνέχειας του κράτους οι ξε-σκολισμένοι -πλην αυθεντικοί- αστοί τα’ αφήνουν για τους φιλολογούντες οπορτουνιστές και τους αντιδραστικούς.

Είπε ο Ράλλης:

«Αλλά το κράτος, κύριοι δικασταί, δεν παύει υπάρχον και μετά την κατοχήν […] Έχον όθεν το κατά την κατοχήν υπάρχον κράτος το δικαίωμα και την υποχρέωσιν να ζη, έχει ανάγκη νόμων, διαταγμάτων, πιστώσεων, πράξεων, ενί λόγω απάντων εκείνων των μέσων, δι ων εν Κράτος δύνα­ται να εξασφαλίσει την διαβίωσιν των αποτελούντων αυτό πολιτών, των εν αυτώ οικούντων και ζώντων»

Και ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, υπουργός στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενό­τητας» υπό τον Γ. Παπανδρέου, που σχηματίστηκε μετά το «Συμβόλαιο του Λιβάνου», μιλώντας στους υπαλλήλους του υπουργείου Δικαιοσύνης, στο Κάιρο, έλεγε αποφασιστικά και τρομοκρατώντας:

«Όπως και εις όλας τας άλλος υπηρεσίας, ούτω και εις την υπηρεσίαν του υπουργείου της Δικαιοσύνης, πρέπει να επικράτηση το αίσθημα ότι απαρεγκλίτως άκαμπτος θα είναι η θέλησις προς εργασίαν και προς επιβολήν της τάξεως. Εκ της θελήσεως ταύτης θα προκύψει η έννοια του κράτους. Όσοι θέλουν να συμμορφωθούν προς την τοιαύτην έννοιαν του κράτους θα έχουν στάδιον δράσεως. Όσοι θελήσουν να επιμείνουν εις τας κτηθείσας κακάς έξεις, θα παραμερισθούν και εάν επιμείνουν θα συντριβούν»

Τις ανάγκης της εγχώριας πλουτοκρατίας, καθώς και την αμοιβαία ταξι­κή αλληλεγγύη μαζί της, αναγνώριζαν και υλοποιούσαν βεβαίως και οι Γερμανοί κατακτητές. Ο καθηγητής Γιώργος Μαργαρίτης αναφέρει σχε­τικό παράδειγμα:

«Στις 4 Φεβρουαρίου 1943 οι γερμανικές οικονομικές αρχές έριξαν στο Χρηματιστήριο της Αθήνας 48.000 χρυσές λίρες και 1.250.000 χρυσά γαλ­λικά φράγκα. Επρόκειτο για ματωμένο χρυσάφι αρπαγμένο από τις χώρες που κατακτήθηκαν, από τις λεηλασίες και από τις περιουσίες των Εβραί­ων που είχαν σταλεί στα κρεματόρια. Οι ενδιαφερόμενοι δεν ασχολούνταν με το αίμα που έσταζε από αυτόν τον χρυσό. Τα λαμπερά νομίσματα έγι­ναν ανάρπαστα από όλους εκείνους οι οποίοι έβλεπαν να αυγατίζουν τα ει­σοδήματα τους σε δραχμές και επιθυμούσαν διακαώς να μετατρέψουν τα κέρδη τους σε κάτι πιο σταθερό: σε χρυσάφι. Στις28 Φεβρουαρίου, αυτή η δια του χρυσίου αναγνώριση των υπηρεσιών που ο ελληνικός καπιταλι­σμός πρόσφερε στη Νέα Τάξη του ναζισμού επαναλήφθηκε: 63.000χρυ­σές λίρες έπεσαν στην αγορά. Στις 2 Μαρτίου ρίχτηκαν στην αγορά 33.000 ακόμα χρυσές λίρες, την επομένη, στις 3 Μαρτίου, δύο ημέρες πριν από το αιματοκύλισμα της Αθήνας, οι συνεργάτες των Γερμανών αμείφθηκαν δια του τρόπου αυτού με ακόμα 1.700.000 χρυσά γαλλικά φράγκα. Την ώρα που στους δρόμους της πρωτεύουσας οι διαδηλώσεις του ΕΑΜ πνίγονταν στο αίμα από τους κατακτητές και την Αστυνομία, αποτρέποντας την επι­κράτηση της δουλικής εργασίας, μερικοί είχαν άλλου τύπου ασχολίες: Με­τρούσαν το χρυσάφι που οι υπηρεσίες τους στον κατακτητή και η συμμε­τοχή τους στην καταλήστευση της ίδιας τους της χώρας και του λαού της, τους εξασφάλισαν».

Τελικά οι δωσίλογοι της Κατοχής, αν και παραμένουν κρυφό καμάρι της τάξης τους, ρίχτηκαν στον Καιάδα της ιστορίας από άλλους συναδέλφους τους του αστικού πολιτικού κόσμου. Μάλιστα η ταξική πάλη τα έφερε έτσι -τραγική ειρωνεία- ώστε να μετατραπούν σε κατηγόρους των δωσίλογων εκείνοι που επίσης έπρεπε να καθίσουν στο σκαμνί του κατηγορουμένου, μαζί με τους Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλο, Ράλλη, Κατσιμήτρο και λοιπούς. Όχι βέβαια ότι οι δωσίλογοι κάθισαν πράγματι στο σκαμνί. Οι δίκες των δωσίλογων ήταν δίκες παρωδία.

Αν λοιπόν δικαίως στιγματίστηκαν, γιατί δεν είναι έτσι κι αλλιώς στιγ­ματισμένοι, πολιτικοί σαν το Νικόλαο Πλαστήρα; Σε επιστολή του από τη Νίκαια της Γαλλίας έγραψε μεταξύ άλλων στις 2 1 του Απρίλη 1941:

«Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να γίνει Κυβέρνηση φιλογερμανική για να καταστήσωμεν ολιγώτερον οδυνηράν την ήτταν. Αυτό πρέπει να γίνη και αν ακόμη θα ηξεύραμε ότι ο πόλεμος θα ετελείωνε και μετά τινας μόνον μήνας με τελείαν ήτταν του άξονος (όπερ απίθανον)».

Οι δωσίλογοι πρόδωσαν το έθνος, για να το σώσουν, δηλαδή για να σώ­σουν την αστική τάξη και την εξουσία της, που τις ταυτίζουν με τα εθνι­κά συμφέροντα. Και φυσικά δεν τους απασχολούσε καθόλου αν θα το έκα­ναν αυτό με γερμανικά ή με άλλα όπλα, αν δίπλα στην ελληνική σημαία τους κυμάτιζε και η σβάστικα ή όχι, αν οι στολές τους ήταν χρώματος φαι­ού ή ευζωνικές. Συνεργάστηκαν ανοιχτά με τους Γερμανούς και κρυφά με τους Εγγλέζους, έτοιμοι να συνεργαστούν ανοιχτά και με τους τελευταί­ους. Δικτατορικοί στο παρελθόν, όποτε χρειαζόταν, αλλά και κοινοβου­λευτικοί, πάλι όποτε χρειαζόταν. Μήπως και πριν από τον πόλεμο δεν υπήρ­ξε ανάλογη πολιτική στάση και κομματικές μεταπηδήσεις; Στρατιωτικά πραξικοπήματα έγιναν και από τους Βενιζελικούς και από τους του Λαϊ­κού Κόμματος και από άλλες αστικές πτέρυγες.

Και οι μεν και οι δε, ταξικοί. Επισήμως, πάλι για να διασωθεί η τάξη, στιγματίστηκαν ελάχιστοι, που εμφανίστηκαν ως ενσάρκωση της τιμω­ρού εθνικής συνείδησης των ιερών και οσίων της φυλής. . . Και ο Γκύντερ Αλτενμπουργκ, επιτετραμμένος του Ράιχ στην Ελλάδα, έμεινε με την . . . απορία: «. . . Ιδιαίτερα με ξένισε η δικαστική δίωξη που ασκήθηκε κατά του καθηγητή Λούβαρι. Αυτός μόνο μετά από προτροπή τον Δαμασκηνού δέχθηκε να αναλάβει το Υπ. Πολιτισμού στην κυβέρνηση Ράλλη, χωρίς ωστόσο ο αρχιεπίσκοπος, ο οποίος στο μεταξύ είχε αναλάβει αντιβασιλέας, να πάρει το μέρος του κατά τη διάρκεια της δίκης. Αντίθετα, στην Αγγλία για παράδειγμα, η βρετανική κυβέρνηση ευχαρίστησε επίσημα, με­τά τον πόλεμο, τις προσωπικότητες εκείνες, οι οποίες στην κατοχή ορι­σμένων νησιών της Μάγχης είχαν συνεργαστεί με τις γερμανικές αρχές κατοχής προς όφελος των συμπατριωτών τους».

Η κυβέρνηση που σχημάτισε στις 7 Απρίλη του 1943 ο Ιωάννης Δ. Ράλ­λης ήταν η τρίτη στη σειρά κατοχική κυβέρνηση που αναλάμβανε τη «δια­κυβέρνηση» της χώρας με γερμανική εντολή. Είχαν προηγηθεί οι κυβερ­νήσεις του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου (29 Απρίλη 1941-2 Δε­κέμβρη 1942) και του καθηγητή της Ιατρικής Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου (2 Δεκέμβρη 1942 – 6 Απρίλη 1943), τον οποίο όρισε πρωθυπουρ­γό ο Τσολάκογλου.

Ο τελευταίος, από τους πρωτοστάτες της συνθηκολόγησης με το γερ­μανικό στρατό και της παράδοσης της χώρας στους Γερμανούς, τερμάτι­σε τον πρωθυπουργικό βίο του μετά από 18 μήνες. Η αστική τάξη χρεια­ζόταν μία «νέα» κατοχική κυβέρνηση, πιο κατάλληλη και ικανή να «χειριστεί» το λαό. Ο Λογοθετόπουλος δεν εκπλήρωνε τις απαραίτητες προϋποθέσεις και λόγω πολιτικής οξυδέρκειας και λόγω πολιτικής επιρροής. Η επιλογή του ως πρωθυπουργού ήταν αναγκαστική και φανερά μεταβατική λύση. Σύντομα επαναβεβαιώθηκε ότι τη θέση του πρωθυπουργού έπρεπε να καταλάβει πρόσωπο αποφασιστικό, προερχόμενο από τον αστικό πολιτικό κόσμο του κοινοβουλευτισμού, προκειμένου να διευρυνθούν οι συμμαχίες και η κοινωνική βάση της κατοχικής κυβέρνησης. Ο Ι. Δ. Ράλλης, στον οποίο προτάθηκε η πρωθυπουργία, εκείνη την ώρα αρνήθηκε. Βασικός λόγος ήταν το ότι δεν έγινε δεκτό το αίτημα του να δημιουργηθούν κι Τάγματα Ασφαλείας. Ως αιτία της απόρριψης φέρεται η αντίδραση της Ιταλικής στρατιωτικής διοίκησης.

Β. ΤΑ ΤΑΓΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Λίγο αργότερα οι γερμανικές αρχές Κατοχής επανήλθαν στον Ι. Δ. Ράλλη, γιο πρωθυπουργού και επί χρόνια βουλευτή και υπουργό τον ι «Λαϊκού Κόμματος» (Δ. Γούναρη, Π. Τσαλδάρη). Βρισκόμαστε στους πρώτους μήνες του 1943, τότε που οι διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες είχαν αρχίσει να αλλάζουν ουσιαστικά σε βάρος του Άξονα.

Διεθνώς συντελούνταν ριζική στροφή στην πορεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μετά τη συντριβή των γερμανικών στρατιών στο Στάλινγκραντ. Από την άλλη, διαφαινόταν ότι από μήνα σε μήνα η Ιταλία θα κα­τέρρεε, όπως και έγινε. Στις 8 Σεπτέμβρη του 1943 η Ιταλία συνθηκολό­γησε.

Στην Ελλάδα, το ΕΑΜ αναπτυσσόταν και ο ΕΛΑΣ είχε συγκροτηθεί, ενώ τα πρώτα σημάδια μιας θυελλώδους ανάπτυξης και των δύο ήταν ορα­τά. Στις 5 Μάρτη του 1943 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το μεγάλο συλ­λαλητήριο που ματαίωσε την πολιτική επιστράτευση.

Το έδαφος λοιπόν άρχισε να τρίζει κάτω από τα πόδια της αστικής τά­ξης. Οι γερμανικές και ιταλικές αρχές Κατοχής δέχτηκαν τον βασικό όρο να δημιουργηθούν τα Τάγματα Ασφαλείας.

Στις 18 Ιούνη του 1943 δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα της Κυβερνή­σεως» ο νόμος 260/1943 «περί συγκροτήσεως τεσσάρων ευζωνικών ταγ­μάτων».

Αρχικά προβλεπόταν να συγκροτηθούν δύο «ευζωνικά τάγματα» στην Αθήνα και δύο στη Θεσσαλονίκη. Μέχρι το τέλος του 1943 είχε ολοκλη­ρωθεί η συγκρότηση τους στην Αθήνα, ενώ δεν έγινε το ίδιο και στη Θεσσαλονίκη, όπου ματαιώθηκε η δημιουργία των συγκεκριμένων Ταγμά­των. Ωστόσο δημιουργήθηκαν διάφορες ποικιλώνυμες οργανώσεις των Ταγματασφαλιτών στη Μακεδονία και στη Θράκη, όπου κρατικός εκ­πρόσωπος ήταν ο συνταγματάρχης Αθανάσιος Χρυσοχόου, γενικός επι­θεωρητής των Νομαρχιών της Βόρειας Ελλάδας, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, που εκτός των άλλων καθοδηγούσε τα Τάγματα Ασφαλείας, σε συ­νεργασία με τους Γερμανούς.

Στη συνέχεια συγκροτήθηκαν Τάγματα Ασφαλείας στην Πελοπόννη­σο, καθώς και σε άλλες περιοχές όπως στην Εύβοια, στην Ήπειρο, στην Αιτωλοακαρνανία, στη Φθιώτιδα και αλλού. Σύμφωνα με έκθεση του Γε­νικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ8, που καλύπτει την περίοδο του Αυγούστου 1944, ο αριθμός των Ταγματασφαλιτών έφθανε τις 14.475, αριθμός που υπολειπόταν του πραγματικού. Όταν τέλειωνε η Κατοχή ήταν κατά πολύ περισσότεροι.

Στα τέλη Οκτώβρη του 1943, σε μυστική σύσκεψη που πραγματοποίη­σαν μεγαλοβιομήχανοι και μεγαλομαυραγορίτες, αποφασίστηκε να χρη­ματοδοτηθεί ο Ράλλης με μεγάλα χρηματικά ποσά για να εξοπλίσει τα Τάγ­ματα Ασφαλείας.

Ως προς το λόγο της δημιουργίας των Ταγμάτων Ασφαλείας ο Ράλλης είναι αφοπλιστικός:

«.. .διότι εμφανώς πλέον έβλεπαν τας προθέσεις του ΕΑΜ και εθεώρουν (η Χωροφυλακή είχεν υποστεί κάπως την επίδρασιν των κομμουνιστών κατά ένα μέρος) ότι ήτο απαραίτητος ανάγκη να υπάρχουν τμήματα απο­λύτως εθνικιστικά δυνάμενα να αντιπαλαίσουν κατά των καταχθονίων σκοπών του κομμουνισμού και να αναλάβουν την προστασίαν του κινδυνεύοντος κοινωνικού μας καθεστώτος». Και σε άλλο σημείο:

«Η αναρχία εδέσποζε της χώρας όλης, ως είπον ήδη. Αι πρόοδοι των ανα­τρεπτικών στοιχείων ήσαν καταφανείς. Τα θεμέλια του κοινωνικού μας καθεστώτος εσείοντο. Έπρεπε το κράτος να παρασκευασθή δια την άμυνάν του, εάν ήθελε να ζήση».

Αυτή η τοποθέτηση του Ράλλη, η οποία-όπως προαναφέρθηκε- δεν ήταν άποψη και στόχος μόνο του Ράλλη, δε σηκώνει παρερμηνείες και αποτε­λεί ξεκάθαρη απάντηση, δοσμένη μάλιστα πριν από 65 χρόνια, σε όσους υποστήριξαν στο παρελθόν και υποστηρίζουν απόψεις σε σύγκρουση με τα πραγματικά γεγονότα.

Μία από αυτές είναι του σοσιαλδημοκράτη γνωστού δημοσιογράφου Βάσου Μαθιόπουλου, ο οποίος υιοθετεί την εξής εκδοχή για τους ταγματασφαλίτες:

«Είναι εξτρεμιστές, εθνικιστές και αντικομμουνιστές. Στην πραγματι­κότητα, πρόκειται για πρόσωπα που δεν έχουν καμιά ιδεολογία αλλά σκο­τεινό παρελθόν. Ο κομμουνισμός αποτελεί γι’ αυτούς πρόσχημα. Εκείνο που ενδιαφέρει τα μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας είναι η λεηλασία, η αρ­παγή και η καταστροφή της μακεδονικής γης. Η χωρίς όρια καταστρο­φή!».

Δεν είναι σωστό ότι οι ταγματασφαλίτες δεν είχαν ιδεολογία ούτε ότι ο σκοπός τους ήταν γενικά η αρπαγή. Είναι βεβαίως γεγονός ότι στα Τάγ­ματα Ασφαλείας είχαν προσχωρήσει και πολλά λούμπεν στοιχεία και δια­φόρων ειδών τρωκτικά. Είχαν προσχωρήσει και άτομα που για ένα πιάτο φαΐ δεν δίσταζαν μπροστά σε τίποτα. Επόμενο, αφού τα παιδιά ευκατά­στατων οικογενειών, τους οποίους η κυβέρνηση Ράλλη κάλεσε να κατα­ταγούν, αρνήθηκαν, για να μην διακινδυνεύσουν… Αλλά είναι επίσης γε­γονός ότι στα Τάγματα είχαν προσχωρήσει και ιδεολόγοι αντικομμουνιστές, ενώ καθένας που προσφερόταν να καταταχθεί στα Τάγματα Ασφαλείας, πέρα από το ότι ελεγχόταν η πολιτική του προέλευση, υπέγραφε στη σχετική αίτηση ότι κατατάσσεται για να υπερασπίσει το κοινωνικό κα­θεστώς και να αγωνιστεί κατά των κομμουνιστών, εχθρών του έθνους και της πατρίδας.

Τα τότε γεγονότα δίνουν επίσης απάντηση στους εκπροσώπους της «αναθεώρησης»· Αυτοί οι ιστορικοί, καθώς και άλλοι της αστικής δια­νόησης, όπως και ο Ράλλης αιτιολογούν τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας ως αποτέλεσμα της τρομοκρατίας που ασκούσε το ΕΑΜ στους κατοίκους της υπαίθρου! Έγραψε σχετικά ο Στάθης Καλύβας του Γέιλ:

«Η εκστρατεία δολοφονίας αμάχων που διεξήγαγε το ΕΑΜ το χειμώνα του 1943-’44 δεν περιορίστηκε στην Αργολίδα. Ένα παρόμοιο κύμα δο­λοφονιών σάρωσε ολόκληρη την Πελοπόννησο την ίδια εποχή, ενδεχο­μένως και ολόκληρη τη χώρα».

Τα ίδια επαναλαμβάνει ο πεζογράφος και ακαδημαϊκός Θανάσης Βαλ­τινός:

«Τα Τάγματα έγιναν αργότερα. Ως αντίδρασις των όσων συνέβησαν. Των συλλήψεων και εκτελέσεων». Από την άλλη, γράφει ο Καλύβας:

«Στα μάτια ενός απληροφόρητου παρατηρητή οι επιδρομές αυτές φα­ντάζουν σαν άσκηση αδιάκριτης βίας από τους κατακτητές σε βάρος αθώ­ων πολιτών. Είναι όμως σαφές πως επρόκειτο επίσης για επιλεκτικές πρά­ξεις αντιποίνων, στο πλαίσιο μιας κλιμακούμενης τοπικής διένεξης»!!!

Είναι από εκείνους που ξαναγράφουν την Ιστορία! Γιατί, βεβαίως, συνέ­βαινε το ακριβώς αντίθετο. Οι ταγματασφαλίτες ήταν ένα τρομοκρατικό και δολοφονικό χέρι που στρεφόταν συνολικά εναντίον του απλού λαού, ακόμα και αμέτοχων στο κίνημα, για να υποταχθεί, να αποθαρρυνθεί η προσχώρηση στο ΕΑΜ και να δημιουργηθούν κεντρόφυγες τάσεις απομαζικοποίησης του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Και ταυτόχρονα, να συσπειρω­θούν εναντίον του ΕΑΜ και του ΚΚΕ όσο το δυνατό περισσότερα μικρο­αστικά στρώματα, που αποτελούσαν τότε τη μεγάλη πλειοψηφία του πλη­θυσμού.

Τα Τάγματα Ασφαλείας χρησιμοποιήθηκαν και το Δεκέμβρη του 1944 εναντίον του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Ο στρατηγός Λεωνίδας Σπαής, τότε υφυπουργός Στρατιωτικών, έγραψε.

«Συνολικά υπήρχαν27.000 άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, Χρησιμοποιήσαμε 12.000, τους λιγότερο εκτεθειμένους και οπωσδήποτε κανέ­να από τα σημαίνοντα στελέχη. Τους ντύσαμε και τους εξοπλίσαμε».

Η παραπάνω ομολογία δεν είναι και η μοναδική. Ο στρατηγός Γρηγορόπουλος, επιτελάρχης του στρατιωτικού διοικητή Αττικής Σπηλιωτόπουλου, έγραψε:

«Μόνον τα Τάγματα Ασφαλείας απετέλουν σοβαράν δύναμιν, ικανήν να αντιμετώπιση τα εν τη πάλει των Αθηνών-Πειραιώς υπάρχοντα και κα­θημερινώς ενισχυόμενα ένοπλα τμήματα ΕΑΜ, ΕΛΑΣ…»».

Δεν είναι βεβαίως σωστό ότι η χρησιμοποίηση των Ταγμάτων Ασφα­λείας στις μάχες του Δεκέμβρη 1944 με τον ΕΛΑΣ έγινε απλώς και μόνο εξ ανάγκης, επειδή ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν συντριπτικός υπέρ του ΕΑΜ, όπως υποστηρίζεται. Γιατί και αν ακόμα δεχτούμε αυτό τον ισχυρισμό και υποθέσουμε ότι σε διαφορετική περίπτωση τα Τάγματα Ασφαλείας δε θα χρησιμοποιούνταν κατά του ΕΛΑΣ, παραμένει βέβαιο ότι: Τα Τάγματα Ασφαλείας δημιουργήθηκαν για να κτυπήσουν το ΚΚΕ και την ΕΑΜική Αντίσταση, για να υπερασπίσουν την αστική εξουσία. Από αυτή την άποψη αποτελούσαν ένα βασικό μηχανισμό της καπιταλι­στικής εξουσίας.

Γ. ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΔΙΕΘΝΩΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, που η μεγάλη τους όξυνση είχε οδη­γήσει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνέχισαν και μετά από αυτόν και εξαιτίας των αποτελεσμάτων του να παραμένουν εξαιρετικά οξυμένες και μάλιστα να οξύνονται ακόμα περισσότερο και γοργά. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Από τη μία πλευρά ήταν η χιτλερική Γερμανία, η Ιαπωνία και η Ιταλία του Μουσολίνι, μαζί με τους συμμάχους τους (Βουλγαρία, Ρουμανία κ.ά.).

Απέναντι στον Άξονα βρέθηκαν αρχικά η Μ. Βρετανία, η Γαλλία και σει­ρά άλλων καπιταλιστικών κρατών. Αργότερα προστέθηκαν οι ΗΠΑ.

Ήταν και αυτός πόλεμος ιμπεριαλιστικός, για το ξαναμοΐρασμα του κό­σμου. Η νικημένη και ταπεινωμένη πλευρά του πρώτου πολέμου, η Γερ­μανία, επιζητούσε μανιωδώς τη ρεβάνς. Οι αντιθέσεις ήταν αδύνατο να τι­θασευτούν, παρά το γεγονός ότι κοινός αντίπαλος και των δύο ιμπεριαλι­στικών στρατοπέδων ήταν η Σοβιετική Ένωση, που μπήκε στον πόλεμο στις 22 Ιούνη του 1941, μόλις η Γερμανία επιτέθηκε εναντίον της.

Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις διαπέρασαν κάθετα όλα τα καπιτα­λιστικά κράτη, δημιουργώντας στο καθένα δύο αντιμαχόμενες αστικές παρατάξεις, συγκριτικά μικρότερης ή μεγαλύτερης πολιτικής εμβέλειας η μία από την άλλη. Η τοποθέτηση των αστικών δυνάμεων σε αυτή ή στην έτερη μεριά καθοριζόταν από γενικότερους ταξικούς λόγους, φυσικά και από συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι οι οικονομικές δοσοληψίες γερμανικών και ιταλικών οικονομικών με­γαθηρίων με εγγλέζικα, αμερικανικά και άλλα μονοπώλια, ποτέ δε στα­μάτησαν.

Πολλοί αστοί (οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες, καθώς και δια­νοούμενοι), εκτός από τους παραπάνω λόγους, θεωρούσαν τη Γερμανία πιο ικανή και αποφασισμένη να συντρίψει τη σοβιετική εξουσία.

Φυσικά η κατάσταση διαγραφόταν πολύ πιο σύνθετη. Παράλληλα με την αντιπαράθεση, καταβάλλονταν διπλωματικές προσπάθειες (π.χ. από το Βατικανό και άλλες αστικές δυνάμεις) να συνενωθεί ο καπιταλιστικός κόσμος εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Ταυτόχρονα, οι αντιμαχόμενες πλευρές των αστικών δυνάμεων δε συγκροτούσαν -σταθερά ή και προ­σωρινά- δύο μεταξύ τους «καθαρά» αντίπαλα στρατόπεδα.

Ως προς αυτό το τελευταίο, αν δούμε ως παράδειγμα την Ελλάδα, παρα­τηρούμε ότι με το μέρος της γερμανικής πλευράς πέρασαν και αστοί που είχαν παραδοσιακούς δεσμούς με τη Μ. Βρετανία ή και παρέμειναν υπο­στηρικτές του αστικού κοινοβουλευτισμού. Η συνεργασία με τα στρα­τεύματα Κατοχής προσέδιδε στο αστικό κράτος πελώρια δύναμη κατα­στολής. Αντιλαμβάνονταν ακόμα ότι ο πόλεμος κάποια στιγμή θα τελει­ώσει και έπρατταν αναλόγως. Στο παράδειγμα της Ελλάδας αυτός ο «δι-πλ09> ρόλος επίσης εκδηλώθηκε χαρακτηριστικά. Γιατί τι το διαφορετι­κό είπαν και έκαναν οι Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλος και Ράλλης, από όσα περιείχε η παραπάνω επιστολή Πλαστήρα; Και αν η έμπνευση να συ­γκροτηθούν τα Τάγματα Ασφαλείας ανήκει και στους «φιλελεύθερους» Θεόδωρο Πάγκαλο και Στυλιανό Γόνατα, βενιζελικός ήταν και ο Γεώρ­γιος Πούλος, απότακτος αξιωματικός μετά το αποτυχημένο κίνημα του Βενιζέλου το 1935 επικεφαλής του περιβόητου «τάγματος Πούλου» έδρασε μαζί με τους γερμανούς κατά του λαού στη Βόρεια Ελλάδα. Καμία εντύπωση δεν προξενεί το γεγονός. Και ο Πλαστήρας ήταν θαυμαστής του Μουσολίνι.

Επομένως είναι μονόπλευρη η άποψη που καλλιεργείται επί χρόνια, ότι τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν αποκλειστικό έργο της κυβέρνησης 1. Ράλ­λη και των γερμανικών αρχών Κατοχής. Ήταν -άμεσα ή έμμεσα- έργο όλων των ντόπιων αστικών πολιτικών δυνάμεων, καθώς και της Μεγά­λης Βρετανίας. Αυτό είναι πια αποδεκτό από πληθώρα πολιτικών και ιστο­ριογράφων.

Έγραψε σχετικά ο Κομνηνός Πυρομάγλου, υπαρχηγός του ΕΔΕΣ:

«…η κυβέρνησις Ι. Ράλλη είναι, εις τας παραμονάς της απελευθερώσε­ως της Ελλάδος, η πρώτη «Δυτικοσυμμαχική» Κυβέρνησις εις την Ελλάδα[…]. Συνεπώς, η Κυβέρνησις Ράλλη και τα Τάγματα Ασφαλείας, δεν είναι απλώς μία Κατοχική Κυβέρνησις, αλλά προ παντός, η «Τρίτη Δύναμις», η δυναμική εμφάνισις των Παλαιών Κομμάτων, η διεκδικούσα εθνική και πολιτική δύναμις την Εξουσίαν μετά την απελευθέρωσιν».

Ο ίδιος επίσης υποστηρίζει:

«Τας δολιχοδρομήσεις και την γραμμήν πλεύσεως των Παλαιών Κομ­μάτων, θα τας συνοψίσουμεν ως κατωτέρω:

[…] δ) Έμμεσος συνεργασία με την Κυβέρνησιν Ι. Ράλλη, ως προς τον ΕΑΜ/ΕΛΑΣ […].

 […] ε) Ενίσχυσις και ανάπτυξις των Ταγμάτων Ασφαλείας...»»’.

Και σε άλλο σημείο ο Κ. Πυρομάγλου υπογραμμίζει:

«Η κυβέρνησις Ι. Ράλλη σχηματίζεται, την 8ην Απριλίου 1943. μι: την ρητήν συγκατάθεσιν των Αρχηγών των αστικών Πολιτικών Κομμάτων και την υποστήριξιν των Αρχών Κατοχής εις την Ελλάδα, ιδιαιτέρως των Γερμανών. Ακόμη και με την σιωπηράν έγκρισιν του Βασιλέως Γεωργίου Β’ και την σιωπηράν ανοχήν του Λονδίνου».

Στο βιβλίο του Σπύρου Γασπαρινάτου «Η ΚΑΤΟΧΗ» διαβάζουμε σχετικά:

«… στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 ο αντιστράτηγος Κ. Μαζαράκης διαβίβασε έγγραφο του κατοχικού πρωθυπουργού Ι. Ράλλη απευθυνόμενο «προς τον Αρχιστράτηγον Στρατιάς Μέσης Ανατολής – Προς τον Α.Ε. κ. Παπανδρέου». Σ’ αυτό ο κατοχικός πρωθυπουργός πληροφορεί για την πρόθεση των Γερμανών ως προς τη «δυνατότητα να ύπαρξη εγγύησις της τά­ξεως εις την πρωτεύουσαν έναντι εντίμου τοπικής συνθηκολογήσεως» (των γερμανικών δυνάμεων). Επίσης, τονίζει ότι «εν πάση περιπτώσει, θα ήτοχρήσιμον να εγνώριζον τας οδηγίας σας εν ενθέτω χρόνω, δια να συ­ντονίσω μικρός στρατιωτικός δυνάμεις και να συγκρα-τήσω επ’ ολίγας ώρας εις απόστασιν πολυπληθείς ομάδας τρομοκρατών έτοιμους να ει­σβάλουν εις πρωτεύουσαν, δια να καταλάβουν την εξουσίαν και να δημι­ουργήσουν τετελεσμένα γεγονότα». Βλ. το κείμενο εις Τσουδερού, Ιστο­ρικό Αρχείο, Γ2, σελ. 1225».

Ας δούμε τι λέει και η γερμανική πλευρά, δια του Γκύντερ Αλτενμπουργκ, πληρεξούσιου (πρέσβη) του Ράιχ στην Ελλάδα εκείνα τα χρόνια:

«… θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι ο Ράλλης είχε δηλώσει επανειλημμέ­να σε μεταξύ μας συζητήσεις, ότι ανέλαβε το αξίωμα μετά από συνεννόη­ση με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καϊρου».

Ο Κρις Γούντχαουζ, αρχηγός της συμμαχικής στρατιωτικής αποστολής στα ελληνικά βουνά μετά την αποχώρηση του Εντυ Μάγιερς, έγραψε:

«Ο Ράλλης έβλεπε τα Τάγματα Ασφαλείας ως μία γέφυρα δια το πέρα­σμα της Ελλάδος από της γερμανικής κατοχής εις την απελευθέρωσίν της υπό των συμμάχων, χωρίς να μεσολαβήσει κανένα χάος».

Και ο Λαντς, ο Γερμανός διοικητής των Ιωαννίνων, κατέθεσε για τον Ναπολέοντα Ζέρβα, αρχηγό του ΕΔΕΣ, στις 4 Φλεβάρη του 1947 στο αμε­ρικανικό στρατοδικείο:

«Είχα συνάψει μία απόρρητη συμφωνίαμε τονδιοικητή των εθνικιστών ανταρτών στρατηγό Ζέρβα για κατάπαυση του πυρός. […] Ο στρατηγός Ζέρβας με ειδοποιούσε δια μέσον του αξιωματικού συνδέσμου που είχα κοντά του – θα μπορούσα να αναφέρω το όνομα του – σχετικά με επικείμε­νες συγκρούσεις με τους Ελασίτες. Έτσι βοηθούσα το Ζέρβα στον αγώνα τον εναντίον των κομμουνιστών ανταρτών».

Ταυτόχρονα, τους κατοχικούς πρωθυπουργούς επιδοκίμασε σύσσωμος ο αστικός πολιτικός κόσμος. Διαβάζουμε: «Ο πρωθυπουργός κ. Τσολά­κογλου εδέχθη χθες τους Πολιτικούς ηγέτας της χώρας, κ.κ. Πάγκαλον, Γονατάν, Οθωναίον, Μάξιμον, Κ. Τσαλδάρην, Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλόπουλον, Β. Δηλιγιάννην, Γ. Πεσματζόγλου, Γ. Μερκούρην, Βελέντζαν και Περ. Ράλλην. Μετά τας συνομιλίας εδόθη εις τον Τύπον η κά­τωθι επίσημος ανακοίνωσις:

Ο κ. Πρωθυπουργός ήκουσε μετά προσοχής τας γνώμας των ανδρών τού­των, αφού εξέθεσε την κατάστασιν και τας ακολουθητέας κατευθύνσεις της Κυβερνήσεως. Πάντες ανεγνώρισαν ότι η κυβέρνησις Εθνικής Ανά­γκης είναι επιβεβλημένον να υποστηριχθή εκ μέρους πάντων των Ελλή­νων άνευ επιφυλάξεων και ειλικρινώς».

Στην απολογία του στο δικαστήριο των δωσίλογων ο Ι. Ράλλης είπε:

«Μοι επιβάλλεται όμως εν τω σημείω τούτω να εκφράσω τας ζωηρός μου ευχαριστίας εις τον πάντοτε αντίπαλόν μου αλλ’ εξόχου καλής πίστεως άνδρα, τον σεβαστόν πρόεδρον κ. Σοφούλην, βεβαιώσαντα ότι εθνικώς κατά την πρωθυπουργίαν μου επολιτεύθην». Ας μην ξεχνάμε ότι ο Θεμ. Σοφούλης ήταν μάρτυρας υπεράσπισης του Ράλλη στη δίκη των δωσίλο­γων. Ήταν ο ίδιος που είχε πει στο δολοφόνο Πλυτζανόπουλο: «Τα Τάγ­ματα και τα μάτια σας»!

Αλλά και η σύνθεση της κυβέρνησης Ράλλη είναι πολύ εύγλωττη. Στα μέλη της συγκαταλέγονταν ο βενιζελογενής υπουργός των Εσωτερικών Αντ. Ταβουλάρης, άνθρωπος της εμπιστοσύνης του δικτάτορα θ. Πάγκα­λου, καθώς και ο Ν. Καλύβας, υπουργός Εργασίας, παλαιός συνδικαλιστής και σοσιαλιστής. (Ο Καλύβας εκτελέστηκε από την ΟΠΛΑ, έξω από το σπίτι του στο Κολωνάκι, στις 27 του Γενάρη 1944)28.

Εξάλλου και ο Δαμασκηνός έγινε αρχιεπίσκοπος στις 6 Ιούλη του 1941 με τη συναίνεση των Γερμανών και των Εγγλέζων και αφού άλλαξε υπέρ του το συσχετισμό στην Ιερά Σύνοδο μαζί με τον Γ. Τσολάκογλου, που καθαίρεσε τον μέχρι τότε αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο. Εγγλεζόφιλος δεν ήταν μόνο ο Δαμασκηνός, ήταν και ο Άγγελος Έβερτ, ήταν και Ι. Δ. Ράλλης.

Από την άλλη μεριά, ο Βασίλης Μπαρτζιώτας, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ εκείνα τα χρόνια, έγραψε:

«Τα ελληνόφωνα κτήνη, σαν τον Ράλλη και Ταβουλάρη [. ..]με τη βοή­θεια της Αγγλίας, του βασιλιά Γλύξμπουργκ και των αστικών κομμάτων (του Σοφούλη, του Καφαντάρη, του Κ. Τσαλδάρη, του Γόνατα κτλ., κτλ.) ετοίμαζαν ένοπλες δυνάμεις, για να αιματοκυλίσουν το λαό».

Η αντίθεση που διαπέρασε την αστική τάξη της Ελλάδας ήταν επόμενο να εκφραστεί και στην καταρχάς αντιφατική αντιμετώπιση που είχαν τα Τάγματα Ασφαλείας από το αστικό τμήμα των κυβερνήσεων του Καιρόν ι. Το γεγονός δηλαδή ότι η αστική τάξη προσπαθούσε να σύρει το ΕΑΜ σ»; συνεργασία επωφελή για την ίδια, με σκοπό να το τσακίσει, την ίδια ώρα που το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κρατούσε αδιάλλακτα εχθρική στάση απέναντι στα Τάγματα, που την υποχρέωνε να καταγγέλλει δημοσίως τα Τάγματα Ασφαλείας, προκειμένου να επιτύχει το κύριο, την εξουδετέρωση του ΕΑΜ.

Αυτό έκανε στη Συμφωνία του Λιβάνου, καθώς το ΕΑΜ απαιτούσε ν« χαρακτηριστούν τα Τάγματα ως εθνοπροδοτικά. Ο ελιγμός είναι βέβαια φανερός.

Τον ίδιο ελιγμό έκαναν τότε τα αστικά κόμματα και στο θέμα του βα­σιλιά, για τον οποίο το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ επίσης τηρούσε αδιάλλακτη στάση. Παρά τις προσπάθειες του Γεωργίου Β’ και την επιμονή του να έρθει στην Ελλάδα με την απελευθέρωση, οι Εγγλέζοι και ο Γ. Παπανδρέου αρνήθη­καν κατηγορηματικά, μεταθέτοντας την άφιξη του στο μέλλον, τότε που (και εφόσον) ο λαός θα αποφάσιζε με δημοψήφισμα για την τύχη του βα­σιλικού θεσμού. Αυτό απαιτούσε το ΕΑΜ και οι αστοί πολιτικοί συναί­νεσαν, γνωρίζοντας ότι καμία συμφωνία δεν ήταν δυνατή δίχως την απο­δοχή και αυτού του όρου.

Η Συμφωνία του Λιβάνου όριζε στο «ΕΚΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ»:

«Η επιβολή σκληρών κυρώσεων κατά των προδοτών της πατρίδας και κατά των εκμεταλλευτών της δυστυχίας του λαού μας».

Και η Συμφωνία της Καζέρτας:

«5. Τα Τάγματα Ασφαλείας θεωρούνται ως όργανα του εχθρού, θα χα­ρακτηρισθούν ως εχθρικοί σχηματισμοί, εκτός εάν παραδοθούν συμφώνως προς διαταγάς εκδοθησόμενες παρά του Στρατηγού Διοικούντος τας εν Ελλάδι δυνάμεις».

Έτσι τα Τάγματα Ασφαλείας, ιδιαίτερα λίγο πριν από τη Συμφωνία της Καζέρτας, βρέθηκαν για ένα διάστημα απροστάτευτα στη μέγγενη του ΕΛΑΣ και των εξαγριωμένων λαϊκών μαζών που είχαν δεινοπαθήσει. Οι Γερμανοί ετοιμάζονταν να φύγουν από την Ελλάδα, ο ΕΔΕΣ -ως συμβαλ­λόμενο μέρος της Συμφωνίας του Λιβάνου και της Καζέρτας- δεν μπορούσε πια να δεχτεί εύκολα στις γραμμές του Ταγματασφαλίτες για να τους ντύ­σει ΕΔΕΣίτες.

Αυτό το διάστημα διεξήχθη η μεγάλη μάχη του Κιλκίς (4 Νοέμβρη 1944), ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στις ποικιλώνυμες οργανώσεις των Ταγμάτων Ασφαλείας της Βόρειας Ελλάδας που συγκεντρώθηκαν στο Κιλκίς (8.000 -10.000 ένοπλοι από την κάθε πλευρά) και που έληξε με τη συντριβή των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Δίκαιη λοιπόν η αγανάκτηση του Ράλλη, βλέποντας συναδέλφους του των ελληνικών κυβερνήσεων του Καΐρου να τον καταγγέλλουν ως εθνοπροδότη, ενώ στο προηγούμενο διάστημα είχαν χαιρετίσει τη στάση του!

Δ. το ταξικο και το εθνικοαπελευθερωτικο αλληλενδετα στοιχεια

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, που μία από τις ιδιομορφίες του, σε σύγκριση με τον πρώτο, ήταν η κατάκτηση και κατοχή χωρών από ξένα στρατεύ­ματα, διαμόρφωσε συνθήκες υψηλού βαθμού όξυνσης των κοινωνικοταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό των περισσότερων καπιταλιστικών χω­ρών, όπου η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας βρισκόταν σε άμεση συνάρ­τηση με το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο της πάλης.

Αυτές οι αντιθέσεις δεν αποδίδονται, αντίθετα συγκαλύπτονται, με τον χαρακτηρισμό «αντίθεση δεξιάς – αριστεράς». Γιατί κι αν ακόμα δεχόμα­στε αυτή την ορολογία, τίθεται το ερώτημα: Πού βρισκόταν τότε το «Κέ­ντρο»; Γιατί ουδέτερο δεν ήταν ούτε οι εκπρόσωποι του είχαν.. .εξαφανι­στεί από προσώπου γης. Η ορολογία «δεξιά, κέντρο, αριστερά» κρύβει επί­σης ποια τάξη εκφράζει κάθε κόμμα και ποιες κοινωνικοπολιτικές δυνά­μεις συγκρούονται.

Με βάση τις παραπάνω αντιθέσεις δεν είναι αντικειμενικός ούτε ο χα­ρακτηρισμός «Έλληνες εναντίον Ελλήνων», που έγινε και τίτλος βιβλίου. Τέτοιοι χαρακτηρισμοί, με πιο γνωστό εκείνον του «εμφυλίου πολέμου», κρύβουν το χαρακτήρα που έχει ο ένας ή ο άλλος πόλεμος (π.χ. ταξικός, εθνικο -απελευθερωτικός), γιατί προτάσσουν ως κριτήριο το κοινό φυλετι­κό στοιχείο των αντιμαχομένων ή και αποδίδουν το χαρακτήρα του πολέμου αποκλειστικά με αυτό το κριτήριο.

Μάλιστα, η σχολή της «αναθεώρησης» της ιστορίας, σχολή του χυδαίου αντικομμουνισμού, διαπράττει την εξής λαθροχειρία: Εκτιμώντας ότι η ταξική σύγκρουση στην Ελλάδα άρχισε το 1943 (γιατί όχι το 1942;), από τότε δηλαδή που δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας, υποβαθμίζει ή «απαλύνει» μέχρι και εξαφάνισης το στοιχείο της ξένης κατοχής.

Ο καθηγητής Ευάνθης Χατζηβασιλείου αναφέρθηκε στους σκοτωμέ­νους -μετά από μάχες με τον ΕΛΑΣ- ταγματασφαλίτες της Αργολίδας, του Κιλκίς και της Δυτικής Μακεδονίας, προκειμένου να τεκμηριώσει την ίδια άποψη.

Το ολίσθημα είναι και μεθοδολογικού χαρακτήρα, επειδή στηρίζεται στην ανεύρεση τοπικών τεκμηρίων, που δήθεν θεμελιώνουν το γενικό, όπως υποστηρίζει η γνωστή «αναθεώρηση της ιστορίας». Πέρα από το γε­γονός ότι και οι επιμέρους εμφύλιες συγκρούσεις, όπως και ο Δεκέμβρης του 1944, δε στόχευαν στη δικτατορία του προλεταριάτου, ο αδιαφιλονί­κητος παράγοντας της αντικειμενικής αποτίμησης των ιστορικών γεγο­νότων είναι η πράξη και τα ντοκουμέντα της γενικής πολιτικής κατεύ­θυνσης.

Η ταξική σύγκρουση υπήρχε και εκδηλωνόταν από την πρώτη ώρα της Κατοχής. Στην πορεία μάλιστα, ιδιαίτερα το 1944, πήρε μεγαλύτερες δια­στάσεις. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν κυριάρχησε πριν από το Δε­κέμβρη του 1944.

Διαστρεβλώνοντας τη στρατηγική ανάλυση του ΚΚΕ στα χρόνια της Κατοχής και αργότερα, διάφοροι ιστοριογράφοι και πολιτικοί παρουσιά­ζουν το ΚΚΕ λίγο πολύ να κρύβεται πίσω από το ΕΑΜ, για να ξεγελάσει το λαό! Αυτό επανέλαβαν πριν από καιρό και οι Στ. Καλύβας και Ν. Μαραντζίδης, αλλά και ο θ. Πάγκαλος, αποσιωπώντας μεθοδικά τις θέσεις του ΚΚΕ εκείνων και μεταγενέστερων χρόνων, που κάνουν σαφέστατες τις επιδιώξεις που είχε και πώς έβλεπε το θέμα της εξουσίας.

Το ΚΚΕ ουδέποτε απέκρυψε τη στρατηγική του. Το θέμα βρίσκεται στο αν την επεξεργαζόταν πάντα σωστά, αλλά αυτό αφορά εμάς και όχι εκείνους. Και να τι έλεγε η εισήγηση της Κεντρικής Επιτροπής στην Πανελ­λαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (Δεκέμβρης 1942):

«Αυτή είναι σήμερα η δική μας θέση, αυτός ο άμεσος πολιτικός σκοπός του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας. Ναι, αλλά μήπως ξεχνάμε τον τελικό στρατηγικό σκοπό του Κόμματος; Δηλ. τον αγώνα για το σο­σιαλισμό και την οριστική απελευθέρωση του λαού μας από κάθε πολιτι­κό ζυγό και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο; Όχι μόνο δεν τον ξε­χνάμε αυτό το σκοπό, μα αντίθετα η σημερινή μας πολιτική έναντι του ξέ­νου καταχτητή ίσα-ίσα μας ανοίγει το δρόμο για την πραγματοποίηση και των παραπέρα στρατηγικών σκοπών του ΚΚΕ».

Την ίδια αντίληψη για τη στρατηγική εξέφρασε και η Απόφαση της 11ης Ολομέλειας της ΚΕ (5-10 Απρίλη 1945), στην οποία διαβάζουμε για το Δε­κέμβρη του 1944:

«Ο αγώνας του Δεκέμβρη είναι μια παλλαϊκή ένοπλη αντίσταση ενάντια στο πραξικόπημα της αντίδρασης που ήθελε να ανακόψει με τη βία την ομαλή και ειρηνική δημοκρατική εξέλιξη της χώρας».

Μερικά χρόνια αργότερα η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (10-14 Οκτώβρη 1950) υπογράμμιζε:

«Η βασικά λαθεμένη αυτή πολιτική και δράση της ηγεσίας του ΚΚΕ στην πρώτη κατοχή είχε σαν αποτέλεσμα να χάσουμε, χάρη στα δικά μας αποκλειστικά λάθη, την επανάσταση, να χάσουμε την εξουσία».

Το γεγονός ότι στο παραπάνω γίνεται λόγος για «επανάσταση», δείχνει από μόνο του αν το ΚΚΕ έκρυβε τους σκοπούς του. Αυτά είναι μόνο ορι­σμένα παραδείγματα που αφορούν στο τότε.

Από την άλλη, οι «θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής για τα 60χρονα από την αντιφασιστική νίκη των λαών» υπογράμμισαν:

«Η συνύπαρξη του κοινωνικοταξικού περιεχομένου της λαϊκής πάλης με το εθνικοαπελευθερωτικό, πέραν των άλλων πολιτικών και πολεμικών συγκρούσεων με τις στρατιωτικές οργανώσεις του «δωσιλογισμού», που έτσι κι αλλιώς περιείχαν και το ταξικό στοιχείο, επιβεβαιώνεται και από τις ένοπλες συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τις αντιχιτλερικές και τις αγγλόφιλες οργανώσεις, όπως ο ΕΔΕΣ. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και οι συ­νεχείς προστριβές του ΕΛΑΣ με τους Εγγλέζους, η αμείωτη ιδεολογική και πολιτική πάλη των αστικών ελληνικών κυβερνήσεων της Μέσης Ανατο­λής κατά της ΠΕΕΑ και τον ΕΑΜ- ΕΛΑΣ, καθώς και η αιματηρή κατα­στολή, από τους Εγγλέζους και την ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο, της ηρωικής «Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης» (ΑΣΟ) τον Απρί­λιο του 1944.

[…] Ήταν επίσης αναγκαίο να μελετηθεί η τακτική του αντίπαλου (Εγγλεζών και των εγχώριων αστικών δυνάμεων) και να προσαρμοστεί ανάλογα η στρατηγική του ΚΚΕ. Εφόσον ο ταξικός αντίπαλος προετοι­μαζόταν για την «επόμενη μέρα του πολέμου», για τις μεταπολεμικές πο­λιτικές εξελίξεις, έπρεπε να κάνει το ίδιο από τη δική του σκοπιά και ο λαϊ­κός παράγοντας.

Το ΚΚΕ έδωσε στον αγώνα χιλιάδες από τα καλύτερα παιδιά του. Δη­μιούργησε πρότυπα στάσης ζωής μέσα από ένα μαζικό ηρωισμό, που κλό­νισε το αστικό πολιτικό σύστημα και οδήγησε τα αστικά κόμματα σε απομαζικοποίηση και ανυποληψία.

Δεν μπόρεσε, ωστόσο, να διαμορφώσει τη στρατηγική που θα οδηγού­σε προς την επαναστατική επίλυση του προβλήματος της πολιτικής εξου­σίας. […] Έτσι, οδηγήθηκε στην υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο Εγγλέζικο στρα­τηγείο της Μ. Ανατολής (5 Ιουλίου 1943) και αργότερα σης συμφωνίες του Λιβάνου (20 Μαΐου 1944) και της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944), για να διατηρήσει και να διευρύνει την «εθνική ενότητα». Και δεν δια­μόρφωσε τις προϋποθέσεις μιας πορείας που θα είχε μεγάλες πιθανότητες να οδηγήσει στη νίκη».

Αρέσει σε %d bloggers: