Skip to content

ΣΕΙΡΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: Που έγραψε ο Μπερχολτ Μπρεχτ

«Πέντε δυσκολίες στο γράψιμο της αλήθειας»

http://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=3/2/2013&id=14422&pageNo=2&direction=1

Οσα και αν γράψει κανείς για τον Μπρεχτ είναι λίγα μπρος στο τεράστιο έργο του. Στις δεκατρείς χιλιάδες σελίδες – και πάνω – στις οποίες περιλαμβάνονται θεατρικά έργα, ποιήματα, πεζά, θεωρητικά κείμενα για το θέατρο, τον κινηματογράφο, την τέχνη, τη λογοτεχνία, μελέτες, σχόλια, σημειώσεις, ημερολόγια, ο μεγάλος Γερμανός επαναστάτης διανοητής έδωσε έναν ασυμβίβαστο αγώνα για να ερμηνεύσει τον κόσμο που έζησε κάτω από τη σκοπιά της πάλης των τάξεων. Με τη διαρκή κριτική ματιά του, τη σεμνή αγωνιστική και μάχιμη αντίληψή του, «στρατευμένος» στο μαρξισμό και το σοσιαλισμό, έφερε την πολιτιστική «επανάσταση» στη Δυτική Ευρώπη του 20ού αιώνα. Γι’ αυτόν τον κορυφαίο μαρξιστή διανοητή, δραματουργό, ποιητή και σκηνοθέτη, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, διοργανώνει στις 27 και 28 Απρίλη του 2013 επιστημονικό συνέδριο με τίτλο: «Μπέρτολτ Μπρεχτ: Για τους σεισμούς που μέλλονται να ‘ρθούν».

Ο «Ριζοσπάστης», από σήμερα, στο ένθετο «Ιστορία» ξεκινά την παρουσίαση κειμένων του Μπρεχτ. Το κείμενο που παρουσιάζουμε σήμερα έχει τίτλο: «Πέντε δυσκολίες στο γράψιμο της αλήθειας». Αναδημοσιεύεται από την έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής», Μπέρτολτ Μπρεχτ «Για την τέχνη και την πολιτική».

***

Οποιος θέλει σήμερα να πολεμήσει το ψέμα και την αμάθεια και να γράψει την αλήθεια, πρέπει να ξεπεράσει τουλάχιστον πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θάρρος να γράφει την αλήθεια, παρόλο, που αυτή παντού καταπνίγεται. Την εξυπνάδα να την ξεχωρίζει, παρόλο, που παντού συγκαλύπτεται. Την τέχνη να την κάνει να λειτουργεί σαν όπλο. Την κρίση να διαλέγει εκείνους, που στα χέρια τους γίνεται αποτελεσματική. Την πονηριά να τη διαδώσει ανάμεσα σ’ αυτούς τους τελευταίους. Αυτές οι δυσκολίες είναι μεγάλες για όσους γράφουν κάτω από ένα φασιστικό καθεστώς, αλλά υπάρχουν και για όσους διώχτηκαν ή κατάφυγαν σαν πρόσφυγες αλλού, ακόμα όμως και για κείνους, που γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθερίας.

1. Το θάρρος, να γράφεις την αλήθεια

Φαίνεται αυτονόητο ότι εκείνος που γράφει, πρέπει να γράφει την αλήθεια, με την έννοια, ότι δεν πρέπει να την καταπνίγει ή να την αποσιωπά και ότι πρέπει να μην γράφει τίποτα το πλαστό. Πρέπει να μη λυγίζει μπροστά στους δυνατούς και να μην εξαπατά τους αδύνατους. Φυσικά, είναι πάρα πολύ δύσκολο να μη λυγίζεις μπροστά στους δυνατούς και πάρα πολύ συμφερτικό να εξαπατάς τους αδύνατους. Το να μην είσαι αρεστός στους ιδιοκτήτες σημαίνει να αποκηρύσσεις την ιδιοκτησία. Το να αρνιέσαι να πληρωθείς για δουλειά, που έκανες κάτω από ορισμένες περιστάσεις, σημαίνει να παραιτείσαι από τη δουλειά και το να αρνιέσαι τη δόξα που σου προσφέρουν οι δυνατοί, συχνά σημαίνει να παραιτείσαι γενικά από τη δόξα. Για όλα αυτά χρειάζεται θάρρος. Οι εποχές της άκρας καταπίεσης είναι τις πιο πολλές φορές εποχές, όπου γίνεται λόγος για μεγάλα και υψηλά πράγματα. Χρειάζεται θάρρος, για να μιλάς σε τέτοιες εποχές για πράγματα τόσο μικρά και ταπεινά, όπως το φαΐ και η στέγη των εργαζομένων, μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα, όπου άλλοι ουρλιάζουν εκκωφαντικά, ότι το κυριότερο πράγμα είναι το πνεύμα της θυσίας. Οταν αποδίδονται τιμές στους χωρικούς, είναι θαρραλέο να μιλάς για μηχανές και ζωοτροφές, που θα έκαναν πιο εύκολη την έντιμη δουλειά τους. Οταν όλοι οι πομποί φωνάζουν, πως ο άνθρωπος χωρίς γνώση και μόρφωση είναι καλύτερος από το μορφωμένο, είναι θαρραλέο να ρωτήσεις: Για ποιον είναι καλύτερος; Οταν μιλάνε γι’ ανώτερες και κατώτερες φυλές, χρειάζεται θάρρος για να ρωτήσεις, μήπως η πείνα, η αμάθεια και ο πόλεμος δημιουργούν αυτές τις δυσμορφίες; Το ίδιο χρειάζεται θάρρος για να πεις την αλήθεια για τον εαυτό σου, για τον εαυτό σου το νικημένο. Γιατί πολλοί από τους καταδιωκόμενους χάνουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν τα λάθη τους. Η δίωξή τους φαίνεται η πιο μεγάλη αδικία. Οι διώκτες τους είναι οι κακοί, γιατί τους διώκουν κι εκείνοι είναι οι καλοί, που διώκονται εξαιτίας της καλοσύνης τους. Ομως, αυτή η καλοσύνη τσακίστηκε, νικήθηκε, εμποδίστηκε στο δρόμο της κι επομένως ήταν μια αδύναμη καλοσύνη, μια καλοσύνη κακή, σαθρή, χωρίς βάσεις. Γιατί δεν είναι δυνατό να παραδεχτούμε την αδυναμία για φυσική ιδιότητα της καλοσύνης, όπως παραδεχόμαστε την υγρασία για τη βροχή. Για να πεις ότι οι καλοί νικήθηκαν όχι επειδή ήταν καλοί, αλλά επειδή ήταν αδύνατοι, χρειάζεται θάρρος. Φυσικά, στον αγώνα ενάντια στο ψέμα πρέπει να γράφεται η αλήθεια και δεν επιτρέπεται να δίνεται σαν κάτι γενικό, υψηλό, πολυσήμαντο. Απ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο έκθεσης της αλήθειας δημιουργείται το ψέμα. Οταν λέγεται για κάποιον, ότι αυτός είπε την αλήθεια, σημαίνει ότι αυτός είπε κάτι πρακτικό, πραγματικό, αναμφισβήτητο, ενώ μερικοί ή πολλοί ή ένας και μόνον είπαν στην ίδια περίπτωση κάτι άλλο – ένα ψέμα ή κάτι γενικό. Δε χρειάζεται πολύ θάρρος για να κατηγορεί κανείς με γενικότητες την κακία του κόσμου και το θρίαμβο της ωμής βίας και ν’ απειλεί με το θρίαμβο του πνεύματος, σ’ ένα μέρος του κόσμου, όπου κάτι τέτοιο επιτρέπεται ακόμα. Γιατί πολλοί παρουσιάζονται σαν να είναι στραμμένα εναντίον τους κανόνια, ενώ είναι στραμμένα προς το μέρος τους μονάχα κιάλια του θεάτρου. Εκφράζουν κραυγαλέα τις γενικές αξιώσεις τους μέσα σε ένα φιλικό κόσμο άκακων ανθρώπων. Απαιτούν μια γενική δικαιοσύνη, για την οποία οι ίδιοι δεν έκαναν ποτέ τίποτα και μια γενική ελευθερία στο να αποκτήσουν ένα μέρος από τα λάφυρα, που από καιρό ήδη τα έχουν μοιραστεί. Θεωρούν αλήθεια μονάχα ό,τι ακούγεται ωραία. Οταν η αλήθεια είναι κάτι, που εκφράζεται με αριθμούς, κάτι ξερό και χειροπιαστό, κάτι που απαιτεί κόπους και μελέτη, τότε δεν είναι αλήθεια γι’ αυτούς, δεν είναι κάτι, που να τους μεθάει. Εχουν μονάχα την εξωτερική εμφάνιση εκείνων, που λένε την αλήθεια. Το δυστύχημα με αυτούς είναι ότι: Δεν ξέρουν την αλήθεια.

2. Η εξυπνάδα, να ξεχωρίζεις την αλήθεια

Επειδή είναι δύσκολο να γράφεις την αλήθεια, όταν παντού την καταπνίγουν, οι περισσότεροι πιστεύουν, ότι είναι ζήτημα άποψης το αν θα γραφεί η αλήθεια ή όχι. Πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται παρά μονάχα θάρρος γι’ αυτό. Ξεχνάνε τη δεύτερη δυσκολία, τη δυσκολία στο να βρεις την αλήθεια. Και δεν μπορεί να γίνει λόγος, ότι είναι εύκολο να τη βρεις!

Πρώτα – πρώτα δεν είναι εύκολο να βρεις ποια αλήθεια αξίζει τον κόπο να πεις. Ετσι, ο κόσμος βλέπει, λόγου χάρη, ολοκάθαρα ότι το ένα πολιτισμένο κράτος μετά το άλλο περιέρχονται σε κατάσταση βαρβαρότητας. Επιπλέον, ο καθένας ξέρει ότι ο εσωτερικός πόλεμος σε κάθε κράτος, που γίνεται με τα πιο τρομερά μέσα, μπορεί από μέρα σε μέρα να μεταβληθεί σε πόλεμο εξωτερικό, που θα μετατρέψει ίσως σε σωρό ερειπίων τον κόσμο, όπου ζούμε. Ολα αυτά είναι, χωρίς αμφιβολία, μια αλήθεια, αλλά φυσικά υπάρχουν κι άλλες αλήθειες. Ετσι, δεν είναι, λόγου χάρη, ψέμα ότι οι καρέκλες έχουν μια επιφάνεια για κάθισμα ή ότι η βροχή πέφτει από πάνω προς τα κάτω. Πολλοί λογοτέχνες τέτοιου είδους αλήθειες γράφουν. Μοιάζουν με ζωγράφους που διακοσμούν με παραστάσεις τα τοιχώματα ενός πλοίου που βυθίζεται. Γι’ αυτούς η πρώτη δική μας δυσκολία δεν υφίσταται, κι όμως έχουν ήσυχη τη συνείδησή τους. Χωρίς να νοιάζονται για τους δυνάστες, αλλά και χωρίς να τους αγγίζουν οι κραυγές των βιασμένων, ζωγραφίζουν τους πίνακές τους. Η ανόητη στάση τους δημιουργεί μέσα στους ίδιους ένα «βαθύ» πεσιμισμό, που τον πουλάνε σε καλή τιμή, και ο οποίος θα έδινε το δικαίωμα σε άλλους να βγάζουν συμπεράσματα γι’ αυτούς τους μετρ και για τις πωλήσεις τους. Ωστόσο δεν είναι εύκολο στον καθένα να καταλάβει ότι οι αλήθειες τους είναι σαν αυτές, που ανάφερα για τις καρέκλες και για τη βροχή. Συνήθως ακούγονται τελείως διαφορετικά, σαν να είναι αλήθειες, για σημαντικά πράγματα. Γιατί η καλλιτεχνική αναπαράσταση ενός πράγματος συνίσταται στο να το κάνεις να φαίνεται σημαντικό.

Μονάχα ύστερα από προσεκτική εξέταση αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα μόνα που λένε, είναι: «Η καρέκλα είναι καρέκλα» ή: «Δεν μπορούμε τίποτα ν’ αλλάξουμε για να μην πέφτει η βροχή από πάνω προς τα κάτω».

Αυτοί οι άνθρωποι δε βρίσκουν εκείνη την αλήθεια, που αξίζει τον κόπο να γραφεί. Αλλοι πάλι ασχολούνται πραγματικά με τα πιο καυτά θέματα, δε φοβούνται ούτε τους δυνάστες, ούτε τη φτώχεια κι όμως δεν μπορούν να βρουν την αλήθεια. Γιατί τους λείπουν οι σχετικές γνώσεις. Είναι γεμάτοι από παλιές δεισιδαιμονίες και από περίφημες προκαταλήψεις διατυπωμένες ωραία σε περασμένους καιρούς. Ο κόσμος είναι γι’ αυτούς υπερβολικά μπερδεμένος, αγνοούν τα πραγματικά γεγονότα και δε βλέπουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Για να βρεθεί η αλήθεια, δεν αρκεί η διάθεση, χρειάζονται και γνώσεις και μέθοδοι, που μπορεί κανείς να τις μάθει. Σ’ αυτήν την εποχή της περιπλοκότητας και των μεγάλων αλλαγών είναι απαραίτητη για όλους, όσους γράφουν, η γνώση της υλιστικής διαλεκτικής, της οικονομίας και της ιστορίας. Αν υπάρχει η απαραίτητη επιμέλεια, αυτές οι γνώσεις μπορούν να αποκτηθούν μέσα από βιβλία και από πρακτική καθοδήγηση. Με απλό τρόπο μπορεί κανείς να αποκαλύψει πολλές αλήθειες, μέρος της αλήθειας ή πράγματα, που οδηγούν στην ανεύρεση της αλήθειας. Οταν θέλει κανείς να ψάξει για να βρει, είναι καλό να υπάρχει μέθοδος, μπορεί όμως κανείς να βρει και χωρίς μέθοδο και μάλιστα χωρίς να ψάξει. Αλλά χωρίς μεθοδικότητα η εικόνα της αλήθειας που θα δώσει, δε θα είναι τέτοια ώστε να γίνεται γνώμονας της δράσης των ανθρώπων. Ανθρωποι, που καταγράφουν μονάχα μικρά περιστατικά, δεν είναι σε θέση να χειριστούν τα πράγματα αυτού του κόσμου. Η αλήθεια, όμως, αυτό το σκοπό έχει και κανέναν άλλον. Ανθρωποι τέτοιοι, δεν είναι άξιοι ν’ ανταποκριθούν στην απαίτηση για γράψιμο της αλήθειας. Κι αν κάποιος είναι πρόθυμος να γράφει την αλήθεια και ικανός να τη διακρίνει, απομένουν ακόμα τρεις δυσκολίες.

3. Η τέχνη, να χειρίζεσαι την αλήθεια σαν όπλο

Η αλήθεια πρέπει να λέγεται για να βγαίνουν απ’ αυτήν τα συμπεράσματα, που θα ρυθμίζουν τη συμπεριφορά μας. Σαν παράδειγμα μιας αλήθειας, που δεν οδηγεί σε συμπεράσματα ή οδηγεί σε συμπεράσματα λαθεμένα, πρέπει να μας χρησιμεύσει η πλατιά διαδομένη άποψη, ότι σε μερικές χώρες επικρατούν συνθήκες άσχημες, που απορρέουν από τη βαρβαρότητα. Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, ο φασισμός είναι ένα κύμα βαρβαρότητας, που ενέσκηψε σε μερικές χώρες με δύναμη φυσικού φαινομένου. Κατά την άποψη αυτή, ο φασισμός αποτελεί μια νέα, τρίτη δύναμη, δίπλα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό (κι επάνω απ’ αυτούς). Και χωρίς το φασισμό, κατά την αντίληψη αυτή, όχι μόνο το σοσιαλιστικό κίνημα αλλά και ο καπιταλισμός θα μπορούσαν να εξακολουθούν να υπάρχουν. Αυτό όμως είναι ένας φασιστικός ισχυρισμός, μια συνθηκολόγηση με το φασισμό. Ο φασισμός είναι μια ιστορική φάση, στην οποία μπήκε ο καπιταλισμός και από την άποψη αυτή κάτι το καινούργιο και ταυτόχρονα το παλιό. Στις φασιστικές χώρες, ο καπιταλισμός υπάρχει τώρα μονάχα με τη μορφή του φασισμού και ο φασισμός μπορεί να πολεμηθεί μονάχα σαν καπιταλισμός, σαν ο πιο αδιάντροπος, ο πιο αναιδής, ο πιο καταπιεστικός και ο πιο δόλιος καπιταλισμός.

Πώς, λοιπόν, θα πει κανείς την αλήθεια για το φασισμό, που αντιστρατεύεται, αν δεν πει τίποτα ενάντια στον καπιταλισμό, που γεννάει το φασισμό; Τι πρακτικές επιπτώσεις θα έχει η κουτσουρεμένη αλήθεια του;

Οσοι είναι ενάντια στο φασισμό χωρίς να είναι ενάντια και στον καπιταλισμό, όσοι θρηνούν και οδύρονται για τη βαρβαρότητα, που πηγάζει από τη βαρβαρότητα, μοιάζουν με ανθρώπους, που θέλουν να φάνε τη μερίδα τους από το μοσχάρι, χωρίς όμως να σφαχτεί το μοσχάρι. Θέλουν να φάνε το μοσχάρι, αλλά να μη δουν το αίμα του. Και θα είναι ευχαριστημένοι, αν ο χασάπης πλύνει τα χέρια του πριν τους σερβίρει το κρέας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι ενάντια στις σχέσεις ιδιοκτησίας, από τις οποίες γεννιέται η βαρβαρότητα, είναι μονάχα ενάντια στη βαρβαρότητα. Υψώνουν τη φωνή τους ενάντια στη βαρβαρότητα κι αυτό το κάνουν σε χώρες, όπου επικρατούν οι ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας, αλλά οι χασάπηδες νίπτουν τας χείρας τους προτού σερβίρουν το κρέας.

Οι έντονες διαμαρτυρίες ενάντια στα μέτρα βαρβαρότητας μπορούν να έχουν αντίκτυπο για ένα μικρό διάστημα, δηλαδή όσο οι ακροατές πιστεύουν ότι δεν υπάρχει περίπτωση εφαρμογής τέτοιων μέτρων και στις δικές τους χώρες. Ορισμένες χώρες είναι ακόμα σε θέση να κρατήσουν στα πόδια του το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας με μέτρα λιγότερο βίαια απ’ όσο άλλες. Σ’ αυτές τις χώρες η δημοκρατία παρέχει ακόμα τις υπηρεσίες της για την εξασφάλιση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, ενώ σε άλλες χώρες πρέπει να χρησιμοποιηθεί βία για τον ίδιο σκοπό. Το μονοπώλιο στα εργοστάσια, στα ορυχεία, στα κτήματα δημιουργεί παντού βάρβαρες καταστάσεις, που ωστόσο είναι ελάχιστα αντιληπτές. Η βαρβαρότητα γίνεται ορατή, ευθύς μόλις η προστασία του μονοπωλίου δεν μπορεί να εξασφαλιστεί πια παρά μονάχα με τη χρήση ανοιχτής βίας.

Μερικές χώρες, που ακόμα δε χρειάστηκε να καταργήσουν εξαιτίας των βάρβαρων μονοπωλίων τις τυπικές εγγυήσεις, που δίνει το κράτος δικαίου, ούτε να παραιτηθούν από αγαθά, όπως η τέχνη, η φιλοσοφία, η λογοτεχνία, ακούνε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση τους φιλοξενούμενούς τους πολιτικούς πρόσφυγες να κατηγορούν την πατρίδα τους για την εξαφάνιση τέτοιων αγαθών, επειδή έχουν όφελος απ’ αυτό στους πολέμους, που αναμένονται. Πρέπει να πει κανείς ότι εκείνοι, που διαλαλούν αδυσώπητο πόλεμο ενάντια στη Γερμανία «γιατί αυτή είναι στην εποχή μας η αληθινή πατρίδα του κακού, το παράρτημα της κόλασης, η πατρίδα του αντίχριστου» έχουν διακρίνει την αλήθεια; Μάλλον, πρέπει να πει κανείς, ότι πρόκειται για ανόητους, άχρηστους και βλαβερούς ανθρώπους. Γιατί το συμπέρασμα απ’ αυτές τις φλυαρίες είναι ότι αυτή η χώρα πρέπει να εξοντωθεί. Ολόκληρη η χώρα με όλους τους ανθρώπους της, γιατί τα δηλητηριώδη αέρια δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα σε ένοχους και αθώους, όταν σκοτώνουν.

Ο απερίσκεπτος άνθρωπος, που δεν ξέρει την αλήθεια, γενικά εκφράζεται με μεγαλοστομίες και ανακρίβειες. Μωρολογεί για «τους» Γερμανούς, θρηνολογεί για «το» κακό και ο ακροατής, στην καλύτερη περίπτωση, δεν ξέρει τι να κάνει. Πρέπει να αποφασίσει να μην είναι Γερμανός; Θα εξαφανιστεί η κόλαση, αν αυτός είναι καλός; Και οι συζητήσεις για τη βαρβαρότητα, που προέρχεται από μιαν άλλη βαρβαρότητα, τέτοιου είδους είναι. Σύμφωνα μ’ αυτές, η βαρβαρότητα προέρχεται από τη βαρβαρότητα και σταματάει με την πολιτισμένη ευγένεια, που δίνει η μόρφωση. Ολα αυτά εκφράζονται πολύ αόριστα, όχι για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τη δράση και κατά βάθος δε λένε τίποτα σε κανέναν.

Αυτού του είδους η παρουσίαση δείχνει μονάχα μερικούς κρίκους της αλυσίδας των αιτίων και εμφανίζει ορισμένες κινητήριες δυνάμεις, σα δυνάμεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν. Τέτοιες παρουσιάσεις περιέχουν πολύ σκοτάδι, που καλύπτει τις δυνάμεις εκείνες που προκαλούν τις καταστροφές. Με λίγο φως φαίνονται αμέσως οι άνθρωποι, που προκαλούν τις καταστροφές! Γιατί ζούμε σε μια εποχή, όπου η μοίρα του ανθρώπου είναι ο ίδιος ο άνθρωπος.

Ο φασισμός δεν είναι φυσική καταστροφή, που προέρχεται από την ίδια τη «φύση» του ανθρώπου. Αλλά και στις φυσικές καταστροφές υπάρχουν τρόποι παρουσίασής τους αντάξιοι του ανθρώπου, γιατί απευθύνονται στην αγωνιστική δύναμή του.

Σε πολλά αμερικάνικα περιοδικά μπορούσε κανείς να δει ύστερα από ένα μεγάλο σεισμό, που κατέστρεψε τη Γιοκοχάμα, φωτογραφίες, που έδειχναν σωρούς ερειπίων. Η λεζάντα έγραφε: «steel stood» (το ατσάλι άντεξε). Και πραγματικά, όποιος με την πρώτη ματιά είδε ερείπια, όταν πρόσεξε καλύτερα μετά το διάβασμα της λεζάντας, παρατήρησε ότι μερικά ψηλά κτίρια έμειναν άθικτα. Από όσα μπορούν να ειπωθούν για ένα σεισμό, έχουν ανυπολόγιστη σπουδαιότητα όσα λένε οι πολιτικοί μηχανικοί για τη μετατόπιση του εδάφους, την ισχύ των κραδασμών, την αναπτυσσόμενη θερμότητα, πράγματα που οδηγούν σε κατασκευές ανθεκτικές στους σεισμούς.

Οποιος θέλει να περιγράψει το φασισμό και τον πόλεμο, τις μεγάλες καταστροφές, που δεν είναι φυσικές, πρέπει να αποκαταστήσει μια πρακτική αλήθεια. Πρέπει να δείξει ότι είναι καταστροφές, που προκαλούνται από τους κατόχους των μέσων παραγωγής σε βάρος των τεράστιων ανθρώπινων μαζών των εργαζομένων, που δεν έχουν στα χέρια τους αυτά τα μέσα.

Αν θέλει κανείς να γράψει με επιτυχία την αλήθεια για τις άσχημες καταστάσεις, πρέπει να την γράψει έτσι, που να γίνουν ευδιάκριτες οι αιτίες αυτών των συνθηκών, που μπορούν να αποφευχθούν. Οταν αναγνωριστούν οι αιτίες, που μπορούν να αποφευχθούν, τότε μονάχα μπορούν να καταπολεμηθούν οι άσχημες καταστάσεις.

4. Η κρίση, να διαλέγεις εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια γίνεται αποτελεσματική

Με τις διασυνδέσεις, που εδώ και αιώνες υπάρχουν ανάμεσα στο εμπόριο και στα γραπτά, στην αγορά των απόψεων και των εξιστορήσεων, δηλαδή από το γεγονός ότι ο συγγραφέας απαλλάχτηκε από τη φροντίδα για την τύχη των πνευματικών προϊόντων του, του δημιούργησε την εντύπωση ότι ο πελάτης του ή εντολέας του, δηλαδή ο μέσος άνθρωπος, θα προωθεί τα γραπτά του στο σύνολο. Σκεπτόταν: Εγώ μιλάω και όσοι θέλουν ν’ ακούσουν, με ακούνε. Στην πραγματικότητα, αυτός μιλούσε και τον άκουγαν όσοι μπορούσαν να πληρώσουν. Τα λόγια του δεν ακούγονταν απ’ όλους κι αυτοί που άκουγαν, δεν ήθελαν να τα ακούσουν όλα. Γι’ αυτό το θέμα έχουν ειπωθεί πολλά, αν και στην ουσία έχουν ειπωθεί ελάχιστα. Εγώ εδώ θέλω να τονίσω ότι το «γράφω σε κάποιον» έγινε γενικά «γράφω». Την αλήθεια, όμως, δεν μπορεί κανείς απλώς να τη γράφει. Πρέπει οπουδήποτε να τη γράφει για κάποιον, που μπορεί να έχει κάποια ωφέλεια απ’ αυτήν. Για να κατανοηθεί η αλήθεια, πρέπει να λειτουργήσουν από κοινού οι συγγραφείς και οι αναγνώστες. Για να εκφράσεις το καλό, πρέπει να μπορείς ν’ ακούς καλά και να ακούς κάτι καλό. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται και να ακούγεται με καλοζυγιασμένο τρόπο. Και έχει μεγάλη σημασία για μας που γράφουμε, σε ποιους τη λέμε και ποιοι μας τη λένε.

Πρέπει να λέμε την αλήθεια για τις άσχημες καταστάσεις σ’ εκείνους που ζουν σε πανάθλιες συνθήκες και απ’ αυτούς πρέπει να τη μαθαίνουμε. Δεν πρέπει να απευθυνόμαστε μονάχα σε ανθρώπους μιας ορισμένης ιδεολογίας, αλλά και σε ανθρώπους που τα φρονήματά τους διαμορφώνονται με βάση τη θέση που έχουν στην κοινωνία. Και οι ακροατές μας συνεχώς διαφοροποιούνται. Ακόμα και οι δήμιοι παίρνουν από λόγια, όταν δεν πληρώνονται πια για τις κρεμάλες ή όταν αυξάνει πάρα πολύ ο κίνδυνος. Οι Βαυαροί χωρικοί ήταν ενάντια σε κάθε ανατροπή. Οταν όμως ο πόλεμος παρατράβηξε και όταν κάποτε γύρισαν στα σπίτια τους οι γιοι τους και δεν έβρισκαν πια δουλειά στα υποστατικά, τάχτηκαν μ’ εκείνους που ήταν υπέρ της ανατροπής.

Για όσους γράφουν έχει σημασία να βρουν τον κατάλληλο για την αλήθεια τόνο. Συνήθως η αλήθεια λέγεται με ένα ήπιο, αξιοθρήνητο ύφος, που είναι το ύφος των αγαθών ανθρώπων, που δεν μπορούν ούτε μύγα να πειράξουν. Οποιος όμως ζει μέσα στην αθλιότητα κι ακούει έναν τέτοιο τόνο, νιώθει ακόμα πιο άθλιος. Είναι ο τόνος, που χρησιμοποιούν άνθρωποι, που ίσως δεν είναι εχθροί, σίγουρα όμως δεν είναι συναγωνιστές. Η αλήθεια είναι κάτι το πολεμικό, δεν πολεμάει μονάχα το ψέμα, αλλά και ορισμένους ανθρώπους που το διαδίδουν.

5. Η μαεστρία, να διαδίδεις την αλήθεια σε πολλούς

Πολλοί, που είναι περήφανοι για το θάρρος τους να λένε την αλήθεια, ευτυχισμένοι επειδή τη βρήκαν, ίσως κουρασμένοι από τον κόπο, που έκαναν για να της δώσουν χειροπιαστή μορφή, ανυπόμονοι να δουν να την ενστερνίζονται εκείνοι των οποίων τα συμφέροντα υπερασπίζονται, δε θεωρούν απαραίτητη τη χρησιμοποίηση πονηριάς για τη διάδοσή της. Ετσι συχνά, από άποψη αποτελέσματος, πηγαίνει χαμένη όλη η δουλειά τους. Σε όλες τις εποχές έμπαινε σε εφαρμογή η πονηριά για τη διάδοση της αλήθειας, όταν άλλοι τη συγκάλυπταν και την κατάπνιγαν. Ο Κομφούκιος παραποίησε γι’ αυτό το σκοπό ένα παλιό πατριωτικό ημερολόγιο, αλλάζοντας μονάχα ορισμένες λέξεις. Στη φράση «Ο άρχοντας Κουν διέταξε να θανατωθεί ο φιλόσοφος Βαν, επειδή είπε αυτό κι αυτό», ο Κομφούκιος αντικατέστησε τη λέξη «θανατωθεί» με τη λέξη «δολοφονηθεί». Εκεί που το ημερολόγιο έγραφε ότι ο τύραννος τάδε έχασε τη ζωή του σε μια εναντίον του απόπειρα, ο Κομφούκιος αντικατέστησε τις λέξεις «έχασε τη ζωή του» με τη λέξη «εκτελέστηκε». Μ’ αυτό τον τρόπο ο Κομφούκιος άνοιξε το δρόμο σε μια καινούρια θεώρηση της ιστορίας. Οποιος στην εποχή μας λέει πληθυσμός αντί για λαός και κτηματική περιουσία αντί γη, καταρρίπτει πολλά ψέματα. Γιατί αφαιρεί από τις λέξεις αυτές τη σαθρή μυστικιστική τους έννοια. Η λέξη λαός σημαίνει μια ορισμένη ομοιογένεια και υποδηλώνει κοινά συμφέροντα. Θα έπρεπε λοιπόν να χρησιμοποιείται μόνον όταν γίνεται λόγος για περισσότερους λαούς, όπου μπορεί να είναι νοητή μια κοινότητα συμφερόντων. Ο πληθυσμός μιας χώρας, όμως, έχει διαφορετικά και αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και αυτό είναι μια αλήθεια που πνίγεται. Και όποιος χρησιμοποιεί τη λέξη γη και περιγράφει τα χωράφια μιλώντας για τη μυρουδιά και το χρώμα τους, υποστηρίζει τα ψέματα των αρχόντων. Γιατί δεν πρόκειται για τη γονιμότητα του εδάφους ούτε για την αγάπη του ανθρώπου προς τη γη ούτε για την εργατικότητά του, για την τιμή των σιτηρών και την τιμή των εργατικών χεριών. Αυτοί που κερδίζουν από το έδαφος δεν είναι αυτοί που καλλιεργούν σ’ αυτό τα σιτηρά κι η μυρουδιά των σβώλων της γης είναι άγνωστη στα χρηματιστήρια. Εκεί μυρίζει κάτι άλλο. Αντίθετα, η σωστή λέξη είναι η λέξη κτηματική περιουσία. Μ’ αυτήν γίνεται μικρότερη η εξαπάτηση. Οπου υπάρχει καταπίεση θα έπρεπε να διαλέξει κανείς τη λέξη υπακοή αντί για τη λέξη πειθαρχία, γιατί η πειθαρχία μπορεί να υπάρξει και χωρίς άρχοντες και γι’ αυτό έχει κάτι το ανώτερο από την υπακοή. Και καλύτερη από τη λέξη τιμή είναι η έκφραση ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ετσι δεν εξαφανίζεται τόσο εύκολα από το πρόσωπο της Γης το μεμονωμένο άτομο. Ξέρουμε δα τι σκυλολόι συνωστίζεται για το ποιος θα πρωτοσώσει την τιμή ενός λαού! Οπως επίσης ξέρουμε πόσο απλόχερα μοιράζουν οι χορτάτοι τιμητικές διακρίσεις σ’ εκείνους, που τους χορταίνουν με τη δουλειά τους, λιμοκτονώντας οι ίδιοι. Το τέχνασμα του Κομφούκιου είναι εφαρμόσιμο και σήμερα. Ο Κομφούκιος αντικατέστησε αδικαιολόγητες κρίσεις για εθνικά γεγονότα με δικαιολογημένες. Ο Αγγλος Τόμας Μουρ περιέγραψε σε μια φαντασιοκοπία μια χώρα, στην οποία επικρατούσαν δίκαιες καταστάσεις – ήταν μια διαφορετική χώρα από εκείνη όπου ζούσε, αλλά της έμοιαζε πολύ, ακόμα και στις καταστάσεις!

Ο Λένιν, που βρισκόταν κάτω από την απειλή της τσαρικής αστυνομίας, θέλησε να περιγράψει την καταπίεση και την εκμετάλλευση, που ασκούσε η ρωσική μεγαλοαστική τάξη στη νήσο Σαχαλίνη. Αντί για τις λέξεις Ρωσία και Σαχαλίνη χρησιμοποίησε για το σκοπό του τις λέξεις Ιαπωνία και Κορέα. Οι μέθοδοι που ακολουθούσε η γιαπωνέζικη μεγαλοαστική τάξη θύμιζαν στον αναγνώστη τις μεθόδους της ρώσικης μεγαλοαστικής τάξης στη νήσο Σαχαλίνη. Ομως, το βιβλίο δεν απαγορεύτηκε επειδή η Ιαπωνία βρισκόταν σε εχθρικές σχέσεις με τη Ρωσία. Και τώρα πολλά, που δεν μπορούν να ειπωθούν στη Γερμανία για τη Γερμανία, λέγονται δήθεν για την Αυστρία.

Υπάρχουν πολλών ειδών πονηριές, με τις οποίες μπορεί κανείς να ξεγελάσει ένα φιλύποπτο κρατικό μηχανισμό.

Ο Βολταίρος πολέμησε την εκκλησιαστική πίστη στα θαύματα γράφοντας ένα ερωτικό ποίημα για την Παρθένα της Ορλεάνης. Περιέγραφε σ’ αυτό τα θαύματα, που αναμφισβήτητα θα έπρεπε να είχαν γίνει για να μείνει ως το τέλος παρθένα η Ιωάννα, παρά τη διαβίωσή της μέσα σε έναν ολόκληρο στρατό, σε μια βασιλική Αυλή και ανάμεσα σε καλόγερους. Με το κομψό του ύφος εξιστόρησε ερωτικές περιπέτειες από τη φιλήδονη ζωή της άρχουσας τάξης, έτσι που η τάξη αυτή δελεάστηκε τόσο, ώστε να εγκαταλείψει ανυπεράσπιστη μια θρησκεία, που ωστόσο της προμήθευε τα μέσα για την έκλυτη ζωή της. Ετσι κατάφερε να δημιουργήσει τη δυνατότητα να φθάνουν με παράνομο τρόπο τα έργα του στα χέρια εκείνων, για τους οποίους προορίζονταν. Οι πολιτικά ισχυροί αναγνώστες του διευκόλυναν ή ανέχονταν τη διάδοση των έργων του. Ετσι αγνόησαν την αστυνομία, η οποία ωστόσο υπεράσπιζε τις διασκεδάσεις τους. Και ο μεγάλος Λουκρήτιος τονίζει κατηγορηματικά ότι για τη διάδοση του επικούριου αθεϊσμού του χρωστάει πολλά στην ομορφιά των στίχων του.

Πραγματικά, ένα υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο μπορεί να χρησιμεύσει σα μέσο προστασίας μιας μαρτυρίας. Πολλές φορές, όμως, κινεί και την υποψία. Σ’ αυτή την περίπτωση απαιτείται ένα σκόπιμο λασκάρισμα στις βίδες του. Αυτό γίνεται, λόγου χάρη, αν στην περιφρονημένη μορφή του αστυνομικού μυθιστορήματος παρεμβάλλει κανείς σε ανυποψίαστα σημεία περιγραφές κακών συνθηκών ζωής. Τέτοιες περιγραφές θα δικαιολογούνταν απόλυτα σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο μεγάλος Σαίξπηρ για πολύ λιγότερο ουσιαστικούς λόγους κατέβασε το επίπεδο στη σκηνή, όπου η μητέρα του Κοριολανού αντιμετωπίζει το γιο της, που στρέφεται ενάντια στην πατρίδα του. Εδωσε επίτηδες άτονο το λόγο της μητέρας, γιατί ήθελε να παρουσιάσει τον Κοριολανό να παραιτείται από το σχέδιό του, όχι για λόγους πραγματικούς ή από βαθιά συγκίνηση, αλλά από μια νωθρότητα, που του ήταν παλιά συνήθεια. Στον Σαίξπηρ βρίσκουμε και ένα άλλο παράδειγμα αλήθειας, που δίνεται με πονηριά: Είναι το σημείο όπου ο Αντώνιος εκφωνεί λόγο μπροστά στο πτώμα του Καίσαρα. Αδιάκοπα τονίζει σ’ αυτόν ότι ο δολοφόνος του Καίσαρα, ο Βρούτος, είναι ένας άνθρωπος άξιος τιμής, αλλά περιγράφει και την πράξη του. Και η περιγραφή αυτής της πράξης είναι πιο εντυπωσιακή από την περιγραφή της προσωπικότητας του δράστη. Ετσι, ο ρήτορας αφήνει να τον νικήσουν τα ίδια τα γεγονότα. Τα κάνει να μιλούν πιο εύγλωττα από «αυτόν τον ίδιον». Μια παρόμοια μέθοδο χρησιμοποίησε ένας Αιγύπτιος ποιητής, που έζησε πριν από τέσσερις χιλιάδες χρόνια. Ηταν μια εποχή μεγάλων ταξικών αγώνων. Η μέχρι τότε άρχουσα τάξη αμυνόταν με δυσκολία απέναντι στον αντίπαλό της, στο τμήμα του λαού που μέχρι τότε την υπηρετούσε. Στο ποίημα, λοιπόν, παρουσιάζεται στην Αυλή του ηγεμόνα ένας σοφός, που παροτρύνει σε αγώνα ενάντια στους εσωτερικούς εχθρούς. Περιγράφει για πολλή ώρα και με πολλή έμφαση την τροπή της τάξης, που προκλήθηκε από την εξέγερση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτή η εξιστόρηση είναι ως εξής:

Κι όμως έτσι είναι: Οι εκλεκτοί θρηνούν και οι παρακατιανοί χαίρονται. Σε κάθε πόλη λένε: Ας διώξουμε τους ισχυρούς απ’ τα πόδια μας.

Κι όμως έτσι είναι: Τα δημόσια γραφεία παραβιάζονται και αρπάζονται τα χαρτιά τους. Οι σκλάβοι γίνονται αφέντες.

Κι όμως έτσι είναι: Των επιφανών οι γιοι αγνώριστοι έγιναν. Και της αρχόντισσας το παιδί γίνεται γιος της σκλάβας της.

Κι όμως έτσι είναι: Τους διαλεχτούς πολίτες έβαλαν ανάμεσα στις μυλόπετρες. Κι αυτοί, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, βγήκαν στο φως της μέρας.

Κι όμως έτσι είναι: Τα εβένινα κιβώτια της ελεημοσύνης χίλια κομμάτια γίνονται. Και το υπέροχο ξύλο του τσέσνεμ το πελεκάνε για κρεβάτια.

Κοιτάξτε, μέσα σε μια ώρα γκρεμίστηκε από τα θεμέλιά του το αρχοντικό.

Κοιτάξτε, οι φτωχοί της χώρας έγιναν πλούσιοι.

Κοιτάξτε, αυτοί, που ούτε ένα κομμάτι ψωμί δεν είχαν, έχουνε τώρα ολόκληρη σιταποθήκη. Και τους σιτοβολώνες τους γεμίζουν με το βιος των άλλων.

Κοιτάξτε, νιώθουν οι άνθρωποι καλά, όταν γεμίζουν το στομάχι.

Κοιτάξτε, αυτοί, που ούτε ένα σπειρί δεν είχανε δικό τους, σιταποθήκες έχουνε τώρα. Κι αυτοί που μάζευαν το στάρι ζητιανεύοντας, τώρα μοιράζουνε ελεημοσύνες σε άλλους.

Κοιτάξτε, εκείνοι, που δεν είχαν ούτε ένα ζευγάρι βόδια, ολόκληρα κοπάδια έχουνε τώρα. Κι εκείνοι, που ούτε ένα ζώο για το όργωμα δεν είχαν, έχουνε τώρα ολόκληρα κοπάδια.

Κοιτάξτε, αυτοί, που ούτε μια κάμαρα δεν καταφέρνανε να χτίσουν για τον εαυτό τους, έχουνε τώρα τέσσερις τοίχους για να μείνουν.

Κοιτάξτε, τις αποθήκες αναζητάνε τώρα οι μυστικοσύμβουλοι για στέγη. Κι εκείνοι, που ούτε έναν τοίχο δεν είχανε για να ακουμπήσουν, τώρα αναπαύονται πάνω σε κρεβάτια.

Κοιτάξτε, αυτοί που ούτε μια βάρκα δεν μπορούσαν για τον εαυτό τους να σκαρώσουν, έχουνε πλοία τώρα. Κοίταξέ τα εσύ, παλιέ ιδιοκτήτη, δεν είναι πια δικά σου.

Κοιτάξτε, αυτοί, που είχαν τα ωραία ρούχα, τώρα σε κουρέλια είναι τυλιγμένοι. Κι εκείνοι, που δεν υφαίνανε ποτέ για τον εαυτό τους, το πιο λεπτό λινό δικό τους έχουν τώρα.

Ο πλούσιος διψασμένος τώρα πάει για ύπνο. Και πίνουν τώρα δυνατό ποτό, εκείνοι, που άλλοτε έπιναν ό,τι είχε απομείνει στα ποτήρια.

Κοιτάξτε, τώρα έχει στην κατοχή του άρπα, εκείνος, που από άρπα ιδέα δεν είχε πρώτα. Και επαινεί τη μουσική τώρα εκείνος, που μπροστά του κανείς δεν τραγουδούσε.

Κοιτάξτε, εκείνος που οι ατέλειές του τον έστελναν μονάχο στο κρεβάτι, βρίσκει τώρα γυναίκες όσες θέλει. Κι εκείνη, που μέσα στο νερό μονάχα κοιτούσε τη θωριά της, έχει τώρα δικό της καθρέφτη.

Κοιτάξτε, οι πρώτοι της χώρας τρέχουνε, τώρα ψάχνοντας για δουλειά, μα πουθενά δε βρίσκουν.

Αυτός, που ήταν αγγελιοφόρος, στέλνει τώρα έναν άλλον… Κοιτάξτε, να πέντε άντρες, που έστειλαν τα αφεντικά τους. Λένε: Κάντε εσείς το δρόμο τώρα. Εμείς φτάσαμε.

Είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για την περιγραφή μιας ανατροπής της κοινωνικής τάξης, που δείχνει μια πολύ επιθυμητή κατάσταση για τους καταπιεσμένους. Κι όμως δύσκολα γίνεται αντιληπτό το πνεύμα του ποιητή. Γιατί φαίνεται να καταδικάζει κατηγορηματικά αυτές τις καινούριες συνθήκες ζωής, ενώ με τη δήθεν αδεξιότητά του κάνει το αντίθετο.

Ο Τζόναθαν Σουίφτ πρότεινε σε μια μπροσούρα του, να βάζουν στην άρμη τα παιδιά των φτωχών και να τα πουλάνε για κρέας, έτσι ώστε να φθάσει σε ευημερία η χώρα. Και ανέφερε ακριβείς υπολογισμούς, που απόδειχναν ότι πολλά μπορεί κανείς να εξοικονομήσει, αν είναι αδίσταχτος σε όλα.

Ο Σουίφτ υποκρινόταν τον αφελή. Παρουσιαζόταν σα φλογερός και εμβριθής υποστηρικτής ενός ορισμένου τρόπου σκέψης, που του ήταν μισητός, σε ένα θέμα, όπου όλη η χυδαιότητα αυτού του τρόπου σκέψης γινόταν φανερή στους πάντες. Γιατί ο καθένας μπορούσε να φανεί εξυπνότερος από τον Σουίφτ ή τουλάχιστον πιο ανθρώπινος σ’ αυτό το θέμα, ιδιαίτερα όποιος δεν είχε ως τότε ερευνήσει ορισμένες απόψεις μέχρι και τα συμπεράσματα, που προέκυπταν απ’ αυτές.

Η προπαγάνδα υπέρ της σκέψης, σε όποιον τομέα κι αν γίνεται, ωφελεί πάντοτε την υπόθεση των καταπιεσμένων. Σε καθεστώτα που υπηρετούν την εκμετάλλευση, η σκέψη θεωρείται απασχόληση ταπεινή. Κάθε τι, που ωφελεί εκείνους, που οι κρατούσες συνθήκες κρατάνε χαμηλά, θεωρείται ποταπό. Ποταπή θεωρείται η μόνιμη έγνοια για να χορτάσει κανείς. Η περιφρόνηση των τιμών, που επιδείχνονται στους υπερασπιστές της χώρας, τη στιγμή που αυτοί πεινάνε. Η αμφισβήτηση του αρχηγού, όταν αυτός οδηγεί στη δυστυχία. Η αποστροφή προς τη δουλειά, που δεν τρέφει το δουλευτή. Η απέχθεια για τον εξαναγκασμό, που οδηγεί σε παρανοϊκή συμπεριφορά. Η αδιαφορία προς την οικογένεια, που γίνεται πολυμελής από συμφέρον. Οι πεινασμένοι κατηγορούνται σαν άσωτοι, που δεν έχουν τίποτα δικό τους να υπερασπίσουν. Σαν άνανδροι, που αμφιβάλλουν για τον καταπιεστή τους και τις ατομικές δυνάμεις τους. Σαν ακαμάτηδες, όσοι θέλουν να πληρώνονται για τη δουλειά τους και τα λοιπά. Σε τέτοια καθεστώτα, η σκέψη υπολογίζεται μηδαμινά και δυσφημίζεται. Δε διδάσκεται πια πουθενά και όπου εμφανιστεί καταδιώκεται. Κι όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν τομείς, όπου μπορεί κανείς να αναφέρεται στις επιτυχίες της σκέψης χωρίς να τιμωρείται. Είναι οι τομείς στους οποίους η σκέψη είναι απαραίτητη για τις δικτατορίες. Ετσι μπορεί κανείς να μιλάει για τις επιτυχίες της σκέψης στην πολεμική επιστήμη και τεχνολογία. Αλλά και η εφεύρεση τεχνητών πρώτων υλών σε αντικατάσταση του μαλλιού για να επεκταθούν τα αποθέματά του, χρειάζεται τη σκέψη. Η νόθευση των ειδών διατροφής, η εκπαίδευση των νέων για τον πόλεμο, όλα αυτά απαιτούν σκέψη: Αυτή η σκέψη μπορεί να περιγράφεται. Ο έπαινος του πολέμου, του αστόχαστου σκοπού αυτής της σκέψης, μπορεί να αποφεύγεται με πονηριά, έτσι η σκέψη, που γεννάει το ερώτημα «ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος διεξαγωγής ενός πολέμου;» μπορεί να οδηγήσει στο ερώτημα, αν αυτός ο πόλεμος έχει κανένα νόημα και να χρησιμοποιηθεί για το ερώτημα, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για ν’ αποφευχθεί ένας παράλογος πόλεμος;

Φυσικά, το τελευταίο αυτό ερώτημα είναι δύσκολο να διατυπωθεί δημόσια. Δεν μπορεί λοιπόν ν’ αξιοποιηθεί η σκέψη, που θα έχει κανείς προπαγανδίσει; Δηλαδή να διαμορφωθεί έτσι που να αποτελεί παρέμβαση; Μπορεί. Σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου η καταπίεση, που εξυπηρετεί την εκμετάλλευση ενός (του μεγαλύτερου) τμήματος του πληθυσμού από ένα άλλο (το μικρότερο), χρειάζεται μια ορισμένη βασική στάση του πληθυσμού, που πρέπει να επεκταθεί σε όλους τους τομείς. Η ανακάλυψη του Δαρβίνου στον τομέα της ζωολογίας, π.χ., θα μπορούσε να γίνει ξαφνικά επικίνδυνη για το καθεστώς της εκμετάλλευσης. Ωστόσο μονάχα η εκκλησία νοιάστηκε ένα χρονικό διάστημα γι’ αυτήν, ενώ η αστυνομία δεν είχε ακόμα αντιληφθεί τίποτα. Οι έρευνες των φυσικών οδήγησαν τα τελευταία χρόνια σε πορίσματα στον τομέα της λογικής, που θα μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνα για μια σειρά αξιώματα, που εξυπηρετούν το καθεστώς της καταπίεσης. Ο Πρώσος φιλόσοφος Χέγκελ, που έκανε βαθιές έρευνες στον τομέα της λογικής, πρόσφερε μεθόδους ανεκτίμητης αξίας στους κλασικούς της προλεταριακής επανάστασης Μαρξ και Λένιν. Η εξέλιξη των επιστημών γίνεται σε αλληλεξάρτηση, αλλά ασύμμετρα και το κράτος δεν είναι σε θέση να έχει το μάτι του παντού. Οι πρόμαχοι της αλήθειας μπορούν να διαλέξουν μετερίζια, που δε φυλάγονται καλά. Το βασικό είναι να διδαχθεί ένας σωστός τρόπος σκέψης, που να εξετάζει σε όλα τα πράγματα και τα περιστατικά την προσωρινότητα και τη μεταβλητότητά τους. Οι κυρίαρχοι έχουν μεγάλη απέχθεια στις βαθιές αλλαγές. Θα προτιμούσαν να μείνουν τα πράγματα όπως είναι, για χίλια χρόνια. Γι’ αυτούς μακάρι να μην κουνιόταν το φεγγάρι και να μην ξανάβγαινε ποτέ ο ήλιος! Ετσι κανένας πια δε θα πεινούσε και δε θα ζητούσε να φάει για βράδυ. Οταν αυτοί έχουν πυροβολήσει, πρέπει να μην μπορούν πια οι αντίπαλοι να πυροβολήσουν, ο δικός τους πυροβολισμός θα πρέπει να είναι και ο τελευταίος.

Ενας τρόπος θεώρησης, που τονίζει ιδιαίτερα το εφήμερο του κάθε πράγματος, είναι ένα καλό μέσο για την ενθάρρυνση των καταπιεσμένων. Επίσης, το ότι για κάθε πράγμα και για κάθε κατάσταση εμφανίζεται και αναπτύσσεται μια αντίφαση, είναι κάτι που πρέπει να αντιπαρατεθεί στους νικητές. Μια τέτοια θεώρηση (όπως είναι η διαλεκτική, η θεωρία της ροής των πραγμάτων) μπορεί να εφαρμοστεί κατά την έρευνα θεμάτων και για ένα χρονικό διάστημα να ξεφύγει από την προσοχή των κυβερνώντων. Μια τέτοια μέθοδος είναι εφαρμόσιμη στη βιολογία και στη χημεία. Αλλά και στην περιγραφή της μοίρας μιας οικογένειας είναι εφαρμόσιμη, χωρίς κίνδυνο να κινήσει υποψίες. Η σκέψη πως το ένα πράγμα εξαρτιέται από πολλά άλλα, που κι αυτά αδιάκοπα αλλάζουν, είναι σκέψη επικίνδυνη για τις δικτατορίες και μπορεί να διαδοθεί με πολλούς τρόπους, χωρίς να δώσει αφορμή για επέμβαση της αστυνομίας. Με μια ολοκληρωμένη περιγραφή των περιστατικών και των διαδικασιών, που έχει ν’ αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος για να ανοίξει ένα καπνοπωλείο, μπορεί να δοθεί ένα δυνατό πλήγμα στη δικτατορία. Ο καθένας, που έχει μυαλό για να σκεφτεί λιγάκι, θα βρει το γιατί. Οι κυβερνήσεις, που οδηγούν τις ανθρώπινες μάζες στην εξαθλίωση, πρέπει ν’ αποτρέψουν τις μάζες από το να σκεφτούν ότι οι κυβερνήσεις είναι υπεύθυνες γι’ αυτήν. Γι’ αυτό μιλούν πολύ για τη μοίρα. Ισχυρίζονται ότι αυτή φταίει για την ανέχεια, όχι εκείνες. Οποιος αναζητάει την αιτία της ανέχειας, πιάνεται από την αστυνομία, προτού φθάσει με την έρευνά του μέχρι την κυβέρνηση. Είναι όμως δυνατό να αντικρουστούν γενικά τα όσα λέγονται για τη μοίρα. Μπορεί κανείς να αποδείξει ότι η μοίρα του ανθρώπου προετοιμάζεται από ανθρώπους. Και πάλι μπορεί με πολλούς τρόπους να δοθεί αυτή η απόδειξη. Μπορεί, λόγου χάρη, να γίνει με την ιστορία ενός αγροκτήματος, ας πούμε μιας ισλανδικής φάρμας. Αυτό το κτήμα το βαραίνει μια κατάρα. Σ’ ένα πηγάδι του πνίγηκε μια γυναίκα και από ένα δέντρο του κρεμάστηκε μονάχος του ένας χωρικός. Μια μέρα ο γιος αυτού του χωρικού παντρεύεται μια κοπέλα, που παίρνει για προίκα μερικά χωράφια. Και η κατάρα φεύγει από το κτήμα. Το χωριό διχάζεται στις κρίσεις του για την αιτία της ευχάριστης αυτής μεταβολής. Αλλοι την αποδίδουν στο τυχερό ριζικό του νεαρού χωριάτη κι άλλοι στα χωράφια, που πήρε για προίκα η νεαρή γυναίκα, που από τα εισοδήματά τους ορθοπόδισε το κτήμα. Αλλά και μ’ ένα ποίημα, που περιγράφει ένα τοπίο, μπορεί κανείς να πετύχει ανάλογο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, όταν ο ποιητής ενσωματώσει στη φύση, όσα δημιούργησαν τα χέρια του ανθρώπου.

Χρειάζονται τεχνάσματα για τη διάδοση της αλήθειας.

Ανακεφαλαίωση

Η μεγάλη αλήθεια της εποχής μας (που ακόμα δεν έχει συνειδητοποιηθεί πέρα για πέρα, αλλά και χωρίς τη συνειδητοποίησή της καμιά άλλη αλήθεια με βάρος δεν μπορεί να βρεθεί), είναι ότι η ήπειρός μας βυθίζεται στη βαρβαρότητα, επειδή η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής διατηρείται με τη χρήση της βίας. Τι ωφελεί να γράφουμε με τόλμη, ότι η κατάσταση στην οποία βυθιζόμαστε είναι βάρβαρη (και είναι αλήθεια), όταν δε λέμε καθαρά ποια είναι η αιτία που μας οδηγεί στην κατάσταση αυτή; Πρέπει να πούμε ότι γίνονται βασανισμοί, γιατί πρέπει να διατηρηθούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας. Βέβαια, λέγοντάς το αυτό, χάνουμε πολλούς φίλους, φίλους κηρυγμένους ενάντια στα βασανιστήρια, που όμως πιστεύουν ότι και χωρίς αυτά θα μπορούσαν να διατηρηθούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας (πράγμα που είναι αλήθεια). Για τις συνθήκες βαρβαρότητας που επικρατούν στη χώρα μας πρέπει να πούμε την αλήθεια, δηλαδή, ότι μπορεί να γίνει αυτό, που θα εξαφανίσει αυτές τις συνθήκες, δηλαδή αυτό, με το οποίο θα αλλάξουν οι σχέσεις ιδιοκτησίας.

Επιπλέον, πρέπει να την πούμε σ’ εκείνους, που υποφέρουν περισσότερο απ’ όλους τους άλλους κάτω από το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας και που η μεταβολή του τους αφορά περισσότερο από όλους, δηλαδή στους εργάτες. Και σ’ εκείνους, που μπορούμε να τους φέρουμε για συμμάχους, γιατί κι εκείνοι δεν έχουν καμία ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, έστω κι αν συμμετέχουν στα κέρδη.

Και, πέμπτον, πρέπει να ενεργούμε με πονηριά.

Και τις πέντε αυτές δυσκολίες πρέπει να τις ξεπεράσουμε ταυτόχρονα. Γιατί δεν μπορούμε να διερευνούμε την αλήθεια για τις συνθήκες βαρβαρότητας, χωρίς να σκεφτόμαστε εκείνους που υποφέρουν κάτω απ’ αυτές. Κι ενώ – καταπολεμώντας την κατά καιρούς στιγμιαία δειλία μας – αναζητάμε συνεχώς τις σωστές διασυνδέσεις προς εκείνους που είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις τους, πρέπει ταυτόχρονα να σκεφτόμαστε να τους διοχετεύσουμε την αλήθεια με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να γίνει όπλο στα χέρια τους. Kι αυτό να γίνει με τέτοια μαεστρία, που να μην το ανακαλύψει ο εχθρός και το εμποδίσει.

Ολα αυτά απαιτούνται, όταν απαιτείται από το συγγραφέα να γράφει την αλήθεια.

  • Γράφτηκε στα 1935

*********

Για το φασισμό και τον πόλεμο

http://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=10/2/2013&id=14436&pageNo=2&direction=1

Σήμερα στο ένθετο του «Κυριακάτικου Ριζοσπάστη» Ιστορία, δημοσιεύουμε κείμενα του Μπέρτολτ Μπρεχτ για το φασισμό και τον πόλεμο. Ο Μπρεχτ γράφοντας ενάντια στο φασισμό, έγραφε ενάντια στην καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, συνδέοντας την εξάλειψη του φασισμού με την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Τα κείμενα αναδημοσιεύονται από την έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής», «Μπέρτολτ Μπρεχτ Για την τέχνη και την πολιτική». Το κείμενο «Η άλλη Γερμανία: 1943» αναδημοσιεύεται από την ΚΟΜΕΠ, τ.6 του 2012.

***

Φασισμός και καπιταλισμός

Οι επιχειρήσεις του καπιταλισμού σε διάφορες χώρες (ο αριθμός τους αυξάνεται) δεν μπορούν πια να ευοδωθούν χωρίς τη χρήση ωμής βίας. Μερικοί πιστεύουν ακόμα, ότι μπορούν να ενεργούν έτσι συνέχεια, αλλά μια ματιά στα βιβλία των λογαριασμών τους θα τους πείσει, αργά ή γρήγορα, για το αντίθετο. Είναι μονάχα ζήτημα χρόνου.

Μια διακήρυξη ενάντια στο φασισμό δεν μπορεί να έχει ίχνος ειλικρίνειας, όταν μένουν ανέπαφες οι κοινωνικές καταστάσεις, που τον παράγουν σαν φυσική αναγκαιότητα. Οποιος δε θέλει να εγκαταλείψει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, όχι μονάχα δε θ’ απαλλαγεί από το φασισμό, αλλά θα τον χρειάζεται.

Φυσικά, ξέρω, ότι μερικές λέξεις, όπως ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, δεν ακούγονται ωραία, είναι ελάχιστα ρομαντικές και καθόλου ποιητικές. Αλλά κανένας μας δε σκέπτεται να τις χρησιμοποιεί για την ομορφιά τους. Είναι μόνο απαραίτητες. Δηλαδή, χρειάζεται να πούμε αυτό που λένε αυτές οι λέξεις. Κι όταν βρεθεί κανείς μπροστά στο δίλημμα, αν πρέπει να χρησιμοποιεί τόσο άσχημες, ξερές και δογματικές λέξεις και να μιλάει για πράγματα τόσο μηδαμινά, όπως η εξασφάλιση των απαραίτητων μέσων συντήρησης και η δυνατότητα να τρώει κανείς μέχρι να χορτάσει, ή αν πρέπει ν’ αφήσει το φασισμό να νικήσει, θα πρέπει να κηρυχτεί υπέρ αυτών των λέξεων.

Αλλά για να μπει ο καπιταλισμός στον αγώνα ζωής και θανάτου με το προλεταριάτο, πρέπει να απαλλαγεί από όλους τους δισταγμούς του και να πετάξει μια-μια στη θάλασσα όλες τις δικές του έννοιες για ελευθερία, δικαιοσύνη, προσωπικότητα του ατόμου, ακόμα και συναγωνισμό. Ετσι μια άλλοτε μεγάλη και επαναστατική ιδεολογία εμφανίζεται τώρα στον τελικό της αγώνα με την πιο ταπεινή μορφή κοινής απάτης, με τον πιο αναιδή τρόπο εξαγοράς συνειδήσεων, με την πιο κτηνώδη θρασυδειλία, ακριβώς με φασιστική μορφή. Και ο αστός δεν εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης προτού πάρει την πιο βορβορώδη όψη του.

Γιατί είναι τρομερό, να πρέπει να ειπωθεί πρώτα στον εργάτη της πέννας, ότι η απαγόρευση δεκατεσσάρων κομμουνιστικών εφημερίδων θα ‘πρεπε να τον σπρώξει σε οργισμένη φωνή διαμαρτυρίας; Είναι τρομερό γιατί εδώ, όπου κλείστηκε το εργαστήρι της αλήθειας και της προόδου, εκείνος ποτέ δεν έκανε την εμφάνισή του. Και είναι επίσης τρομερό γιατί, όταν απαγορεύτηκε η αλήθεια, δεν απαγορεύτηκε τίποτα απ’ όσα εκείνος είχε τυχόν πει ή επρόκειτο να πει. Η απαγόρευση της αλήθειας δεν τον αφορά. Εκείνος δεν έχει καμιά σχέση με την αλήθεια. Αυτός γράφει πράγματα χωρίς καμιά αξία, επομένως δε θα του απαγορευτεί να γράφει ό,τι γράφει. Τι να κάνει ο εργάτης της πέννας; Η αστυνομία απαγορεύει την αλήθεια και οι εφημερίδες πληρώνουν καλά το ψέμα!

Πηγή κάθε βαρβαρότητας

Συνελεύσεις σαν αυτή των αντιφασιστών συγγραφέων αποδείχνουν, ότι στην αστική τάξη υπάρχουν άνθρωποι, που δεν είναι πρόθυμοι να διατηρήσουν με κάθε τρόπο, ακόμα και τον πιο βρώμικο, την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Ενώ, όμως, υπάρχουν συγγραφείς (και ο αριθμός τους αυξάνεται), που αρνούνται την υποστήριξή τους στο σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, που παίρνει και χρειάζεται να παίρνει τόσο βάρβαρα μέτρα για την άμυνά του, και ενώ υπάρχουν άλλοι, πρόθυμοι να πολεμήσουν ενάντια σ’ αυτό το σύστημα, υπάρχουν και πολλοί, που ελπίζουν, ότι η υπεράσπιση του συστήματος της ατομικής ιδιοκτησίας δεν έχει καθόλου ανάγκη από μέτρα σαν αυτά, που παίρνει ο φασισμός, τον οποίο συχαίνονται. Αυτοί, που σκέπτονται έτσι, δεν έχουν ακόμα κερδηθεί εντελώς στον αγώνα κατά του φασισμού. Αυτοί ή θα αφανιστούν από το φασισμό ή θα προθυμοποιηθούν να μην κάνουν καμιά ενέργεια εναντίον του ή θα προθυμοποιηθούν να κάνουν τα πάντα γι’ αυτόν. Θα αμφιταλαντεύονται στο βαθμό, που θα τους παρασύρει η ελπίδα τους, ότι το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής μπορεί να σωθεί χωρίς την επιβολή βαρβαρότητας. Ακόμα δεν αντιλαμβάνονται, ότι το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής είναι η πηγή κάθε βαρβαρότητας. Αλλά η έλλειψη αυτής της αντίληψης τους οδηγεί με σιγουριά στο να επικροτήσουν βάρβαρα μέτρα. Θα μπορούσε κανείς να λογομαχεί σε εκατό τραπέζια συνεδριάσεων μέχρι να μεγαλώσουν τα γένια του, για το αν η πηγή του φασισμού είναι η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Εμένα, όμως, ένα μου φαίνεται σίγουρο: Χωρίς την ελπίδα, ότι η πηγή της βαρβαρότητας θα φραχτεί και θα στερέψει μονάχα αν καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, δεν μπορεί κανένας σήμερα να είναι αξιόπιστος αγωνιστής ενάντια στο φασισμό.

Πλατφόρμα για τους αριστερούς διανοούμενους

1. Ολες οι προσπάθειες για την κουλτούρα, είτε φιλολογικές είναι είτε άλλου είδους, είτε συνειδητά εκπολιτιστικές είτε ασυνείδητα, έχουν σαν προϋπόθεση της αποτελεσματικότητάς τους, να αγγίζουν τους πάντες, που σημαίνει να αφορούν όλους τους ανθρώπους, που βρίσκονται στη σφαίρα της δράσης τους, δηλαδή να ασκούν επιρροή.

2. Ενας από τους λόγους της τρομακτικής ασυνέπειας των εκπολιτιστικών μας προσπαθειών είναι, κατά τη γνώμη μου, το ότι γενικά όλοι μας με τις εργασίες μας, που τις προορίζαμε για «όλους» και που απόβλεπαν στο καλό «όλων» απευθυνόμασταν υπερβολικά απροσδιόριστα σε όλους. Η εξέλιξη στη Γερμανία μας διδάσκει, ότι δεν είναι όλοι για όλους και ότι μονάχα ένα στρώμα ανθρώπων είναι πρόθυμο να υπερασπίσει τα συμφέροντα όλων και ακριβώς σ’ αυτό έγκειται η διαφορά του από όλα τα άλλα κοινωνικά στρώματα. Είναι το κοινωνικό στρώμα, που πρέπει να υπερασπιστεί τα συμφέροντα όλων επί ποινή αφανισμού του ή για να είμαστε πιο ακριβείς, επειδή το κοινωνικό σύστημα το καταδικάζει σε μόνιμη κατάπτωση, γιατί ακριβώς το δικό του βούλιαγμα παράγει την ευημερία των άλλων. Αλλά για να μπορέσει αυτό το κοινωνικό στρώμα να γίνει υπερασπιστής των συμφερόντων όλων, πρέπει πρώτα να οργανωθεί και να γίνει ικανό γι’ αυτή την αποστολή. Μιλάω για το κοινωνικό στρώμα που λέγεται προλεταριάτο.

3. Σε μια τέτοια επιλογή του κοινωνικού στρώματος, που μπορεί να κινητοποιηθεί για τα συμφέροντα όλων, θα μπορούσε να αντιπαραταχθεί το επιχείρημα, ότι γίνεται από οικονομική σκοπιά. Θα μπορούσε να θέλει κανείς την επιλογή από άλλη σκοπιά, έτσι, που να γίνει στρατολογία από όλα τα κοινωνικά στρώματα γι’ αυτή την αγωνιστική ομάδα. Προτάθηκε λόγου χάρη το σημείο διαχωρισμού ανάμεσα στο βάρβαρο και το ανθρωπιστικό. Απορρίπτουμε αυτό το διαχωριστικό κριτήριο, γιατί δεν έχει καμιά οργανωτική δύναμη. Προτιμούμε να υποθέτουμε, ότι τόσο η βαρβαρότητα όσο και ο ανθρωπισμός, είναι πράγματα, που παράγονται και οργανώνονται από ανθρώπους. Αν δεν ήταν έτσι, τότε η βαρβαρότητα θα μπορούσε να καταργηθεί με την εξόντωση (σωματικό αφανισμό) ολόκληρων τμημάτων λαού – και είναι σαφές, ότι μονάχα η κατάργηση της βαρβαρότητας κάνει δυνατό τον ανθρωπισμό: Το ιδανικό μιας νησίδας ανθρωπισμού, που θα εξακολουθεί να υφίσταται μέσα στη βαρβαρότητα είναι απέραντα επικίνδυνο. Ο καθένας πάντοτε διαπίστωνε και διαπιστώνει, ιδιαίτερα καθαρά τώρα τελευταία, ότι η βαρβαρότητα δεν ανέχεται με κανέναν τρόπο τέτοιες νησίδες και έχει όλη τη δύναμη να τις καταστρέφει. Η επιλογή του κοινωνικού στρώματος, στο οποίο και μόνο μπορεί να ανατεθεί η σωτηρία ολόκληρου του πολιτισμού, πρέπει να γίνει με οικονομικά κριτήρια, γιατί μονάχα σε ένα στρώμα ανθρώπων, που έχει συντεθεί μ’ αυτόν τον τρόπο, υπάρχει η εσωτερική δύναμη και μπορεί να δοθεί η οργανωτική μορφή, που χρειάζεται για να δημιουργήσει καταστάσεις, για τις οποίες έχουν συμφέρον όλοι οι άνθρωποι και οι οποίες επομένως μπορούν να δημιουργήσουν το θεμέλιο για μια πραγματική κουλτούρα.

4. Και ο εθνικοσοσιαλισμός είναι μια προσπάθεια για τη δημιουργία μιας παγκοσμιότητας. Προσπαθεί να συμπεριλάβει τους πάντες και μάλιστα πάνω στη βάση και με τη μορφή του έθνους. Δε θεωρούμε ότι πρέπει να τον βλέπουμε σαν ένα μεταφυσικό φαινόμενο και να παρατηρούμε την εμφάνισή του όπως μια θεομηνία, με τον τρόμο και το δέος που αντιμετωπίζει κανείς τις εκρήξεις ηφαιστείων, διαδικασίες, που κανείς δε μπορεί να επηρεάσει. Και οι οποίες άλλωστε δε γίνονται με κάποιο σκοπό. Για να μπορέσουμε να δράσουμε – και πρέπει να δράσουμε – είναι ανάγκη να δούμε αυτό το φαινόμενο σαν έργο ανθρώπων κι αυτό είναι ευκολότερο, αν χρησιμοποιήσει κανείς κοινωνικά κριτήρια. Μ’ αυτά τα κριτήρια βλέπουμε ένα μικροαστικό στρώμα, που άρπαξε την κρατική εξουσία και επιδιώκει με τη βία την ενοποίηση των πάντων με τη μορφή ενός έθνους. Αυτό το στρώμα πιστεύει, ότι ένα ενοποιημένο έθνος είναι σε θέση, στην τωρινή ιστορική δομή της παγκόσμιας οικονομίας, να εκπροσωπεί όλες τις ενοποιημένες ανθρώπινες ομάδες, που βρίσκονται κάτω από τη σημαία του, με την προϋπόθεση, ότι είναι σε θέση να τις υπερασπίζεται πολεμικά. Η αντίληψη ότι είναι δυνατόν με τη βία να αλλοτριωθούν άλλοι άνθρωποι και ομάδες ανθρώπων, να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης και θύματα ενός καταλυτικού ανταγωνισμού, προέρχεται από το ιδιωτικό κύκλωμα αντιλήψεων της μικροαστικής τάξης. Ακριβώς σε μια τέτοια συμπεριφορά στηρίζεται, βέβαια, η οικονομία μας.

5. Η εθνικοσοσιαλιστική προσπάθεια για ενοποίηση κλείνει μέσα της την καταστροφή, τον αποκλεισμό ή την υποδούλωση εκείνων των κοινωνικών ομάδων, που βλάπτουν την εθνική ομοψυχία, δηλαδή, των Εβραίων και των εργατών. Μια εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία είναι αισθητά ισχυρότερη από μια Γερμανία που πιστεύει ότι δεν χρειάζεται να κάνει πολέμους, η οποία όμως διατηρεί την κοινωνική και οικονομική μορφή που δημιουργεί πολέμους. Είναι επίσης εσωτερικά ισχυρότερη και συνεπέστερη από μια Γερμανία, που διατηρεί την καπιταλιστική οικονομική μορφή, αλλά για πολιτικούς λόγους προστατεύει το εργατικό δυναμικό της, ενώ η οικονομία της δεν είναι προσανατολισμένη για κάτι τέτοιο. Από την άποψη του ισχύοντος (καπιταλιστικού) συστήματος, το εθνικοσοσιαλιστικό κράτος είναι ισχυρότερο από το φιλελεύθερο και δεν έχει καμιά σημασία, αν οι κάτοχοι των μέσων παραγωγής και του εδάφους κυβερνούν με άμεσο τρόπο, δηλαδή πολιτικά, ή με έμμεσο, δηλαδή χωρίς να έχουν ορατή πολιτική εξουσία, έχοντας μάλιστα υποστεί πολιτικό βιασμό. Κυβερνούν αφήνοντας την οικονομική τους ισχύ να επιδρά σα φυσική δύναμη.

6. Είτε πιστεύει κανείς, ότι ο καπιταλισμός θέλει να διατηρήσει την οικονομική του εξουσία παίρνοντας με το μέρος του την κινητοποιημένη μεσαία τάξη, είτε πιστεύει ότι με τον εθνικοσοσιαλισμό η μεσαία τάξη εγκαταστάθηκε σαν κράτος σε καπιταλιστική βάση και παρεμβλήθηκε ανάμεσα στις οικονομικά αντιμαχόμενες τάξεις, μια και μέσα σ’ αυτό το σύστημα δεν μπόρεσε να λυθεί το αγροτικό ζήτημα (οι δυο υποθέσεις δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους) – ο εθνικοσοσιαλισμός μπορεί να καταπολεμηθεί μονάχα με την καταπολέμηση του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Σ’ αυτόν τον αγώνα ενάντια στον εθνικοσοσιαλισμό, σύμμαχος μπορεί να είναι μονάχα η εργατική τάξη. Είναι αδύνατο να θέλει κανείς να καταπολεμήσει το φασισμό διατηρώντας τον καπιταλισμό, δηλαδή να ανακαλέσει τον καπιταλισμό σε μια πιο αδύνατη θέση, που ήδη είναι δοσμένη εξαιτίας της αστάθειάς της. Απέναντι στη μόνιμη πια κρίση του ο καπιταλισμός θα επιχειρήσει να επιβληθεί με την πιο ωμή και απροσχημάτιστη μορφή του και όχι με τη μορφή ενός υποχωρητικού φιλελευθερισμού κάτω από τους «εκβιασμούς» του προλεταριάτου του. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα ολόκληρη η αστική τάξη θα έχει διαπιστώσει, ότι ο φασισμός είναι η καλύτερη καπιταλιστική κρατική μορφή της εποχής μας, όπως ήταν ο φιλελευθερισμός η καλύτερη μορφή κρατικής εξουσίας στον καιρό του. Το φασισμό μπορεί να τον καταπολεμήσει μονάχα όποιος αρνιέται την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και όλα όσα συνδέονται μ’ αυτήν, επομένως όποιος είναι πρόθυμος να παλέψει μαζί μ’ εκείνη την κοινωνική τάξη, που πολεμάει με όλες τις δυνάμεις της ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία.

7. Με όλο του το δίκιο χαρακτηρίζει ο Χίτλερ σαν εχθρό της εθνικοσοσιαλιστικής ενοποιητικής προσπάθειας το μαρξισμό, εκείνη την άλλη προσπάθεια, που εξετάζει τα πράγματα πολύ βαθιά, για την ενοποίηση όλων. Αλλά, φυσικά, η βάση της διχογνωμίας δε βρίσκεται σ’ αυτή την καθεαυτή τη θεωρία για ενοποίηση, αλλά στην ουσία αυτής της θεωρίας: σ’ ένα πολιτικο-οικονομικό σύστημα, που κάνει τις στερήσεις των πολλών ωφέλεια για τους λίγους. Γιατί ο καπιταλισμός δεν συντηρείται παρά την ένδεια των πολλών, συντηρείται ακριβώς από αυτή την ένδεια. Μέσα σε συνθήκες γενικής ευημερίας δε θα είχαμε μια κάποια βελτίωσή του, αλλά τον ολοκληρωτικό αφανισμό του.

Ο πιο επικίνδυνος, ο μοναδικός πραγματικός εχθρός του φασισμού είναι ο κομμουνισμός, κι αυτό το ξέρει και ο ίδιος ο φασισμός. Δεν είναι σωστό να κάνουμε εκτιμήσεις, για το αν ο κομμουνισμός είναι αρκετά δυνατός για ν’ αντιμετωπίσει το φασισμό. Δουλειά δική μας είναι να δυναμώσουμε τον κομμουνισμό. Μετά το φασισμό, το μόνο που μπορεί να τον διαδεχτεί, είναι ο κομμουνισμός και τίποτα άλλο – και έχει και σ’ αυτό δίκιο ο εθνικοσοσιαλισμός. Η κουλτούρα ή θα πέσει στο πεδίο της μάχης ή θα υπάρξει μονάχα μαζί με τον κομμουνισμό.

Λόγος για τη δύναμη αντίστασης της λογικής

Βλέποντας τα υπερβολικά σκληρά μέτρα, τα τόσο μεθοδευμένα όσο και βίαια, που παίρνονται τώρα σε όλα τα φασιστικά κράτη ενάντια στη λογική, είναι επιτρεπτή η ερώτηση, αν το ανθρώπινο λογικό θα μπορέσει να αντισταθεί σ’ αυτήν την έφοδο της βίας. Φυσικά, σ’ αυτό το ζήτημα δεν ωφελούν οι αόριστες αισιόδοξες διαβεβαιώσεις, όπως: «Στο τέλος νικάει πάντοτε η λογική» ή «όσο περισσότερη βία ασκείται στο πνεύμα, τόσο πιο ελεύθερα αναπτύσσεται αυτό». Τέτοιες διαβεβαιώσεις είναι οι ίδιες ελάχιστα λογικές.

Πραγματικά, είναι εκπληκτικός ο τρόπος, που μπορεί να φθαρεί ο νοητικός πλούτος του ανθρώπου. Αυτό ισχύει για το λογικό τόσο του μεμονωμένου ατόμου, όσο και ολόκληρων κοινωνικών τάξεων και λαών. Η ιστορία της ανθρώπινης διανόησης παρουσιάζει μεγάλες περιόδους μερικής ή ολικής πνευματικής στειρότητας, παραδείγματα τρομακτικών οπισθοδρομήσεων και μαρασμού. Με κατάλληλα μέσα μπορεί να οργανωθεί η βραδύνοια σε μεγάλη έκταση. Κάτω από ορισμένες συνθήκες, ο άνθρωπος είναι σε θέση να μάθει το ίδιο καλά ότι δύο επί δύο κάνει πέντε, και όχι τέσσερα. Ο Αγγλος φιλόσοφος Χομπς είπε ήδη στο 17ο αιώνα: «Αν το θεώρημα, ότι το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου ισούται με δύο ορθές, αντιστρατευόταν τα συμφέροντα των εμπόρων, οι έμποροι θα έβαζαν αμέσως να καούν όλα τα βιβλία της Γεωμετρίας».

Πρέπει να υποθέσουμε ότι ο κάθε λαός ποτέ δεν αναπτύσσει περισσότερη λογική απ’ όση του χρειάζεται (αν ανάπτυσσε κάποτε περισσότερη, δε θα γινόταν αποδεκτή), αλλά συχνά αναπτύσσει λιγότερη. Επομένως, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε, ότι η λογική θα τα βγάλει πέρα σε τούτους τους καιρούς της ανελέητης καταδίωξής της, αν δεν μπορούμε να δώσουμε μιαν εντελώς συγκεκριμένη απάντηση για τη χρησιμοποίησή της, μιαν εντελώς καθορισμένη αναγκαιότητα, που υπάρχει στην παρούσα στιγμή, για να διατηρηθούν οι υπάρχουσες καταστάσεις. Εχω σκεφτεί καλά, πριν πω, ότι η λογική πρέπει να είναι αναγκαία για τη διατήρηση των υφιστάμενων συνθηκών, για να μπορούν έτσι να της δοθούν μερικές ευκαιρίες. Εχω το λόγο μου, που δε λέω, ότι η λογική θα έπρεπε να είναι αναγκαία για την αλλαγή των καταστάσεων που υπάρχουν. Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί κανείς να ελπίζει, ότι θα επιδειχθεί λογική, μονάχα για το λόγο, ότι είναι αναγκαία για τη βελτίωση των πολύ άσχημων συνθηκών που επικρατούν. Οι άσχημες συνθήκες μπορεί να διατηρηθούν για απίστευτα πολύν καιρό. Μάλλον μπορούμε να πούμε, ότι: όσο πιο άσχημες είναι οι καταστάσεις, τόσο λιγότερη λογική υπάρχει, παρά να πούμε: όσο χειρότερες οι καταστάσεις, τόσο περισσότερο αναπτύσσεται η λογική.

Ωστόσο πιστεύω, όπως ήδη είπα, ότι αναπτύσσεται τόση λογική όση είναι απαραίτητη για να διατηρηθούν οι υπάρχουσες συνθήκες. Επομένως, μπαίνει το ερώτημα, πόση ακριβώς είναι απαραίτητη; Γιατί – και το λέω αυτό ακόμα μια φορά -, όταν ρωτάμε πόση λογική θα αναπτυχθεί στο άμεσο μέλλον, πρέπει να ρωτάμε και πόση απ’ αυτήν είναι απαραίτητη για να διατηρηθούν οι συνθήκες που επικρατούν.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι στις φασιστικές χώρες οι συνθήκες είναι πολύ άσχημες. Το βιοτικό επίπεδο σ’ αυτές τις χώρες κατεβαίνει συνεχώς και χρειάζονται οπωσδήποτε πολέμους για να κρατηθούν τα καθεστώτα αυτά. Αλλά δεν πρέπει να υποθέσει κανείς, ότι για τη διατήρηση τόσο άσχημων συνθηκών χρειάζεται να υπάρχει ιδιαίτερα λίγη λογική. Η λογική, που χρειάζεται σ’ αυτές τις χώρες, που πρέπει διαρκώς να παράγεται και να μην εμποδίζεται, είναι ιδιαίτερου τύπου, αλλά όχι μηδαμινή. Μπορούμε να εκφραστούμε έτσι: Πρέπει να είναι λογική ρυθμιζόμενη, να μεγεθύνεται ή να σμικρύνεται με ειδικό μηχανισμό κατά τις περιστάσεις. Πρέπει να τρέχει μακριά και γρήγορα, αλλά να γυρίζει όταν της σφυρίξουν. Πρέπει να είναι σε θέση να σφυρίζει οπισθοχώρηση στον εαυτό της, να επεμβαίνει η ίδια στον εαυτό της, να αυτοκαταστρέφεται.

Ας εξετάσουμε, τι είδους λογική χρειάζεται. Ο φυσικός πρέπει να είναι σε θέση να φτιάχνει για τον πόλεμο συσκευές, με μεγάλη οπτική ακτίνα, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να μην μπορεί να βλέπει μ’ αυτές στο άμεσο περιβάλλον του – ας πούμε στο πανεπιστήμιο – περιστατικά, πάρα πολύ επικίνδυνα για τον ίδιον. Πρέπει να κατασκευάζει αμυντικά έργα ενάντια στις επιθέσεις ξένων εθνών, αλλά δεν επιτρέπεται να σκέπτεται τι πρέπει να κάνει ενάντια στις επιθέσεις των αρχών του τόπου του, που στρέφονται προς το άτομό του. Ο γιατρός ψάχνει στην κλινική του να βρει ένα μέσον ενάντια στον καρκίνο, που απειλεί τον άρρωστό του, αλλά δεν του επιτρέπεται να αναζητήσει ένα μέσον ενάντια στα δηλητηριώδη αέρια και στις βόμβες, που απειλούν τον ίδιο μέσα στην κλινική του. Γιατί το μοναδικό μέσον ενάντια στο θάνατο από ασφυξιογόνα θα ήταν ένα μέσον ενάντια στον πόλεμο. Οι εργάτες του πνεύματος πρέπει να αναπτύσσουν διαρκώς τις νοητικές ικανότητές τους για να μπορούν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του τομέα τους, αλλά πρέπει να έχουν και την ικανότητα να μην επεκτείνουν τις νοητικές ικανότητές τους και στους βασικούς, γενικούς τομείς. Πρέπει να φροντίζουν να βρίσκουν τρόπους για να γίνει ο πόλεμος φρικιαστικός, αλλά την απόφαση για πόλεμο ή ειρήνη πρέπει να την αφήνουν σε ανθρώπους με ολοφάνερα μηδαμινή ευφυία. Σ’ αυτούς τους βασικούς τομείς βλέπουν να εφαρμόζονται μέθοδοι και θεωρίες, που αν εφαρμόζονταν στους δικούς τους τομείς – όπως η φυσική ή η ιατρική – θα θεωρούνταν μεσαιωνικές.

Η ποσότητα νου, που χρειάζεται η άρχουσα τάξη για να διεκπεραιώνει τις τρέχουσες υποθέσεις της, δεν εξαρτιέται από την ελεύθερη απόφασή της. Σε ένα σύγχρονο κράτος ο νους έχει μεγάλη σημασία και αποκτά ακόμα μεγαλύτερη, όταν για τον πιο πέρα χειρισμό των υποθέσεων της άρχουσας τάξης απαιτούνται άλλα μέσα, συγκεκριμένα για τον πόλεμο. Ο σύγχρονος πόλεμος καταβροχθίζει τεράστιες ποσότητες φαιάς ουσίας.

Η εισαγωγή του θεσμού των σύγχρονων δημοτικών σχολείων δεν έγινε επειδή η τότε άρχουσα τάξη θέλησε κινούμενη από ευγενικά κίνητρα να προσφέρει υπηρεσίες στη νόηση. Εγινε, επειδή έπρεπε να ανεβεί το νοητικό επίπεδο των πλατύτερων μαζών του πληθυσμού για να εξυπηρετηθεί έτσι η βιομηχανία. Αν το νοητικό επίπεδο των εργαζόμενων κατέβαινε τώρα υπερβολικά, τότε η βιομηχανία δε θα μπορούσε να ορθοποδήσει. Γι’ αυτό δεν μπορεί να υποβαθμιστεί σημαντικά το νοητικό επίπεδο των εργαζόμενων, όσο κι αν η άρχουσα τάξη θα το επιθυμούσε πολύ για ορισμένους λόγους. Γιατί με αναλφάβητους δεν μπορεί κανείς να διεξάγει έναν πόλεμο.

Ετσι, αν η ποσότητα της αναγκαίας νοητικής ικανότητας δεν εξαρτιέται από την απόφαση της άρχουσας τάξης, η ποιότητά της, όμως, θα πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με το πόσο θα ήταν αυτό ευχάριστο στην άρχουσα τάξη.

Ηδη η απότομη εξάπλωση της ανάπτυξης του νου μέσω του θεσμού της βασικής εκπαίδευσης οδήγησε, εκτός από την ανόρθωση της βιομηχανίας και σε μια έξαρση των απαιτήσεων των πλατιών λαϊκών μαζών από κάθε άποψη. Ετσι, η απαίτηση αυτών των μαζών για εξουσία απόχτησε γερά θεμέλια. Εδώ μπορεί να διατυπωθεί ένα αξίωμα: Για να καταπιέζει και να εκμεταλλεύεται τις πλατιές μάζες, η άρχουσα τάξη έχει ανάγκη από τόσο ποσοτική και ποιοτική νοητική ικανότητα των πλατιών μαζών, ώστε στο τέλος να απειλείται απ’ αυτήν το καταπιεστικό και εκμεταλλευτικό σύστημά της. Με τέτοιου είδους ψυχρή εκτίμηση φθάνει κανείς στο συμπέρασμα, ότι οι επιθέσεις, που δέχεται η λογική από μέρους των φασιστικών κυβερνήσεων, θα αποδειχτούν για μια ακόμα φορά δονκιχωτισμοί. Οι φασιστικές κυβερνήσεις είναι αναγκασμένες να αφήσουν άθικτες μεγάλες ποσότητες διαλογισμού και μάλιστα να τις αναπτύσσουν οι ίδιες. Μπορούν να βρίζουν τη διανόηση όσο θέλουν. Μπορούν να την παριστάνουν σα μιαν αρρώστια. Μπορούν να καταγγέλλουν με κτηνώδη τρόπο τους διανοούμενους. Ομως και γι’ αυτή τη δραστηριότητά τους χρειάζονται ραδιόφωνα, που χρωστάνε την ύπαρξή τους στις νοητικές ικανότητες των κατασκευαστών τους. Για να διατηρήσουν την κυριαρχία τους χρειάζονται να διατηρήσουν στις μάζες τόση λογική όση τελικά θα είναι αναγκαία για την ανατροπή της εξουσίας τους.

Η άλλη Γερμανία: 1943*

Τις ημέρες που οι μεγάλες Δυνάμεις δεν πολεμούσαν ακόμα τον Χίτλερ, ενώ αρκετές φωνές από το εξωτερικό τον ενθάρρυναν – μερικές από αυτές μάλιστα ακόμα δεν έχουν σιωπήσει – ο κόσμος ήξερε πολύ καλά ότι αυτός καταπολεμούνταν από τα μέσα και αυτοί οι εχθροί του αποκαλούνταν: η άλλη Γερμανία. Πρόσφυγες, πολλοί από τους οποίους γνωστοί σε όλο τον κόσμο και ξένοι ανταποκριτές που ήταν σε άδεια ανέφεραν ότι αυτή η άλλη Γερμανία πράγματι υπήρχε. Ούτε για μια στιγμή δεν κέρδισε ο Χίτλερ πάνω από τους μισούς ψήφους και η ύπαρξη των πιο τρομερών μέσων καταπίεσης και της πιο τρομακτικής αστυνομικής δύναμης που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα απέδειξαν ότι οι εχθροί του καθεστώτος δεν ήταν ανενεργοί. Πριν από οποιαδήποτε άλλη χώρα, ο Χίτλερ ρήμαξε τη δική του, και η κατάσταση της Πολωνίας, της Ελλάδας ή της Νορβηγίας μόλις που είναι χειρότερη από αυτή της Γερμανίας. Δημιούργησε αιχμάλωτους πολέμου στην ίδια του τη χώρα. Κράτησε ολόκληρους στρατούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το 1939 αυτοί οι στρατοί αριθμούσαν 200.000 Γερμανούς – περισσότερους απ’ τους Ρώσους αιχμάλωτους στο Στάλινγκραντ. Αυτοί οι 200.000 δεν αποτελούν το σύνολο της άλλης Γερμανίας. Αποτελούν μόνο ένα μέρος των δυνάμεών της.

Η άλλη Γερμανία δεν μπόρεσε να σταματήσει τον Χίτλερ και στον τωρινό πόλεμο, ο οποίος έφερε τις μεγάλες Δυνάμεις σε σύγκρουση με αυτόν, η άλλη Γερμανία έχει σχεδόν ξεχαστεί. Πολλοί αμφέβαλλαν για το ότι πράγματι υπήρξε ή τουλάχιστον αμφισβητούσαν ότι είχε κάποια σπουδαιότητα. Ενας παράγοντας ήταν ότι οι Δημοκρατίες που διεξήγαγαν τον πόλεμο έπρεπε να καταπολεμήσουν τις ψευδαισθήσεις για τη δύναμη κρούσης των χιτλερικών στρατευμάτων. Επίσης, υπήρχαν ισχυρές ομάδες που προσέγγιζαν την άλλη Γερμανία με δυσπιστία. Φοβόντουσαν ότι ήταν σοσιαλιστική. Αλλά υπήρχε και μία υποψία που μπέρδεψε και τους φίλους της άλλης Γερμανίας, ακόμα και κάποιους που ανήκαν σε αυτή.

Το τρομακτικό ερώτημα ήταν: είχε βάλει ο πόλεμος τέλος στον εμφύλιο πόλεμο που υπόβοσκε στη Γερμανία τα πρώτα έξι χρόνια της ναζιστικής κυριαρχίας; Γιατί, σε τελική ανάλυση, είναι γνωστό ότι οι πόλεμοι τροφοδοτούν το λυσσαλέο εθνικισμό και δένουν τους λαούς πιο στενά πάνω στους κυβερνώντες τους.

Το επάγγελμα του εξόριστου είναι: να ελπίζει. Αυτό το επάγγελμα δεν του παρέχει καμία άνεση και ασφάλεια. Μερικοί προέβλεπαν ότι το ναζιστικό καθεστώς δε θα ήταν ικανό να καταργήσει την ανεργία. Και μόλις αυτή καταργήθηκε, προέβλεπαν ότι το καθεστώς αυτό θα χρεοκοπούσε. Αλλοι βάσισαν τις ελπίδες τους στη Reichswehr1, στην τιμή της κάστας των Πρώσων Γιούνκερς2, οι οποίοι δε θα ήθελαν να πάνε σ’ έναν πόλεμο υπό την καθοδήγηση ενός δεκανέα ή στους βιομήχανους της Ρηνανίας, οι οποίοι γενικά θα έπρεπε να φοβούνται τον πόλεμο. Ακόμα κι όταν ξέσπασε ο πόλεμος, κάποιοι είπαν: «Το καθεστώς μπορεί να κρατήσει τον πόλεμο όσο αυτός παραμένει Blitzkrieg (πόλεμος αστραπή) που διεξάγεται από εικοσάχρονα αγόρια και από ένα μηχανοκίνητο στρατό ειδικών, όχι όμως περισσότερο. Οι εργάτες παραμένουν στα εργοστάσια και τουλάχιστον τριάντα μεραρχίες χρειάζονται για να τους φυλάνε. Η κατάκτηση της Πολωνίας και της Νορβηγίας, ακόμα και η καθυπόταξη της Γαλλίας φαινόταν να διεκπεραιώνονται από αυτόν το στρατό ειδικών. Αλλά στη συνέχεια ήρθε η ρωσική εκστρατεία και μαζί της ένας σχεδόν καθολικός φόβος. Ακόμα περισσότερο φοβόντουσαν αυτοί που μισούσαν τη Σοβιετική Ενωση. Γιατί αυτός δεν ήταν πόλεμος ειδικών. Ολόκληρος ο λαός θα εμπλεκόταν. Οι ψηλότερες ηλικιακές ομάδες «οι οποίες ακόμα θυμόντουσαν με ρίγη τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες που θεωρούσαν τη Ρωσία πατρίδα τους, επιστρατεύτηκαν. Οι εργάτες, ειδικά αυτό το τμήμα του λαού, που το ίδιο το καθεστώς αποκαλούσε πάντα τον πιο σταθερό εχθρό του, μπήκαν στον πόλεμο ακριβώς τη στιγμή που αυτός συμπεριέλαβε τη χώρα που εκείνοι έβλεπαν με ιδιαίτερη συμπάθεια.

Ακόμα και αυτοί που είχαν την πιο ακλόνητη πίστη σώπασαν. Μήπως δεν υπήρχε άλλη Γερμανία;

Ο άνθρωπος μένει πιστός στο επάγγελμά του και το επάγγελμα του εξόριστου είναι: να ελπίζει. Ετσι, πολύ σύντομα, κάθε είδους εξήγηση ήταν διαθέσιμη, όλα όμως περισσότερο ή λιγότερο τεχνικής φύσης. Το χιτλερικό καθεστώς, έλεγαν, αναγκάστηκε να κρατήσει μέχρι την τελευταία στιγμή δυο χώρες στο σκοτάδι σχετικά με την εισβολή, τους Ρώσους και τους Γερμανούς. Αυτό αποδεικνύει ότι όλη αυτή η ιστορία ντρόπιασε το καθεστώς, έτσι δεν είναι; Οι έρευνες για το ποια εργατική πολιτική θα χαράξουν οι Ναζί κατά τη διάρκεια των πέντε ετών προετοιμασίας του πολέμου ήταν πιο σοβαρό ζήτημα. Ηδη στον τελευταίο χρόνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η κατάσταση της εργατικής τάξης ήταν καταστροφική. Ο εξορθολογισμός της βιομηχανίας είχε προκαλέσει την ανεργί. Η παγκόσμια κρίση, η οποία έπληξε τη Γερμανία με ιδιαίτερη οξύτητα, μετέτρεψε την ανεργία σε εθνική καταστροφή. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών μετατράπηκε σε έναν πραγματικό πόλεμο. Η γερμανική εργατική τάξη είχε ήδη διαιρεθεί σε κόμματα. Τα κόμματα στράφηκαν τώρα το ένα ενάντια στο άλλο. Αυτή ήταν η κληρονομιά της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στο μεγάλο και νόμιμο, όπως πολλοί νομίζουν, διάδοχό της: το Τρίτο Ράιχ. Η ανεργία παραμερίστηκε πολύ σύντομα. Πράγματι, η ταχύτητα και ο βαθμός κατάργησής της ήταν τόσο εκπληκτικός που φαινόταν σαν επανάσταση. Τα εργοστάσια καταλήφθηκαν με τη βία. Η τέταρτη τάξη εφόρμησε στη Βαστίλη… μόνο για να παραμείνει εκεί αιχμάλωτη. Την ίδια στιγμή οι πολιτικές οργανώσεις της εργατικής τάξης διαλύθηκαν και αποδεκατίστηκαν από την αστυνομία. Με αυτό τον τρόπο αυτή η τάξη μετατράπηκε σε μία άμορφη μάζα χωρίς θέληση και πολιτική συνείδηση. Από εδώ και πέρα το κράτος δεν είχε να κάνει με οργανώσεις, αλλά με μεμονωμένα άτομα. Ο Ναπολέοντας είχε ισχυριστεί ότι το μόνο που χρειαζόταν κάποιος να κάνει ήταν να είναι πιο ισχυρός την κατάλληλη στιγμή, στο κατάλληλο μέρος. Ο Χίτλερ αξιοποίησε λαμπρά αυτή τη στρατηγική. Οι πολιτικές του δε χρειάζεται πια να εγκρίνονται από αυτούς τους «ιδιώτες». Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η ειρηνική βιομηχανία που παράγει εμπορεύματα δεν απαιτεί να αντλούν οι εργάτες ευχαρίστηση από τη δουλειά τους. Ο σύγχρονος εκμηχανισμένος πόλεμος, ο οποίος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η βιομηχανία της καταστροφής, δεν απαιτεί οι εργάτες να αντλούν ευχαρίστηση από τον πόλεμο. Η καταστροφή είναι το εμπόρευμα με το οποίο ασχολούνται. Τέτοια είναι η τεχνικο-οικονομική πλευρά ενός κοινωνικού συστήματος που υποβιβάζει το συνηθισμένο άνθρωπο στο επίπεδο ενός εργαλείου, τόσο από πολιτική όσο και από οικονομική σκοπιά.

Τέτοιου είδους ερμηνείες είναι πιο διαφωτιστικές από αυτές των φιλοσόφων της Ιστορίας, οι οποίοι με ένα ανόητο και δημαγωγικό μίσος ισχυρίζονται ότι ο γερμανικός λαός είναι από την ίδια τη φύση του πολεμοχαρής, ότι η επιθυμία του να κατακτά μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη διάθεσή του να υπακούει κ.λπ. Αυτές οι ερμηνείες όμως δεν αποτελούν ολόκληρη την αλήθεια. Δείχνουν με ποιο τρόπο κατέληξε η εργατική τάξη να είναι δουλικά εξαρτημένη από τις κυρίαρχες τάξεις. Δε δείχνουν με ποιο τρόπο έφτασαν οι εργάτες να εξαρτώνται από την επιτυχία των κυβερνητών τους στον πόλεμο. Ο (Εμιλ) Λούντβιχ (Ludwig)3 και ο Βάνσιταρτ (Vansittart)4 παραπονιούνται ότι ο γερμανικός λαός το λιγότερο ανέχεται τον πόλεμο του Χίτλερ. Η αλήθεια είναι ότι έπρεπε να ανεχτεί τον πόλεμο γιατί ανέχεται ένα σύστημα που απαιτεί – μεταξύ άλλων – και πολέμους.

Το να παραπονιέσαι ότι ο γερμανικός λαός επιτρέπει στην κυβέρνησή του να διεξάγει έναν τρομερό επιθετικό πόλεμο είναι στην πραγματικότητα σαν να παραπονιέσαι για το ότι ο γερμανικός λαός δεν κάνει κοινωνική επανάσταση. Προς όφελος ποιου διεξάγεται ο πόλεμος; Ακριβώς προς όφελος εκείνων που μπορούν να απομακρυνθούν από τις ψηλές τους θέσεις μόνο με μία κοινωνική επανάσταση γιγαντιαίας κλίμακας. Τα συμφέροντα των βιομηχάνων και των Γιούνκερς μπορεί κάποιες φορές να αποκλίνουν, ωστόσο και οι δύο χρειάζονται τον πόλεμο. Μπορεί να διαπληκτίζονται για τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου, αλλά είναι εξίσου σίγουροι ότι ο πόλεμος πρέπει να διεξαχθεί. Σημαντικοί Αγγλοι δημοσιογράφοι περιέγραψαν με ποιο τρόπο οι Γιούνκερς τροφοδότησαν στο υπουργείο Πολέμου τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρηματικών ομίλων (Konzern) και πόσο αποτελεσματικά αγωνίστηκαν αυτοί οι επιχειρηματικοί όμιλοι για να ασκήσουν επιρροή στη διεξαγωγή του πολέμου. Καμία ομάδα που έχει κάτι στην ιδιοκτησία της δεν είναι εναντίον του πολέμου. Αν ο πόλεμος μετατραπεί σε αδιέξοδο, τα τραστ μπορεί να προσπαθήσουν να ξεφορτωθούν τη συμμορία του Χίτλερ ή ακόμα και τους στρατηγούς, χάριν της ειρήνης, αλλά θα συνάψουν ειρήνη με μοναδικό στόχο να διεξάγουν αργότερα άλλο πόλεμο με όλη τη δυνατή ισχύ και όσο το δυνατό συντομότερα. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι φυσικά να διατηρήσουν αυτό που έχουν στην κατοχή τους, δηλαδή την οικονομική εξουσία, χωρίς την οποία δε θα μπορούσαν ποτέ να ελπίζουν στο να ξανακερδίσουν την πολιτική εξουσία που χρειάζονται για να διεξάγουν πόλεμο. Οι Γάλλοι υπουργοί έχουν περιγράψει – και ο Στρατηγός de Gaull έχει επιβεβαιώσει αυτές τις περιγραφές – το πόσο πολύ φοβόντουσαν οι Γάλλοι βιομήχανοι το δικό τους λαό, που έτρεξαν όσο πιο γρήγορα γινόταν να υποταχθούν στους Γερμανούς κατακτητές. Θεωρούσαν τις γερμανικές ξιφολόγχες απαραίτητες για τη διατήρηση της περιουσίας τους. Κάποια μέρα οι Γερμανοί βιομήχανοι θα προσπαθήσουν να βρουν ξιφολόγχες (και όλες οι ξιφολόγχες κάνουν γι’ αυτή τη δουλειά), ελπίζοντας ότι η απώλεια της πολιτικής εξουσίας θα είναι μόνο προσωρινή αν μπορεί να διασωθεί η οικονομική τους εξουσία. Είναι αυτό καθαρό;

Αλλά τι ισχύει με το υπόλοιπο τμήμα του γερμανικού λαού, το ενενήντα εννέα τοις εκατό; Είναι ο πόλεμος και προς το δικό τους συμφέρον; Χρειάζονται αυτοί τον πόλεμο; Οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι θα είναι κάτι παραπάνω από βιαστικοί αν απαντήσουν γεμάτοι αυτοπεποίθηση: Οχι. Αυτή θα ήταν μία ανακουφιστική απάντηση, αλλά δε θα ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι ο πόλεμος είναι προς όφελός τους για όσο δεν μπορούν ή δε θέλουν να αποτινάξουν το σύστημα στο οποίο ζουν. Οταν ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία, εφτά εκατομμύρια οικογένειες, δηλαδή περισσότερο από το ένα τρίτο του πληθυσμού, αντιμετώπιζαν τη λιμοκτονία. Το σύστημα δεν μπορούσε να τους βρει δουλειά, δεν μπορούσε καν να τους προσφέρει το βοήθημα. Οταν βρέθηκε γι’ αυτούς δουλειά, αυτή ήταν μόνο στον τομέα της βιομηχανικής προετοιμασίας του πολέμου. Στο μεταξύ, η αποκαλούμενη μεσαία τάξη είχε καταστραφεί και είχε οδηγηθεί στα εργοστάσια παραγωγής πολεμοφοδίων. Εκατοντάδες χιλιάδες μαγαζιά και εργαστήρια είχαν κλείσει και μάλιστα οριστικά: Τις ταμειακές μηχανές τις έλιωσαν για μέταλλο. Οι αγρότες είχαν επίσης καταστραφεί. Τώρα είναι περισσότερο εκμισθωτές γης που δρουν υπό τις διαταγές άλλων. Μπορούν να καλλιεργήσουν τη γη τους μόνο με τη φτηνότερη δουλική εργασία, την εργασία των αιχμαλώτων πολέμου. Ακόμα και τα μικρότερα εργοστάσια καταστράφηκαν για τα καλά και οι ιδιοκτήτες τους πρέπει να αναζητήσουν διευθυντική εργασία, την οποία μπορούν να βρουν μόνο αν το κράτος βγει νικηφόρο και μπορεί να διαθέσει κατειλημμένα εδάφη. Ετσι όλοι έχουν συμφέρον στον πόλεμο. Ολοι. Είναι αυτό καθαρό;

Κάπου πρέπει να υπάρχει ένας τρομερά λαθεμένος υπολογισμός – κι αυτό είναι καθαρό – και θα γίνεται όλο και πιο καθαρό όσο ο πόλεμος χειροτερεύει. Οι άνθρωποι κρύβονται στα υπόγεια των φλεγόμενων σπιτιών συνεπαρμένοι από ένα ζωικό φόβο και αρχίζουν να μαθαίνουν. Μάλλον αρχίζουν να μαθαίνουν και τα στρατεύματα που υποχωρούν στο Νότο και στην Ανατολή. Πού έγκειται ο λαθεμένος υπολογισμός; Κάπου κοντά στο Σμόλενσκ, ένας στρατιώτης από τη Σιλεσία σημαδεύει με το όπλο του ένα ρωσικό τανκ, το οποίο θα τον συντρίψει αν δεν αναγκαστεί να σταματήσει! Δεν υπάρχει χρόνος να συνειδητοποιήσει ότι αυτό που σημαδεύει με το όπλο του είναι η ανεργία. Και ακόμα κι αν το συνειδητοποιήσει, πόσα λίγα κερδίζει με αυτό! Ενας μηχανικός έχει πέσει με τα μούτρα στη διόρθωση της κατασκευής γρήγορων καταδιωκτικών μαχητικών αεροσκαφών. Δεν έχει χρόνο να σκεφτεί τι θα κάνει σε μία ηττημένη στον πόλεμο Γερμανία που θα πληγεί από τη φτώχεια. Αλλά σίγουρα κάτι κινείται στο πίσω μέρος του μυαλού του, όσο κι αν αυτό γίνεται με μυστηριώδη τρόπο. Ισως μισο-υποψιάζεται ότι κάπου πρέπει να υπάρχει κάποιος λαθεμένος υπολογισμός. Το Αμβούργο φλέγεται και ένα πλήθος κόσμου προσπαθεί να φύγει από την πόλη. Ενας άντρας των SS τους χτυπάει για να γυρίσουν πίσω. Οι γονείς του είχαν στην ιδιοκτησία τους ένα μαγαζί με έπιπλα στο Βρότσλαβ. Τώρα είναι κλειστό. Τι θα γινόταν αν χανόταν ο πόλεμος; Τι θα γινόταν αν αυτός κερδιζόταν; Συνεχίζει να χτυπάει το πλήθος. Μέσα σε αυτό υπάρχουν πολλοί γονείς.

Μόνο το άτομο μπορεί να σκεφτεί. Μόνο η ομάδα μπορεί να ξεκινήσει πόλεμο. Είναι πιο εύκολο για το άτομο να ακολουθήσει την ομάδα από το να σκεφτεί μόνο του. Κάθε ξεχωριστό άτομο που υπάρχει σε ένα πλήθος ίσως έκανε ένα πράγμα, αλλά το πλήθος κάνει άλλο πράγμα. Οι Ρώσοι και οι Αμερικανοί είναι πιο μακριά από το λοχία. Και ο πόλεμος είναι ένα γεγονός, ενώ η σκέψη είναι αδύνατη και μη πρακτική, μία υπόθεση που μοιάζει με τα όνειρα. Ο πόλεμος τα απαιτεί όλα, αλλά φροντίζει επίσης και για όλα. Φροντίζει για διατροφή, διαμονή, εργασία. Δεν μπορεί να κάνει κάποιος κάτι που δεν είναι για τον πόλεμο. Το να κάνεις κάτι καλό, σημαίνει «καλό για τον πόλεμο». Στον πόλεμο βγαίνουν στην επιφάνεια όλα τα ελαττώματα και οι αδυναμίες. Αλλά ο πόλεμος φέρνει επίσης στην επιφάνεια όλες τις αρετές: Εργατικότητα, εφευρετικότητα, επιμονή, γενναιότητα, συντροφικότητα, ακόμα και καλοσύνη. Κι όμως, κάπου βρίσκεται ένας τεράστιος λαθεμένος υπολογισμός.

Πού;

Οταν πρόκειται για την τύχη τόσων πολλών, είναι δύσκολο να σκεφτείς ότι μόνο οι ηγέτες ευθύνονται για τον πόλεμο. Είναι πιο εύκολο να υποθέσεις ότι οι ηγέτες ευθύνονται μόνο για το χάσιμο του πολέμου. Τώρα είναι μάλλον απίθανο το ναζιστικό καθεστώς, όσο κακόηθες και να είναι, να προσέφυγε στον πόλεμο έτσι για πλάκα. Δεν το έκανε γι’ αυτό. Οσον αφορά τον πόλεμο και την ειρήνη, το καθεστώς ενδεχομένως να μην είχε άλλη επιλογή. Οποιοι κι αν είναι οι κυβερνήτες, δεν κυριαρχούν μόνο στα κορμιά, αλλά και στα μυαλά. Δε διοικούν μόνο τις πράξεις, αλλά και τις σκέψεις. Το καθεστώς έπρεπε να επιλέξει τον πόλεμο επειδή όλοι οι άνθρωποι χρειάζονταν πόλεμο. Αλλά οι άνθρωποι χρειάζονταν πόλεμο μόνο κάτω από αυτό το καθεστώς και γι’ αυτό πρέπει να αναζητήσουν έναν άλλο τρόπο ζωής. Αυτό είναι ένα κολοσσιαίο συμπέρασμα. Ακόμα και όταν το χέρι που κρατά τα ηνία γίνεται ασταθές, ο δρόμος προς αυτό το συμπέρασμα είναι πολύ μακρύς. Γιατί αυτός ο δρόμος είναι ο δρόμος της κοινωνικής επανάστασης.

Η ιστορία δείχνει ότι οι άνθρωποι δεν προχωρούν εύκολα σε ριζικές αλλαγές στο οικονομικό σύστημα. Οι άνθρωποι δεν είναι τζογαδόροι. Δε σπεκουλάρουν. Μισούν και φοβούνται την αταξία που συνοδεύει μία κοινωνική αλλαγή. Μόνο όταν η τάξη, κάτω από την οποία ζούσαν, μετατραπεί σε αδιαμφισβήτητη και αφόρητη αταξία τολμούν οι άνθρωποι. Και ακόμα και τότε το κάνουν νευρικά, αβέβαια, τρομάζοντας κάθε λίγο και έχοντας ενδοιασμούς να αλλάξουν την κατάσταση. Ενας κόσμος που περιμένει από το γερμανικό λαό να εξεγερθεί και να μετατραπεί σε ένα ειρηνικό έθνος περιμένει πολλά. Περιμένει από το γερμανικό λαό κουράγιο, αποφασιστικότητα και νέες θυσίες. Αν η άλλη μας Γερμανία είναι να νικήσει, θα πρέπει να έχει μάθει το μάθημά της.

Ο τελευταίος πόλεμος τελείωσε με ήττα και απελευθέρωσε για λίγο το γερμανικό λαό από τα πολιτικά του δεσμά. Τα χρόνια μετά τον πόλεμο ολόκληρος ο λαός προσπαθούσε ενεργά να δημιουργήσει μία κυβέρνηση από το λαό και για το λαό. Γιγάντια εργατικά και μικρά αστικά κόμματα, εν μέρει υπό καθολική επιρροή, καταδίκασαν τον πόλεμο και όλες τις πολιτικές που οδήγησαν σε αυτόν. Φαινόταν ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να δυσφημιστεί στην αντίληψη αρκετών γενεών. Οι τέχνες, η μουσική, η ζωγραφική, η λογοτεχνία και το θέατρο άνθισαν.

Δεν κράτησε πολύ. Ο λαός είχε παραλείψει να καταλάβει τις θέσεις – κλειδιά στην εθνική οικονομία. Αυτοί που είχαν συνηθίσει να δίνουν διαταγές, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως ειδικοί της τάξης και οι υπηρεσίες τους έγιναν αποδεκτές. Η διαφημισμένη τάξη την οποία κρατούσαν ήταν η τάξη των επιτιθέμενων ταγμάτων. Το πολυσυζητημένο χάος, το οποίο απέφυγαν, ήταν η κατάληψη από το λαό των θέσεων – κλειδιά στην οικονομία. Και μετά από ένα ή δύο χρόνια, στα οποία οι οικονομικές τους θέσεις δεν είχαν καν αμφισβητηθεί, πήραν πίσω και τις πολιτικές τους θέσεις και η προετοιμασία του επόμενου πολέμου ξεκίνησε.

Θα συμβεί όλο αυτό ξανά;

Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε αρνητικά σε αυτή την ερώτηση πρέπει να είμαστε σε θέση να ερμηνεύσουμε θετικά το ίδιο το γεγονός, που αρχικά φαίνεται να καθιστά την ερώτηση γελοία, δηλαδή το πολυαναφερόμενο «ακλόνητο ηθικό της χιτλερικής Γερμανίας».

Το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει καμία γρήγορη αντίδραση στις στερήσεις και τις ήττες της ναζιστικής Γερμανίας είναι ομολογουμένως ενοχλητικό. Πρέπει όμως να μπορούμε να δούμε αυτό ακριβώς που δείχνει αυτή η καθυστέρηση, δηλαδή το πόσο βαθιά και πλατιά θα είναι η αντίδραση. Αυτή τη φορά, οι ιμπεριαλιστές δεν έχουν κοινοβούλια για να προσφύγουν, όταν θέλουν κάποιος να βάλει ένα τέλος γι’ αυτούς στον πόλεμό τους. Σήμερα δεν υπάρχουν δυναστείες που θα μπορούσαν να θυσιαστούν σαν αποδιοπομπαίοι τράγοι, χωρίς να διακινδυνευτεί στο ελάχιστο η δομή του κράτους. Από την άλλη μεριά, αν οι μάζες προσπαθήσουν να παλέψουν για τη δική τους διέξοδο από τον πόλεμο, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν εκατοντάδες χιλιάδες οπαδών του Χίτλερ, οι οποίοι θα μπορούσαν να ηττηθούν μόνο με έναν τρομερό εμφύλιο πόλεμο, έναν εμφύλιο πόλεμο που θα πρέπει να διεξαχθεί με τα αυτοσχεδιαζόμενα μάχιμα τμήματα μιας λαϊκής κυβέρνησης. Ο λαός πρέπει να εξεγερθεί ενάντια στους βασανιστές του – τους βασανιστές ολόκληρου του κόσμου – και να τους νικήσει.

Ενα πράγμα είναι βέβαιο. Αν ο γερμανικός λαός δεν μπορεί να αποτινάξει τους βασανιστές του, αν αντίθετα αυτοί οι βασανιστές καταφέρουν να παίξουν μία «Φρειδερίκεια παραλλαγή»5, δηλαδή να καταφέρουν να κρατήσουν τον πόλεμο μέχρι η δυσαρέσκεια στις γραμμές των συμμάχων να παρουσιάσει μία ευκαιρία για ειρήνη μέσω διαπραγμάτευσης, ή, εναλλακτικά, αν οι κυβερνώντες της Γερμανίας δεχτούν στρατιωτικό χτύπημα, αλλά αφεθούν στην εξουσία οικονομικά, είναι αδιανόητη η ειρήνευση στην Ευρώπη. Στην τελευταία περίπτωση η στρατιωτική κατάληψη από τους συμμάχους σίγουρα δε θα βοηθούσε. Αυτές τις μέρες είναι αρκετά δύσκολο να ελέγξεις ακόμα και την Ινδία με βίαιο αποικισμό, πόσο μάλλον να ελέγξεις την Κεντρική Ευρώπη. Αν οι σύμμαχοι σήκωναν τα όπλα όχι μόνο ενάντια στο εξαντλημένο καθεστώς, αλλά ενάντια σε όλο το λαό, θα χρειάζονταν τεράστιες δυνάμεις. Οοι ναζί χρειάστηκαν περισσότερους από μισό εκατομμύριο άνδρες των SS, της μεγαλύτερης αστυνομικής δύναμης παγκοσμίως και ένα φανατισμένο φύλακα σε κάθε τετράγωνο σε κάθε πόλη. Επρεπε επίσης να προσφέρουν την ελπίδα ενός επιτυχούς κατακτητικού πολέμου, χωρίς τον οποίο θα λιμοκτονούσαν τόσο η αστυνομία όσο και ο πληθυσμός. Ο ξένος στρατιώτης με το όπλο στο ένα χέρι και ένα μπουκάλι γάλα στο άλλο θα θεωρούνταν φίλος, αντάξιος των μεγάλων Δημοκρατιών που τον έστειλαν, μόνο αν το γάλα προοριζόταν για το λαό και το όπλο για αξιοποίηση εναντίον του καθεστώτος.

Η ιδέα της βίαιης διαπαιδαγώγησης ενός ολόκληρου λαού είναι παράλογη. Ο,τι δε θα έχει μάθει ο γερμανικός λαός όταν τελειώσει αυτός ο πόλεμος από τις αιματηρές ήττες, τους βομβαρδισμούς και από όλες τις φρικαλεότητες των κυβερνητών του μέσα και έξω από τη Γερμανία, δε θα το μάθει ποτέ από τα βιβλία της ιστορίας.

Οι άνθρωποι μπορούν μόνο να αυτομορφωθούν, και θα εγκαθιδρύσουν λαϊκή κυβέρνηση όχι όταν τη συλλάβουν με τα μυαλά τους, αλλά όταν την αρπάξουν με τα χέρια τους.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Το κείμενο με πρωτότυπο τίτλο «The Other Germany: 1943» γράφτηκε στα αγγλικά από το φθινόπωρο του 1943 μέχρι την άνοιξη του 1944. Δημοσιεύτηκε στο «Progressive Labor» της Νέας Υόρκης, Ν. 3, Μάρτης – Απρίλης 1966, σελ. 46-49. Περιλαμβάνεται στη συλλογή έργων του Μπρεχτ: «Bertolt Brecht, Grosse kommentierrte Berliner und Frankfurter Ausgabe», τ. 23, εκδ. «Aufbau-Verlag Suhrkamp Verlag», σελ. 24-30.

1. Σ.μ. Η λέξη Reichswehr παρατίθεται στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο στα γερμανικά. Στα ελληνικά η λέξη μεταφράζεται ως Αυτοκρατορική Αμυνα. Η Reichswehr ήταν η επίσημη ονομασία του γερμανικού στρατού από το 1919 μέχρι το 1935, όταν μετονομάστηκε σε Wehrmacht (Αμυντική Δύναμη).

2. Σ.μ. Γιούνκερς αποκαλούνταν οι ευγενείς με μεγάλη ιδιοκτησία γης στην Πρωσία και την Ανατολική Γερμανία.

3. Emil Ludwig (1881-1948): Γερμανός συγγραφέας, ο οποίος το 1906 μετακόμισε στην Ελβετία και το 1932 πήρε την ελβετική υπηκοότητα. Το 1940 μετανάστευσε στις ΗΠΑ και μετά τον πόλεμο επέστρεψε στην Ελβετία, όπου και πέθανε.

4. Robert Vansittart (1881-1957): Ανώτατος Βρετανός διπλωμάτης την περίοδο πριν και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Τη δεκαετία του 1930 παρακολουθεί τον εξοπλισμό των Γερμανών και δουλεύει με τον Τσόρτσιλ. Προβάλλει ως πραγματική αιτία του πολέμου τον σταθερά πολεμοχαρή χαρακτήρα των Γερμανών, ο οποίος θεωρεί ότι παραμένει ίδιος από την εποχή του Καρλομάγνου.

5. Σ.μ. Αναφέρεται στον Φρειδερίκο Β΄ της Πρωσίας (1712-1786), ο οποίος φημιζόταν για τη στρατιωτική του τέχνη.

*********

Για την υπεράσπιση του Πολιτισμού

http://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=17/2/2013&id=14443&pageNo=2&direction=1

Σήμερα στο ένθετο του «Κυριακάτικου Ριζοσπάστη» «Ιστορία», παρουσιάζουμε κείμενα του Μπέρτολτ Μπρεχτ για τον Πολιτισμό. Είναι δύο ομιλίες του στο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την «Υπεράσπιση του Πολιτισμού» και ένα κείμενο με τίτλο «Το συμφέρον στην Τέχνη».

Η ομιλία του Μπρεχτ στο 1ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων έγινε από τις 21 μέχρι τις 29 του Ιούνη 1935 στην παρισινή θεατρική αίθουσα Μουτουαλιτέ. Στο Συνέδριο, το οποίο ταυτόχρονα οδήγησε στην ίδρυση «της Διεθνούς Ενωσης Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού».

Η ομιλία στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού, έγινε τον Ιούλη του 1937 (στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου) στη Μαδρίτη και σε άλλες πόλεις.

Η ουσία του ζητήματος της υπεράσπισης του πολιτισμού τίθεται από τον Μπρεχτ με ένα ερώτημα: «Γιατί ρίχνεται στη θάλασσα σαν σαβούρα ο πολιτισμός ή ό,τι μας έχει απομείνει από τον πολιτισμό; Γιατί η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, των περισσοτέρων φτωχαίνει, απογυμνώνεται και καταστρέφεται εντελώς ή σχεδόν εντελώς»; Και απαντά ο ίδιος. «Μερικοί από μας απαντούν σ’ αυτή την ερώτηση. Λένε: Εξαιτίας της ωμότητας… Η ωμότητα δεν προέρχεται από την ωμότητα, αλλά από τα κέρδη που δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς αυτήν». Επομένως, βάζει ανοιχτά το ζήτημα της πάλης ενάντια στα κέρδη, άρα ενάντια στον καπιταλισμό που γεννά και το φασισμό. Γι’ αυτό στη δεύτερη ομιλία του συμπληρώνει: «Οταν έγινε η γενική επίθεση στις οικονομικές και πολιτικές θέσεις της γερμανικής και της ιταλικής εργατιάς, όταν πνίγηκε η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι των εργατών, η ελευθερία του Τύπου και η δημοκρατία, ακολούθησε και η γενική επίθεση στον πολιτισμό γενικά».

Στο κείμενο για «Το συμφέρον στην Τέχνη» γράφει: «Με εξαίρεση τα πέρα για πέρα εγωιστικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης, η κατάσταση δεν ήταν δηλαδή καθόλου μα καθόλου ανεπίδεκτη αλλαγής: Με τη ριζική κατάργηση του ισχύοντος κοινωνικού συστήματος μπορούσε να εκλείψει η ίδια η αθλιότητα. Ετσι, οι συγγραφείς θα μπορούσαν να αναλύονται και να χρησιμοποιούνται στο βαθμό, που είναι λειτουργοί από κοινωνική άποψη, εκπροσωπούν ή επηρεάζουν ορισμένα κοινωνικά στρώματα, αναλαμβάνουν την ευθύνη ή χρεώνονται μ’ αυτή για γεγονότα, που αφορούν την αλλαγή ή την παραμονή της κοινωνίας. Γι’ αυτό την κάθε επί μέρους εξωτερίκευσή τους ο μελετητής μπορεί να την εξετάζει όχι μονάχα από την άποψη της συνέπειας του έργου τους, αλλά πιο πέρα: Από την άποψη της αλληλοεξάρτησης του έργου τους με τα κοινωνικά ζητήματα». Ετσι συνδέει άμεσα την Τέχνη με τα κοινωνικά ζητήματα, με τα ταξικά δηλαδή συμφέροντα. Οι ομιλίες του στα συνέδρια των συγγραφέων για την «Υπεράσπιση του Πολιτισμού», αναδημοσιεύονται από την έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής», «Μπέρτολτ Μπρεχτ: Για το ρεαλισμό», ενώ το κείμενό του «Το συμφέρον στην Τέχνη», από την έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής», «Μπέρτολτ Μπρεχτ: Για την Τέχνη και την Πολιτική».

***

Ομιλία στο 1ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού1

Μια απαραίτητη διαπίστωση στον αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα

Σύντροφοι, θα επιθυμούσα, χωρίς να θέλω να πω κάτι καινούργιο, να μιλήσω λίγο για την καταπολέμηση των δυνάμεων εκείνων που σήμερα ετοιμάζονται να πνίξουν στο αίμα και στη βρωμιά τον δυτικό πολιτισμό, ή τα απομεινάρια του πολιτισμού που για έναν αιώνα μας είχαν αφήσει στη διάθεση της εκμετάλλευσης. Θέλω να επιστήσω την προσοχή σας μόνο σ’ ένα σημείο, αυτό που κατά τη γνώμη μου πρέπει να ξεκαθαριστεί εντελώς, αν θέλει κανείς να καταπολεμήσει αποτελεσματικά και πάνω απ’ όλα ολοκληρωτικά τις δυνάμεις αυτές.

Οι συγγραφείς που γνώρισαν τη φρίκη του φασισμού στο ίδιο τους το σώμα ή σε άλλα σώματα και τρόμαξαν, ακόμη κι αν έχουν αυτή την εμπειρία κι αυτό το φόβο, δεν είναι σε θέση να τον καταπολεμήσουν μια και καλή. Μερικοί θα πίστευαν ίσως πως η περιγραφή αυτής της φρίκης θα έφτανε, ιδιαίτερα όταν υπάρχει μεγάλο λογοτεχνικό ταλέντο και πραγματική οργή. Πράγματι είναι πολύ σημαντικές οι περιγραφές αυτού του είδους. Εδώ γίνονται πράγματα φρικιαστικά. Αυτό δεν επιτρέπεται να συμβαίνει. Σκοτώνονται άνθρωποι. Κι αυτό δεν πρέπει να συμβαίνει. Μα χρειάζεται περισσότερη συζήτηση; Θα πεταχτεί κανείς όρθιος και θα πέσει στην αγκαλιά των βασανιστών; Σύντροφοι, οι συζητήσεις χρειάζονται.

Ισως να πεταχτεί κανείς όρθιος, αυτό δεν είναι τόσο δύσκολο. Αλλά μετά ακολουθεί το αγκάλιασμα κι αυτό είναι πιο δύσκολο. Η οργή υπάρχει, ο αντίπαλος είναι καθορισμένος. Πώς θα τον κάνει όμως κανείς να πέσει; Ο συγγραφέας μπορεί να πει: Το έργο μου είναι να καταγγείλω την αδικία και μετά ν’ αφήσω τον αναγνώστη να τα βγάλει πέρα. Μετά όμως θα αποκτήσει μια περίεργη εμπειρία. Θα δει ότι η οργή όπως και η συμπόνια είναι κάτι το μπερδεμένο, κάτι που υπάρχει σε διάφορες ποσότητες και μπορεί να τελειώσει. Και το χειρότερο είναι: Τελειώνει στο μέτρο εκείνο όπου αρχίζει να γίνεται πιο απαραίτητο. Κάποιοι σύντροφοι μου έλεγαν: Την πρώτη φορά που αναφέραμε ότι οι φίλοι μας σφάζονταν, ακούστηκαν κραυγές φρίκης και πολλές φωνές πρόσφεραν βοήθεια. Τότε σφάχτηκαν εκατό. Οταν όμως σφάχτηκαν χίλιοι κι η σφαγή δεν σταματούσε, απλώθηκε σιωπή κι ήταν πολύ λίγες οι φωνές που πρόσφεραν βοήθεια. Αλλά έτσι είναι: «Οταν συσσωρεύονται τα εγκλήματα, κανείς δεν τα βλέπει. Οταν τα βάσανα γίνονται αβάσταχτα, κανείς πια δεν ακούει τις κραυγές. Οταν σκοτώνεται ένας άνθρωπος, πέφτει κάτω λιπόθυμος κι αυτός που τον βλέπει. Είναι πολύ φυσικό. Οταν τα εγκλήματα ακολουθούν το ένα μετά τ’ άλλο σαν τις σταγόνες της βροχής, τότε κανείς πια δεν φωνάζει να σταματήσουν».

Ετσι είναι, λοιπόν. Πώς μπορεί κανείς να το ελέγξει; Δεν υπάρχει, λοιπόν, κανένας τρόπος να εμποδίσουμε τον άνθρωπο να αδιαφορεί για τη φρίκη που υπάρχει; Γιατί αδιαφορεί; Αδιαφορεί γιατί δεν βλέπει καμιά δυνατότητα να επέμβει. Ο άνθρωπος δεν χάνει τον καιρό του με τον πόνο κάποιου άλλου, όταν δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Το χτύπημα μπορεί κανείς να το συγκρατήσει όταν ξέρει πότε και πού, γιατί και για ποιο σκοπό δίνεται. Κι όταν μπορεί κανείς να το συγκρατήσει, όταν υπάρχει αυτή η πιθανότητα ακόμη κι αν είναι πολύ μικρή, τότε μπορεί να προκαλέσει και τη συμπόνια για το θύμα. Και μπορεί και διαφορετικά, όχι όμως για πολύ, τουλάχιστον όχι τόσο, όσο τα χτυπήματα πέφτουν πάνω στο θύμα το ένα μετά τ’ άλλο. Λοιπόν: Γιατί δίνεται το χτύπημα; Γιατί ρίχνεται στη θάλασσα σαν σαβούρα ο πολιτισμός ή ό,τι μας έχει απομείνει από τον πολιτισμό; Γιατί η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, των περισσοτέρων φτωχαίνει, απογυμνώνεται και καταστρέφεται εντελώς ή σχεδόν εντελώς;

Μερικοί από μας απαντούν σ’ αυτή την ερώτηση. Λένε: εξαιτίας της ωμότητας. Πιστεύουν ότι θα ζήσουν μια φοβερή έκρηξη ενός μεγάλου τμήματος της ανθρωπότητας, ενός τμήματος που θα μεγαλώνει όλο και πιο πολύ, θα ζήσουν ένα τρομερό γεγονός που δεν θα ‘χει κάποια φανερή αιτία, που θα γίνει ξαφνικά και ίσως θα εξαφανιστεί, ας ελπίσουμε, το ίδιο ξαφνικά, θα ‘ναι το ορμητικό ξέσπασμα μιας αχαλίνωτης βαρβαρότητας που για πολλά χρόνια παρέμενε καταπιεσμένη ή βαθιά κρυμμένη.

Οσοι απαντούν έτσι νιώθουν φυσικά κι οι ίδιοι ότι μια απάντηση τέτοιου είδους δεν είναι αρκετή. Κι ακόμη νιώθουν ότι δεν πρέπει να δίνει κανείς στην ωμότητα το χαρακτήρα φυσικών δυνάμεων, ακατανίκητων δυνάμεων της κόλασης.

Λένε, λοιπόν, πως παραμελήθηκε η διαπαιδαγώγηση του ανθρώπινου γένους. Κάτι παραλείφθηκε ή δεν μπόρεσε να γίνει μέσα στη βιασύνη. Τώρα πρέπει να το αναπληρώσουμε. Πρέπει στη θέση της ωμότητας να βάλουμε την καλοσύνη. Πρέπει να επαναφέρουμε τα μεγάλα λόγια, τους όρκους που κάποτε βοήθησαν, τις αναλλοίωτες έννοιες: Αγάπη για την ελευθερία, αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, έννοιες που η επίδρασή τους έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά. Και χρησιμοποιούν τους μεγάλους όρκους. Τι συμβαίνει; Ο φασισμός, στην κατηγορία ότι είναι ωμός, απαντά εγκωμιάζοντας φανατικά την ωμότητα. Οταν τον κατηγορούν για φανατισμό, απαντά εγκωμιάζοντας το φανατισμό. Οταν του καταλογίζουν ότι παραβιάζει τη λογική, φωνάζει μ’ όλη του τη δύναμη για την καταδίκη της λογικής.

Κι ο φασισμός πιστεύει ότι η διαπαιδαγώγηση έχει παραμεληθεί. Περιμένει πάρα πολλά από την επιρροή που θ’ ασκήσει στα ανθρώπινα μυαλά κι από την εμπέδωση της επιρροής αυτής στις ανθρώπινες καρδιές. Προσθέτει στην ωμότητα των άντρων βασανιστηρίων την ωμότητα των σχολείων του, των εφημερίδων του, του θεάτρου του. Εκπαιδεύει ολόκληρο το έθνος και το εκπαιδεύει ολημερίς. Δεν έχει και πολλά να δώσει στη μεγάλη πλειοψηφία, κι αυτό σημαίνει ότι την εκπαιδεύει σκληρά. Δεν δίνει φαγητό, επομένως πρέπει να της διδάξει την αυτοπειθαρχία. Δεν μπορεί να βάλει σε τάξη την παραγωγή του και χρειάζεται πολέμους, έτσι πρέπει να την εκπαιδεύσει για τη σωματική ανδρεία. Χρειάζεται θύματα και πρέπει να την εκπαιδεύσει στο πνεύμα της θυσίας. Είναι κι αυτά ιδανικά, απαιτήσεις από τον άνθρωπο, μερικά, μάλιστα, είναι υψηλά ιδανικά, υψηλές απαιτήσεις.

Ξέρουμε, λοιπόν, τι εξυπηρετούν αυτά τα ιδανικά, ξέρουμε ποιος εκπαιδεύει και ποιον πρέπει να ωφελήσει αυτή η εκπαίδευση – πάντως όχι αυτόν που εκπαιδεύεται. Τι γίνεται όμως με τα δικά μας ιδανικά; Ακόμα κι εκείνοι από εμάς που θεώρησαν σαν τη ρίζα του κακού την ωμότητα, τη βαρβαρότητα, μιλούν, όπως είδαμε, μόνο για παιδεία, μόνο για τις επεμβάσεις στο πνεύμα και πουθενά αλλού. Μιλούν για το πώς θα μάθουν στους ανθρώπους την καλοσύνη. Η καλοσύνη όμως δεν θα προέλθει από την απαίτηση για καλοσύνη, καλοσύνη κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και κάτω από τις χειρότερες, όπως κι η ωμότητα δεν θα προέλθει από την ωμότητα.

Προσωπικά δεν πιστεύω στην ωμότητα για χάρη της ωμότητας. Η ανθρωπότητα πρέπει να προστατευτεί από την κατηγορία πως κι η ίδια θα ήταν ωμή, αν δεν ήταν τόσο μεγάλο το κέρδος. Είναι πνευματώδης ο ελιγμός του φίλου μου Φόιχτβάνγκερ όταν λέει: η κακία προηγείται της ιδιοτέλειας – όμως δεν έχει δίκιο. Η ωμότητα δεν προέρχεται από την ωμότητα, αλλά από τα κέρδη που δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς αυτήν.

Στη μικρή χώρα απ’ την οποία κατάγομαι, κυριαρχούν καταστάσεις που είναι λιγότερο φοβερές απ’ αυτές που υπάρχουν σε πολλές άλλες χώρες. Κάθε βδομάδα, όμως, θανατώνονται πέντε χιλιάδες από τα καλύτερα ζώα. Αυτό είναι κάτι δυσάρεστο, δεν πρόκειται όμως για το ξέσπασμα μιας ξαφνικής αιμοβορίας. Αν ήταν έτσι, τότε η κατάσταση θα ήταν λιγότερο δυσάρεστη. Η θανάτωση των ζώων και η καταστροφή του πολιτισμού δεν έχουν σαν αφορμή βάρβαρα ένστικτα. Και στις δύο περιπτώσεις καταστρέφεται ένα μέρος από τα αγαθά που με κόπο δημιουργήθηκαν, κι αυτό γιατί κατέληξαν να γίνουν βάρος. Μπροστά στην πείνα που επικρατεί και στις πέντε ηπείρους, αυτά τα μέτρα είναι, αναμφίβολα, εγκλήματα, δεν έχουν όμως καμιά σχέση με τη μοχθηρότητα, σε καμιά περίπτωση. Σήμερα, στις περισσότερες χώρες της γης επικρατούν κοινωνικές καταστάσεις, όπου βραβεύονται όλων των ειδών τα εγκλήματα κι οι αρετές στοιχίζουν πολύ. «Ο καλός άνθρωπος είναι ανυπεράσπιστος, και ο ανυπεράσπιστος ποδοπατάται, με την ωμότητα, όμως, μπορεί όλα να τα ‘χει κανείς. Η κακία μπορεί να υπάρχει για δέκα χιλιάδες χρόνια. Αντίθετα, η καλοσύνη χρειάζεται φρουρά, αλλά δε βρίσκει».

Ας αποφύγουμε, λοιπόν, να την απαιτήσουμε απλά από τους ανθρώπους. Ας μη ζητάμε πράγματα αδύνατα! Ας μην κατηγορήσουμε τους εαυτούς μας πως ακόμα κι εμείς θα καλούσαμε τους ανθρώπους να κατορθώσουν το υπεράνθρωπο, δηλαδή ν’ αντέξουν στο όνομα των υψηλών αρετών φοβερές καταστάσεις, οι οποίες, βέβαια, μπορούν αλλά δεν πρέπει να αλλάξουν! Ας μη μιλάμε μόνο για τον πολιτισμό!

Να λυπηθούμε τον πολιτισμό, αλλά πρώτα να λυπηθούμε τους ανθρώπους! Ο πολιτισμός σώζεται όταν σώζονται οι άνθρωποι. Ας μη μας παρασύρει ο ισχυρισμός ότι οι άνθρωποι υπάρχουν για τον πολιτισμό κι όχι ο πολιτισμός για τους ανθρώπους. Κάτι τέτοιο θα θύμιζε υπερβολικά την πρακτική των μεγάλων αγορών, όπου οι άνθρωποι είναι εκεί για τα ζώα κι όχι τα ζώα για τους ανθρώπους.

Σύντροφοι, ας σκεφτούμε τη ρίζα του κακού! Μια μεγάλη θεωρία, η οποία υιοθετείται από όλο και περισσότερες ανθρώπινες μάζες στον πλανήτη μας, που ακόμη είναι πολύ νέος, λέει ότι η ρίζα όλων των κακών βρίσκεται στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Αυτή η θεωρία, όπως κι όλες οι μεγάλες θεωρίες, υιοθετήθηκε από εκείνες τις ανθρώπινες μάζες που υποφέρουν περισσότερο από τις υπάρχουσες σχέσεις ιδιοκτησίας και τις βάρβαρες μεθόδους που τις υπερασπίζουν. Θα γίνει πραγματικότητα σε μια χώρα που καταλαμβάνει το ένα έκτο της επιφάνειας της γης, εκεί όπου οι καταπιεσμένοι και οι άκληροι κατέλαβαν την εξουσία. Εκεί δεν υπάρχει πια καταστροφή των τροφίμων, ούτε καταστροφή του πολιτισμού.

Πολλοί από εμάς τους συγγραφείς, που έχουμε γνωρίσει και τρομάξει με τη φρίκη του φασισμού, δεν κατάλαβαν ακόμη αυτή τη θεωρία και δεν κατάφεραν ακόμη ν’ ανακαλύψουν τη ρίζα αυτής της ωμότητας που τους τρομάζει. Γι’ αυτούς υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να θεωρήσουν τις θηριωδίες του φασισμού σαν περιττές θηριωδίες. Εμμένουν στις σχέσεις ιδιοκτησίας γιατί πιστεύουν ότι για την υπεράσπισή τους δεν είναι αναγκαίες οι θηριωδίες του φασισμού. Αλλά οι θηριωδίες αυτές είναι αναγκαίες για τη διατήρηση των σχέσεων ιδιοκτησίας που επικρατούν. Στο σημείο αυτό οι φασίστες δεν λένε ψέματα, λένε την αλήθεια. Οσοι από τους φίλους μας νιώθουν φρίκη με τις θηριωδίες του φασισμού όσο κι εμείς, αλλά θέλουν και να διατηρήσουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας ή συμπεριφέρονται αδιάφορα απέναντί τους, δεν μπορούν να κάνουν έναν μακροχρόνιο και ισχυρό αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα που εξαπλώνεται όλο και πιο πολύ, γιατί δεν είναι σε θέση να καθορίσουν και να επιφέρουν τις κοινωνικές εκείνες συνθήκες κάτω από τις οποίες η βαρβαρότητα θα ήταν περιττή. Οσοι, όμως, αναζητώντας τη ρίζα του κακού, κατέληξαν στις σχέσεις ιδιοκτησίας, κατέβηκαν όλο και πιο βαθιά, πέρασαν μέσα από μια κόλαση όλο και μεγαλύτερων φρικαλεοτήτων, μέχρι που έφτασαν εκεί όπου ένα μικρό τμήμα της ανθρωπότητας θεμελίωσε την ανελέητη εξουσία του. Και τη θεμελίωσε πάνω στην ιδιοκτησία του ενός, που χρησιμεύει στην εκμετάλλευση του συνάνθρωπου και που γι’ αυτό πρέπει να την υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια, με άρνηση ενός πολιτισμού, ο οποίος δεν προσφέρεται πια για την υπεράσπισή του ή δεν είναι πια κατάλληλος γι’ αυτή, και ακόμα με την εγκατάλειψη όλων των αρχών της ανθρώπινης συνύπαρξης γενικά, για τις οποίες η ανθρωπότητα με τόσο θάρρος και για τόσα πολλά χρόνια αγωνίστηκε απεγνωσμένα.

Σύντροφοι, ας μιλήσουμε για τις σχέσεις ιδιοκτησίας!

Αυτά ήθελα να πω για τον αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα που διαρκώς εξαπλώνεται, για να έχει αναφερθεί εδώ κι αυτό ή τουλάχιστον να το έχω αναφέρει κι εγώ.

Ιούνης 1935

Ομιλία στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού2

Πριν από τέσσερα χρόνια διαδραματίζονταν στη χώρα μου μια σειρά φοβερά γεγονότα τα οποία έδειχναν ότι ο πολιτισμός, σ’ όλες του τις εκδηλώσεις, διέτρεχε θανάσιμο κίνδυνο. Η φασιστική εξέγερση ξεσήκωσε αμέσως σ’ ένα μεγάλο μέρος της Γης τις πιο σφοδρές διαμαρτυρίες, οι βιαιοπραγίες του προκάλεσαν απέχθεια. Παρ’ όλα αυτά, οι μεγάλες συνάφειες παρέμειναν για πολλούς απ’ αυτούς τελείως σκοτεινές. Μεμονωμένα γεγονότα, παρ’ όλο που έγιναν αντιληπτά, δεν αναγνωρίστηκε η γενική ουσιαστική σημασία που είχαν για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη του πολιτισμού.

Τα τερατώδη γεγονότα στην Ισπανία, ο βομβαρδισμός ανοιχτών πόλεων και χωριών, οι σφαγές ολόκληρων πληθυσμών ανοίγουν σε όλο και περισσότερους ανθρώπους τα μάτια για τη σημασία που έχουν ορισμένα γεγονότα, τα οποία στην ουσία δεν είναι λιγότερο φοβερά, απλά δεν εμφανίζονται τόσο δραματικά, που συνέβηκαν τότε σε χώρες όπως η δική μου, όπου ο φασισμός κατέλαβε την εξουσία. Ανακάλυψαν πια την κοινή φοβερή αιτία που οδήγησε στην καταστροφή της Γκερνίκα και την κατάληψη των κτιρίων των γερμανικών συνδικάτων το Μάη του ’33. Η κραυγή εκείνων που θανατώνονται σε δημόσιους χώρους δυναμώνει τη σιγανή ανώνυμη κραυγή εκείνων που βασανίζονται πίσω από τους τοίχους των άντρων της Γκεστάπο. Οι φασιστικές δικτατορίες άρχισαν να εφαρμόζουν και στα ξένα προλεταριάτα τις μεθόδους που εφάρμοζαν στα δικά τους. μεταχειρίζονται τον ισπανικό λαό σαν να ήταν ο γερμανικός ή ο ιταλικός. Οταν οι φασιστικές δικτατορίες κατασκευάζουν σμήνη από αεροπλάνα, τότε ο λαός τους δεν παίρνει βούτυρο κι ο ξένος λαός παίρνει βόμβες. Τα κτίρια των συνδικάτων υπερασπίζονταν το βούτυρο κι εναντιώνονταν στις βόμβες: γι’ αυτό κι έκλεισαν. Ποιος μπορεί ακόμη σήμερα ν’ αμφιβάλλει αν ο τρόπος με τον οποίο οι δικτατορίες αλληλοδανείζονται τα στρατιωτικά τους συντάγματα είναι ο ίδιος τρόπος με τον οποίο έδωσαν στο εμπόριο του προϊόντος εργατική δύναμη μια τεράστια ώθηση στέλνοντας στο κεφάλαιο τάγματα πολιτών της εθελοντικής υπηρεσίας εργασίας.

Οταν έγινε η γενική επίθεση στις οικονομικές και πολιτικές θέσεις της γερμανικής και της ιταλικής εργατιάς, όταν πνίγηκε η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι των εργατών, η ελευθερία του τύπου και η δημοκρατία, ακολούθησε και η γενική επίθεση στον πολιτισμό γενικά.

Αργά και μ’ έμμεσο τρόπο εξομοιώθηκε η καταστροφή των συνδικάτων με την καταστροφή των καθεδρικών ναών και άλλων μνημείων του πολιτισμού. Και βέβαια ακολούθησε εδώ η επίθεση στο κέντρο του πολιτισμού.

Ο γερμανικός και ο ιταλικός λαός, όταν του στέρησαν τις οικονομικές και πολιτικές του θέσεις, έχασε κάθε δυνατότητα πολιτικής παραγωγικότητας – ακόμη κι ο κύριος Γκέμπελς βαριέται στα θέατρά του – ο ισπανικός λαός, υπερασπίζοντας τη γη και τη δημοκρατία του με τα όπλα, κατακτά και υπερασπίζει την παραγωγικότητα του πολιτισμού: με κάθε εκτάριο γης κι ένα τετραγωνικό εκατοστό καναβάτσο του Πράδο.

Αν είναι έτσι, αν ο πολιτισμός είναι κάτι το αναπόσπαστο από τη συνολική παραγωγικότητα των λαών, αν η ίδια βίαιη επίθεση μπορεί ν’ αφαιρέσει από το λαό το βούτυρο και το σονέτο, αν είναι, λοιπόν, ο πολιτισμός κάτι το τόσο υλικό, τότε τι πρέπει να γίνει για την υπεράσπισή του;

Τι μπορεί ο ίδιος να κάνει; Μπορεί να χτυπήσει τον εαυτό του; Τον χτυπά, άρα λοιπόν: μπορεί. Ο αγώνας έχει τις διάφορες φάσεις του. Τα πολιτιστικά παραγωγικά άτομα συχνά αποστασιοποιούνται καταρχήν συχνά μόνο παρορμητικά από τα φρικιαστικά γεγονότα στη χώρα τους. Αλλά ήδη ο χαρακτηρισμός της βαρβαρότητας σαν βαρβαρότητας σημαίνει: να χτυπά κανείς τον εαυτό του. Μετά συνενώνονται κατά της βαρβαρότητας, κάτι που είναι απαραίτητο να γίνει για να μπορεί κανείς να χτυπά τον εαυτό του. Από τη διαμαρτυρία προχωρούν στην έκκληση και από το παράπονο στην αγωνιστική κραυγή. Δεν δείχνουν μόνο με το δάχτυλο τις εγκληματικές πράξεις, αλλά ονοματίζουν τους εγκληματίες και προτρέπουν να τιμωρηθούν. Αναγνωρίζουν ότι η καταδίκη της καταπίεσης πρέπει να τελειώσει με τον αφανισμό των καταπιεστών, ότι η ευσπλαχνία για τα θύματα της βίας πρέπει να γίνει ασπλαχνία για τους θύτες, ο οίκτος να γίνει οργή κι η απέχθεια απέναντι στη βία να γίνει η ίδια βία. Στη βία του ενός, όπως και στη βία των προνομιούχων τάξεων, πρέπει ν’ αντιταχθεί η συντριπτική βία του λαού.

Γιατί οι πόλεμοι δεν σταματούν πια. Τα ιταλικά αεροπορικά σμήνη που επιτέθηκαν στην άτυχη Αβησσυνία, ανυψώνονται στον αέρα με ζεστά ακόμη τα λάδια της μηχανής τους κι ενώνονται με τα γερμανικά για να χτυπήσουν μαζί τον ισπανικό λαό. Δεν πρόλαβε ακόμη να τελειώσει η μάχη και πετούν κιόλας πάνω από την Κίνα τα αεροπλάνα της ιμπεριαλιστικής Ιαπωνίας.

Στους πολέμους αυτούς, όπως και σ’ όλους τους άλλους πολέμους για τους οποίους μιλήσαμε, πρέπει να κηρυχθεί ο πόλεμος, κι αυτός ο πόλεμος πρέπει να διεξαχθεί σαν κανονικός πόλεμος.

Ο πολιτισμός, που για καιρό, πολύ καιρό τον υπερασπίζονταν με πνευματικά όπλα, δέχτηκε επιθέσεις από υλικά όπλα, αυτόν όμως που δεν είναι μόνο κάτι το πνευματικό μα και κάτι το ιδιαίτερα υλικό, πρέπει τώρα να τον υπερασπίσουμε με υλικά όπλα.

Ιούλης 1937

Κίνδυνος από τα κτήνη της διανόησης

Αν ο πόλεμος, για παράδειγμα, ήταν ο πατέρας όλων των πραγμάτων, τότε θα έπρεπε να καλέσει κανείς σε πατροκτονία.

Οι φασίστες, σαν παλιοί μπογιατζήδες που είναι, ζωγραφίζουν συνήθως στον τοίχο το διάβολο που θα μπορούσε να ‘ναι δυσάρεστος γι’ αυτούς. Σκέφτομαι όμως πως καθώς είναι καλό να ‘ναι δυσάρεστο γι’ αυτούς, θα ‘πρεπε κανείς να ‘ναι ο ίδιος αυτός ο διάβολος. Οταν θέλει κανείς να τους βλάψει (και πρέπει να το θέλει, αν πράγματι επιθυμεί να κάνει καλό στην ανθρωπότητα), δεν έχει παρά να κοιτάξει τον τοίχο και να παρατηρήσει τι ζωγράφισαν. Ζωγράφισαν, για παράδειγμα, το κτήνος της διανόησης. Πολλοί από εμάς κοιτάζουν αυτόν τον τοίχο και βλέπουν την εικόνα αυτού του κτήνους και λένε: Πράγματι αυτό που δεν θέλουν να έχουν είναι η διανόηση κι έχουν δίκιο. Η διανόηση είναι αυτό που πρέπει να κινητοποιήσει κανείς εναντίον τους. Ομως δεν κατάλαβαν καλά την εικόνα, αν πιστεύουν ότι κι ο φασισμός έχει την ίδια γνώμη μ’ αυτούς, ότι δέχεται κι αυτός την άποψη πως αρκεί η ύπαρξη της καλοσύνης για να νικηθεί για πάντα η κακία, πως αρκεί η λογική για να νικηθεί η ανοησία. Παρέβλεψαν ουσιαστικά το σημαντικότερο: τη λέξη «κτήνος». Στην πραγματικότητα, αυτό είναι και το κύριο ερώτημα: Πώς μπορούμε να γίνουμε κτήνη της διανόησης, κτήνη με την έννοια που οι φασίστες θεωρούν απειλητική για την κυριαρχία τους. Ενα κτήνος είναι κάτι το δυνατό, το τρομακτικό, το καταστροφικό. Ακούγεται βάρβαρα. Πιστεύετε όμως ότι η βαρβαρότητα μπορεί να καταπολεμηθεί με την αθωότητα; Θα ήταν σαν να θέλαμε ν’ ανακόψουμε την ορμή ενός ξίφους προτάσσοντας τις αρτηρίες μας. Πρέπει να μάθουμε να το κατανοούμε: Και η καλοσύνη βλάπτει. Βλάπτει την ωμότητα. Το κάθαρμα δολοφονεί, αλλά ενεργεί μόνο με το φόνο όταν θέλει να εξαφανίσει κάτι από τον κόσμο. Καταλαβαίνετε: Δεν εννοώ να γυρίσουμε πίσω και να σκοτώσουμε τον Χίτλερ. Αυτό θα ήταν κτηνώδες, αλλά όχι έξυπνο. Πρέπει όμως να χρησιμοποιήσει κανείς κάτι το θανατηφόρο, αλλιώς το κάθαρμα θα συνεχίσει να ζει μέχρι το τέλος των ημερών του ή τουλάχιστον των δικών μας ημερών. Πώς μπορούμε εμείς οι συγγραφείς να γράφουμε θανατηφόρα;

Ξέρουμε ότι γύρω από τα φασιστικά κράτη υψώνεται ένα τεράστιο, χοντρό τείχος από κενές, πρόχειρες, παραφθαρμένες φιλοσοφίες που από πίσω του πραγματοποιούνται τα κέρδη. Αυτό το τείχος από καπνό είναι ένα θαύμα της τεχνικής προπετασμάτων καπνού. Πολλοί από εμάς ασχολούνται τώρα με το ν’ αποδείξουν το χαρακτήρα αυτού του αερίου, την αστάθεια του τείχους και τα λοιπά. Φοβάμαι πως αυτό δεν είναι θανατηφόρο. Αντίθετα, θανατηφόρο είναι ν’ αποδείξουμε αυτά που γίνονται πίσω από το τείχος. Αυτό απαιτεί περισσότερη δουλειά, περισσότερη μελέτη, βρίσκεται έξω από τον τομέα μας ουσιαστικά, γι’ αυτό και δεν το καταλαβαίνουμε και τόσο καλά, είναι κάτι πρακτικό, είναι όμως θανατηφόρο.

Τέχνη ή πολιτική;

Καταλαβαίνω την ερώτησή σας. Με βλέπετε να κάθομαι εδώ και να κοιτάω πέρα από τον πορθμό που δεν έχει τίποτα το πολεμικό. Πώς φτάνω λοιπόν ν’ ασχολούμαι με τον αγώνα του ισπανικού λαού ενάντια στους στρατηγούς του; Σκεφτείτε, όμως, γιατί κάθομαι εδώ. Πώς μπορώ να κρατήσω έξω από τα γραπτά μου ό,τι έχει επηρεάσει τη ζωή μου; Ακόμη και τα ίδια μου τα γραπτά; Γιατί κάθομαι εδώ σαν εξόριστος και εκτός απ’ όλα τ’ άλλα μου έχουν στερήσει τους αναγνώστες μου και τους ακροατές μου, των οποίων τη γλώσσα γράφω κι αυτοί δεν είναι άνθρωποι που τους έδινα μόνο ποιήματα, αλλά και άνθρωποι που τους αξίζει το πιο βαθύ μου ενδιαφέρον. Μπορώ να γράφω μόνο γι’ αυτούς για τους οποίους ενδιαφέρομαι. Τα ποιήματα είναι ακριβώς όπως τα γράμματα. Και τώρα οι άνθρωποι αυτοί υποβάλλονται σ’ απερίγραπτα δεινά. Πώς θα μπορούσα να μη γράψω για όλα αυτά; Και όπου κι αν κοιτάξω, ακόμη κι αν κοιτάξω λίγο πέρα από εκεί που τελειώνει αυτός ο πορθμός, βλέπω ανθρώπους που υποφέρουν από τέτοιες συμφορές. Αλλά αν καταστραφεί η ανθρωπιά, δεν θα υπάρχει πια τέχνη. Τέχνη δεν είναι να βάζει κανείς ωραίες λέξεις τη μια δίπλα στην άλλη. Πώς να συγκινήσει η τέχνη τους ανθρώπους, όταν δεν συγκινείται η ίδια από τη μοίρα τους. Αν εγώ σκληρύνω απέναντι στα βάσανά τους, τότε πώς θα ξαλαφρώσω τις καρδιές τους με το γράψιμό μου; Κι όταν δεν προσπαθώ να βρω μια διέξοδο για τα βάσανά τους, τότε πώς θα μπορέσουν αυτοί να βρουν το δρόμο για τα γραπτά μου; Το μικρό έργο για το οποίο μιλάμε, αναφέρεται στον αγώνα της γυναίκας ενός ψαρά από την Ανδαλουσία ενάντια στους στρατηγούς. Προσπαθώ να δείξω πόσο δύσκολα αποφασίζει να κάνει αυτόν τον αγώνα κι ότι πιάνει το όπλο μόνο στην έσχατη ανάγκη. Είναι μια έκκληση στους καταπιεσμένους να ξεσηκωθούν ενάντια στους καταπιεστές τους στο όνομα της ανθρωπιάς. Γιατί στους καιρούς αυτούς η ανθρωπιά πρέπει να γίνει αγωνιστική για να μην εξοντωθεί. Το έργο αυτό είναι ακόμη ένα γράμμα στη γυναίκα του ψαρά, για να τη διαβεβαιώσω ότι όσοι μιλούν τη γερμανική γλώσσα δεν είναι όλοι με το μέρος των στρατηγών και δε στέλνουν στη χώρα της βόμβες και άρματα μάχης. Αυτό το γράμμα το γράφω στο όνομα πολλών Γερμανών, μέσα κι έξω από τα γερμανικά σύνορα, των περισσότερων Γερμανών. Γι’ αυτό είμαι σίγουρος.

Φλεβάρης 1938

Σημειώσεις:

1. Ομιλία στο 1ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού. Ο Μπρεχτ έβγαλε αυτό το λόγο στο 1ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων που έγινε από τις 21 μέχρι τις 29 του Ιούνη στην παρισινή θεατρική αίθουσα «Μουτουαλιτέ». Στο Συνέδριο, το οποίο ταυτόχρονα οδήγησε στην ίδρυση «της Διεθνούς Ενωσης Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού», πήραν μέρος συγγραφείς από τριάντα επτά χώρες. Η ομιλία του Μπρεχτ δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 1935 στο Νόιε Ντόιτσε Μπλέτερ, στην Πράγα. Στην πρώτη αυτή έκδοση της ομιλίας υπάρχουν σε σχέση με τις μεταγενέστερες εκδόσεις του περιοδικού «Φερζούχερ», τεύχος 15, στο απόσπασμα «Τώρα ξέρουμε σε τι εξυπηρετούν τα ιδανικά αυτά…» (σελ. 69), οι ακόλουθες παραλλαγές: «Τι γίνεται με τα ιδανικά μας που είναι πολύ πιο ανθρωπιστικά; Είναι διαφορετικά, μα δεν υπάρχει ίσως κάτι που βάζοντάς το σαν ιδανικό μας να το έχουμε κοινό με τους άλλους;».

2. Ομιλία στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού. Ο Μπρεχτ έγραψε την ομιλία για το 2ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων που έγινε τον Ιούλη του 1937 (στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου) στη Μαδρίτη και σε άλλες πόλεις. Ο λόγος δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο μηνιαίο έντυπο «Ντας Βορτ», Μόσχα, τον Οκτώβρη του 1937, τεύχος 10. Ταυτόχρονα το περιοδικό τύπωσε τις ομιλίες και τα άρθρα των ακόλουθων συγγραφέων: Ραφαέλ Αλμπέρτι, Μάρτιν Αντερσεν Νέξο, Τέο Μπαλκ, Αγκνια Μπάρτο, Χοσέ Μπενχαμίν, Βίλι Μπρέντελ, Λίον Φόιχ Βάνγκερ, Νικολάς Γκιγιέν, Λάνγκστον Χιουγκ, Εγκον Ερβιν Κις, Μιχαήλ Κολζόφ, Χάινριχ Μαν, Κάριν Μιχαέλις, Ρομέν Ρολάν, Λούντβιχ Ρεν, Βισέντε Σάες, Κουρτ Στερν, Αννα Λουίζε Στρονγκ, Πάουλ Γκονσάλες Τουνόν, Μπόντο Ούζε, Σέσαρ Βαγιέχο, Αλβαρες Βάγιο και Εριχ Βάινερτ.

Το συμφέρον στην Τέχνη

1. Ξέρουμε με πόσο ύποπτο ζήλο πολεμάει η άρχουσα τάξη την αντίληψη ότι η τέχνη της εξυπηρετεί μονάχα τα δικά της συμφέροντα ή – για να είμαστε πιο ακριβολόγοι – ότι επιθυμία της είναι να βλέπει μέσα στην τέχνη της την εκπροσώπηση των δικών της συμφερόντων. Η άρχουσα τάξη προσποιείται ότι απορρίπτει με αγανάκτηση κάθε τέχνη, που εκπροσωπεί συμφέροντα, ακόμα κι αν πρόκειται για τέχνη, που κατά τύχη, εκπροσωπεί τα δικά της (διότι, φυσικά, εννοούμε συμφέροντα ταξικά, που αντιστρατεύονται άλλα ταξικά συμφέροντα). Μας παραπέμπει και μας υπενθυμίζει τα ωραία συναισθήματα καλοσύνης, συμπόνιας και ενθουσιασμού, που ένιωσε να γεννιούνται μέσα της, όταν απολάμβανε την τέχνη. Τέτοια συναισθήματα ποτέ, μα ποτέ, δε γεννιούνται συνδεδεμένα με ιδιοτελείς υπολογισμούς και κερδοσκοπικές διαθέσεις. Ξεχνούν, δυστυχώς, οι άνθρωποι της άρχουσας τάξης, πόσο ενθουσιασμό μπορούν να δημιουργήσουν τα ιδιοτελή συμφέροντα! Η πρόταση του Φλόριαν Γκάιερ: «Κατευθείαν στην καρδιά της γερμανικής διχόνοιας», είναι αυτονόητο ότι φέρνει αγαλλίαση σ’ εκείνους, που η γερμανική ομοψυχία με τίμημα εξυπηρετεί τα πέρα για πέρα σκοτεινά συμφέροντά τους. Εκείνοι, που είναι οι έμψυχες αιτίες για το ότι δεν υπάρχει μια τέτοια σύμπνοια, βρίσκουν την έκκληση για ενότητα «μεγαλόπνοη» και «μεγαλεπήβολη». Η έκκληση για ενότητα με κάθε θυσία σημαίνει, βέβαια, ότι δεν πρέπει μελλοντικά να αποβλέπει κανένας σε κέρδη υλικής φύσης, επομένως, ούτε κι αυτοί στα δικά τους. Είναι μια έκκληση για αυταπάρνηση (των άλλων), για πνεύμα θυσίας (των θυσιασμένων απ’ αυτούς). Απλώνοντας αδερφικά το χέρι σ’ εκείνους που μέχρι τώρα εκμεταλλεύονταν, φαντάζονται τους εαυτούς τους γεμάτους από αυταπάρνηση. Επειδή δεν παραιτούνται από το να στρέψουν τα κανόνια ενάντια σ’ εκείνους που εκμεταλλεύονται; Δεν παραιτούνται από το να προπηλακίζουν τους ποδοπατημένους; Παραιτούνται από όλο το μίσος που γεννάει η μοχθηρία τους! Σ’ αυτή την αυταπάρνησή τους βλέπουν κάτι το ασύλληπτο, κάτι το εκπληκτικό, κάτι το υπεράνθρωπο, που χωρίς να το θέλουν τους φέρνει δάκρυα στα μάτια. Αυτό αποδεικνύει, πως βαθιά μέσα στον άνθρωπο, υπάρχουν πράγματα, που ο ίδιος δεν μπορεί να τα διανοηθεί. Είναι η τέχνη, που ανεβάζει τον άνθρωπο πάνω κι από τον ίδιο τον εαυτό του. – Σε κάθε συνάθροιση πιστών μπορεί κανείς να διαπιστώσει, πόσο εύκολα συγκινούνται οι άνθρωποι, όταν βλέπουν να εκπροσωπούνται τα συμφέροντά τους. Ακόμα και των πιο σκληρών τοκογλύφων τα μάτια βουρκώνουν, όταν βλέπουν ότι δεν είναι μόνοι τους. Τους φαίνεται ότι όσο περισσότεροι είναι, τόσο πιο πολύ δίκιο έχουν. Γενικά μάλιστα τους αρκεί αυτή η συγκίνηση, αν δε θίγονται τα συμφέροντά τους, και ανθρώπινη αντίδραση δεν είναι να περιμένει κανείς από αυτούς. Το πιο γερό χαρτί των νατουραλιστών στη δραματουργία του τέλους του 19ου αιώνα ήταν η συμπόνια. Ντυμένοι στα πανάκριβα σμόκιν, μαύροι σαν την πίσσα κάθονταν οι εκμεταλλευτές και τα πιο ασυνείδητα πρωτοπαλίκαρά τους σε ακριβές θέσεις στο θέατρο και έχυναν δάκρυα για τη μοίρα της Ρόζας Μπερντ, που περίμενε παιδί εξώγαμο. Τι είχε συμβεί; Εδειχνε το ένα πλάσμα συμπόνια για το άλλο; Είχε τελειώσει η εποχή της βαρβαρότητας; Εφεύρισκε ο δολοφόνος την πέμπτη εντολή; Αντιλαμβάνονταν οι καταπιεστές, αιφνιδιασμένοι τουλάχιστον για μερικά λεπτά, τα συμφέροντα των καταπιεσμένων; Τουλάχιστον νοερά; Οχι, βέβαια. Απλά βρίσκονταν στους νατουραλιστές. Ολα όσα έδειχναν αυτοί από τη σκηνή ήταν η φύση. Η φύση απαιτούσε να μείνει έγκυος αυτή η κοπέλα. Απαιτούσε επίσης να σκοτώσει τον καρπό της κοιλιάς της και να τιμωρηθεί γι’ αυτό. Οι κοινωνικές καταστάσεις παρουσιάζονταν σαν φυσικές καταστάσεις. Ο δολοφόνος δε χρειαζόταν να αποκηρύξει το φόνο για να προκαλέσει οίκτο, γιατί ο φόνος ήταν πράγμα τόσο φυσικό όσο και ο οίκτος. Οταν φώναζε εκείνος, τον οποίο ο δολοφόνος έκανε να φωνάζει, δε φαινόταν πιο φυσικός απ’ όσο ο δολοφόνος, που ένιωθε οίκτο γι’ αυτόν. Γιατί αυτοί, που έχυναν εδώ δάκρυα, έμεναν κλαίγοντας πιστοί στην κοινωνική κατάσταση, που απαγόρευε σ’ ένα τμήμα του πληθυσμού τη διαιώνιση του είδους, αφού του άφηνε την επιλογή ανάμεσα στη φυλακή και στο φτωχοκομείο. Δε θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί τουλάχιστον η ιδέα της φυλακής; Αν όχι σε τούτο το έργο, τουλάχιστον σε άλλα; Ενα τέταρτο του αιώνα αργότερα υπήρξαν, βέβαια, θεατρικά έργα, που συγκινούσαν τον κόσμο, γιατί κηρύσσονταν υπέρ της κατάργησης του εξαναγκασμού των γεννήσεων. Τάσσονταν επιτέλους αυτοί, που συγκινούνταν τώρα, ενάντια στα συμφέροντά τους; Και υπήρχε επομένως στο θεατή αυτή η γενικά ανθρώπινη ένσταση, την οποία και μόνο έπρεπε να επικαλείται;

Για να καταλάβουμε ότι οι άνθρωποι που συγκινούνταν τώρα, δεν είχαν παραιτηθεί από τα συμφέροντά τους και δεν είχαν υιοθετήσει μια γενικά ανθρώπινη άποψη, δε χρειάζεται παρά να μελετήσουμε την κοινωνική ιστορία εκείνης της εικοσιπενταετίας. Η άρχουσα τάξη είχε υποστεί μια καινούργια κοινωνική σύνθεση. Αστικά κοινωνικά στρώματα είχαν αντικαταστήσει εν μέρει τα φεουδαρχικά και με έναν καθόλου ανεξερεύνητο τρόπο ο εξαναγκασμός των γεννήσεων είχε χάσει τη σπουδαιότητά του (ορθολογισμός, αλλαγή στην τεχνική του πολέμου και λοιπά). Αλλά η τρομερά αυξανόμενη εξαθλίωση επέβαλε αναγκαστικά τη συζήτηση για κατάργηση της απαγόρευσης των εκτρώσεων. Η άρχουσα τάξη δεν έβλεπε πια καμιά δυνατότητα για να δημιουργήσει νέο χώρο, με πολεμικές περιπέτειες, για τον υπεραυξανόμενο χωρίς εισοδήματα πληθυσμό. Ο τελευταίος της πόλεμος είχε αποτύχει και μάλιστα σε διεθνή κλίμακα, αφού και η αστική τάξη στις νικήτριες χώρες δεν είχε μπορέσει να ξεπεράσει τις δυσκολίες της. Από πού δημιουργήθηκε, λοιπόν, η τραγική επίδραση των θεατρικών έργων, που διακήρυχναν την κατάργηση της απαγόρευσης των εκτρώσεων στις εξαθλιωμένες μάζες; Και μάλιστα η επίδραση των θεατρικών αυτών έργων επάνω στους κρατούντες ή σ’ εκείνους, που κατά τη γνώμη των κρατούντων, ενδιαφέρονταν ακόμα για τη διατήρηση του κυρίαρχου συστήματος; Η επίδραση αυτή οφειλόταν στην εντύπωση ότι υπήρχε μια κατάσταση, που δεν μπορούσε ν’ αλλάξει. Πραγματικά, ο καπιταλισμός δεν μπορούσε να προχωρήσει χωρίς περιορισμό των γεννήσεων. Σε ποιους δεν είχαν τραγική επίδραση αυτά τα έργα; Σ’ εκείνους, που ήδη έβλεπαν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν την ελευθερία των γεννήσεων, σ’ εκείνους, επομένως, που δεν ενδιαφέρονταν πια για τη διατήρηση των συνθηκών, που απαιτούσαν ρύθμιση των γεννήσεων. Με εξαίρεση τα πέρα για πέρα εγωιστικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης, η κατάσταση δεν ήταν δηλαδή καθόλου μα καθόλου ανεπίδεκτη αλλαγής: με τη ριζική κατάργηση του ισχύοντος κοινωνικού συστήματος μπορούσε να εκλείψει η ίδια η αθλιότητα. Ο συγκινημένος άνθρωπος δεν είχε παρασυρθεί, λοιπόν, μακριά από τα συμφέροντά του μέσα από ένα καλλιτεχνικό βίωμα. Αντίθετα, η συγκίνησή του οφειλόταν στα συμφέροντά του, επειδή είχε για προϋπόθεσή της την επιβεβαίωση μιας κατάστασης αμετάβλητης, που ευνοούσε αυτόν και μόνο.

2. Ετσι οι συγγραφείς θα μπορούσαν να αναλύονται και να χρησιμοποιούνται στο βαθμό, που είναι λειτουργοί από κοινωνική άποψη, εκπροσωπούν ή επηρεάζουν ορισμένα κοινωνικά στρώματα, αναλαμβάνουν την ευθύνη ή χρεώνονται μ’ αυτή για γεγονότα, που αφορούν την αλλαγή ή την παραμονή της κοινωνίας. Γι’ αυτό την κάθε επιμέρους εξωτερίκευσή τους ο μελετητής μπορεί να την εξετάζει όχι μονάχα από την άποψη της συνέπειας του έργου τους, αλλά πιο πέρα: Από την άποψη της αλληλοεξάρτησης του έργου τους με τα κοινωνικά ζητήματα. Γιατί, πώς θα θεωρήσει η κριτική κάτι ιερό, όταν δεν είναι για την κρίση ιερό; Και πώς θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση μερικών συγγραφέων να κριθούν για την όλη προσωπικότητά τους, όταν ολόκληρη η προσωπικότητά τους – όποια κι αν είναι – δεν ικανοποιεί πια τις δικές μας απαιτήσεις, όπως θα ήθελε; Είναι γνωστό ότι, για να ζήσουν, οι αετοί πρέπει να πίνουν νερό. Αλλά κι όταν πραγματικά ζυγιάζονται ψηλά πάνω από τα νερά – όπως λένε – τα ψάρια του βυθού σε τι τα ωφελεί αυτό; Δε θα χρειαζόταν να καταφύγουμε σε τέτοιες εικόνες και αλληγορίες για να αποκρούσουμε τις απαιτήσεις των συγγραφέων μας στον καιρό μας, που υπάρχουν απαιτήσεις υπερεπείγουσες για ζητήματα πολύ πιο σοβαρά, όπως η απαίτηση των πλατιών μαζών που ζητάνε τα απολύτως αναγκαία για την επιβίωσή τους. Αν καταφύγαμε στην πιο πάνω αλληγορική εικόνα, το κάναμε, επειδή το πέταγμα των πουλιών προδίνει την κατάσταση που επικρατεί στο βυθό, γιατί οι κανονισμοί, που ισχύουν στο βυθό, δημιουργούν σύγχυση στο πέταγμα στα ύψη. Το βάθος μιας σκέψης μπορεί να μετρηθεί στον καιρό μας μονάχα από το βάθος του κοινωνικού στρώματος, που αγγίζει αυτή η σκέψη ακόμα. Δεν πρόκειται για απλούστευση (πώς θα μπορούσε να απεικονίσει κανείς κάτι απλά σε ένα χώρο, όπου κυριαρχεί η διαφωνία;). Πρόκειται για κάτι το πολύπλοκο – επομένως κάθε τάση για διφορούμενα και αποχρώσεις πρέπει να εξαφανιστεί. Η επίδειξη καταρρέει κάτω από τα χτυπήματα της φυσικής, που λέει ότι κάθε τι συγκεκριμένα αισθητό μπορεί να συμπληρώνεται μονάχα με κάτι συγκεκριμένα αισθητό, επομένως να μην εμπλουτίζονται οι συμβολικές παραστάσεις του με άλλες συμβολικές παραστάσεις. Για μια τέτοια μέθοδο χρειάζεται συλλογική δουλειά, σύστημα παρατήρησης στηριγμένο στη σύγκριση, αμοιβαίος έλεγχος και μια έννοια βιώματος, που επιτρέπει το βίωμα στην ανθρωπότητα σα σύνολο (αλλά και σαν κάτι γεμάτο αντιφάσεις). Ετσι εμφανίζεται το άτομο σε μια διαρκή κρίση, η κριτική γίνεται σχεδόν τρόπος ύπαρξής του. Για το σκοπό αυτό πρέπει να βρεθεί ο ορισμός (κι εδώ στόχος είναι η ομοφωνία), για το τι επιτέλους πρέπει να ισχύει σα διανόηση. Γιατί αυτή η έννοια της «ακτινοβολίας μιας προσωπικότητας», που είναι κάτι το τελείως αφηρημένο και που ακριβώς από αυτό το «άπιαστο» της φύσης της αντλεί η «προσωπικότητα» τα οφέλη της, είναι μια έννοια πέρα για πέρα άχρηστη. Είναι μια έννοια, που μένει προσκολλημένη στην αισθητική και μόνο και δεν μπορεί να ανοίξει πανιά για πιο πέρα. Αν σ’ αυτό το ζήτημα δούλευε η λογική, θα έπρεπε να προχωρήσουμε πιο βαθιά και να χαράξουμε μια όσο γίνεται πιο ευδιάκριτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα συμπλέγματα ιδεών και στις μεμονωμένες ιδέες. Κι αυτές τις ιδέες πάλι δε θα έπρεπε να τις τοποθετήσουμε στη σφαίρα της γενικότητας, αλλά να στοχαστούμε, ότι απορρέουν από συμφέροντα οικεία σε ορισμένες ομάδες. Με κανέναν τρόπο δεν θα έπρεπε ν’ αφήσουμε να διατηρηθεί η επιφανειακή εντύπωση, ότι οι άνθρωποι των γραμμάτων είναι μια ομάδα, η οποία με τις ιδέες της εκπροσωπεί τα συμφέροντα τα δικά της. Γιατί τότε αυτή η «ομάδα» θα έπρεπε να τοποθετηθεί στον ελεύθερο χώρο πάνω από όλες τις άλλες ομάδες, οπότε θα παρήγαγε και πάλι ανεξέλεγκτα, αφού δε θ’ αντιμετώπιζε καμιά αντι-ομάδα, δηλαδή χωρίς σύστημα αναφοράς. Ακόμα και εκεί, που η λογοτεχνία φαίνεται σαν ένα τμήμα της κοινωνίας, που γράφει (ωραία), αλλά, που ολοφάνερα εξαρτιέται από ένα άλλο τμήμα της κοινωνίας – συγκεκριμένα από την αστική τάξη -, αν θέλουμε να επιτύχουμε την επιδιωκόμενη εξέταση της διανόησης, δε θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε μια τέτοια λογοτεχνία σαν μια ενιαία ομάδα με κατ’ αποκοπή νοικιασμένη γραφίδα. Εδώ, εντελώς αντίθετα, προτάθηκε μια αντιμετώπιση από την ατομική σκοπιά. Γιατί ακριβώς η προσωπικότητα, έχοντας σαφή όρια από άλλες προσωπικότητες, δίνει με τις διαφορές της από τις άλλες προσωπικότητες, όχι μονάχα διαφορετικούς βαθμούς της εννοιολογικής κάλυψης των συμφερόντων ορισμένων ομάδων, αλλά και μια κλίμακα των διαφοροποιήσεων αυτών των συμφερόντων. Γιατί η αστική τάξη δεν προχώρησε στο δρόμο της ενιαία, αλλά με πολύ ανόμοιο τρόπο.

Το πεδίο της Τέχνης

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι για την Τέχνη γράφουν κατά κύριο λόγο άνθρωποι, που απ’ αυτήν έφτιαξαν το ιδιαίτερο πεδίο της δραστηριότητάς τους. Γι’ αυτό τονίζουν την ιδιαιτερότητα αυτού του τομέα και τον χωρίζουν από κάθε άλλον.

Πιο πολλούς οπαδούς μπορούμε να κερδίσουμε με την άποψη ότι η Τέχνη πρέπει να είναι ανθρώπινη και ο άνθρωπος καλλιτέχνης, παρά με την άποψη ότι η Τέχνη είναι ανθρώπινη και ο άνθρωπος είναι καλλιτέχνης. Αλλωστε, πολύ απέχει από το να είναι ο άνθρωπος ο μοναδικός καλλιτέχνης ανάμεσα στα ζώα, είναι όμως ένας από τους μεγαλύτερους.

Μερικοί, που υποδείχνουν μια ειδική θέση στην Τέχνη, έχουν καταχραστεί τα λόγια του Λένιν για το επιτρεπτό (και την ωφελιμότητα) του οραματισμού. Εκείνος μιλάει για πολιτική και ασφαλώς δεν εννοεί ότι ο πολιτικός πρέπει (και επιτρέπεται) να ασχολείται με όσα είναι δουλειά του καλλιτέχνη. Απλά το θεωρεί ανθρώπινο. Θα ήταν καλύτερα να προσεγγίσουμε τη συμβουλή του Λένιν απ’ τη σκοπιά ότι και οι καλλιτέχνες επιτρέπεται (και πρέπει) να έχουν οραματισμούς. Το ίδιο ισχύει και για τις συναισθηματικές παρορμήσεις, που δεν τις έχει βάλει ακόμα σε τάξη η λογική και που πρέπει να συνυπολογίζονται και να χρησιμοποιούνται τόσο από τον πολιτικό, όσο και από τον καλλιτέχνη, έτσι, όπως είναι, δηλαδή, σε κατάσταση ακαταστασίας. Βέβαια, αυτό σημαίνει ήδη, πως υπολογίζουν και μεταχειρίζονται το ότι η λογική κάνει με τις συναισθηματικές παρορμήσεις κάθε λογής πράγματα, προσωρινά κι εμπειρικά. Ομως τίποτα πιο λαθεμένο δεν υπάρχει, από το να παραχωρήσουμε πάλι στην Τέχνη, ακριβώς εκείνο το πεδίο των άκριτων συναισθηματικών παρορμήσεων.

.

Για το ρεαλισμό

http://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=24/2/2013&id=14451&pageNo=2&direction=1

Σήμερα στο ένθετο του «Κυριακάτικου Ριζοσπάστη» Ιστορία παρουσιάζουμε κείμενα του Μπέρτολτ Μπρεχτ για το ρεαλισμό. Ο Μπρεχτ μιλά για το ρεαλισμό, έχοντας πάντα στη συνείδησή του του το λαό, τα βάσανά του, τις ανάγκες του. Λέει συγκεκριμένα: «Ενάντια στην αυξανόμενη βαρβαρότητα υπάρχει μόνο ένας σύμμαχος: ο λαός που τόσο πολύ υποφέρει απ’ αυτήν. Μόνο από το λαό μπορεί να περιμένει κανείς κάτι. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι πρέπει να στραφούμε στο λαό και πιο αναγκαίο από ποτέ να μιλήσουμε τη γλώσσα του.

Ετσι, τα συνθήματα λαϊκότητα και ρεαλισμός συσχετίζονται με τρόπο φυσικό. Είναι προς το συμφέρον του λαού, των πλατιών εργαζόμενων μαζών να παίρνουν από τη λογοτεχνία πιστές στην πραγματικότητα απεικονίσεις της ζωής, και οι απεικονίσεις αυτές εξυπηρετούν πραγματικά το λαό, τις πλατιές εργαζόμενες μάζες, γι’ αυτόν το λόγο πρέπει απαραίτητα να είναι κατανοητές και αποδοτικές, άρα λαϊκές».

Παρουσιάζουμε, επίσης, ένα κείμενό του για τα δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς. Εχει τη σημασία του, γιατί ο Μπρεχτ δεν κάνει απλά διαπιστώσεις αλλά δίνει, πάλι από τη σκοπιά του λαού απάντηση στο ερώτημα που βάζει. Ποιο ερώτημα βάζει; «Κάποτε αναρωτήθηκα γιατί ορισμένα δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς έχουν κάτι που δεν είναι ικανοποιητικό, παρ’ όλο που περιέχουν τόσα αξιοσπούδαστα πράγματα». Και να πώς απαντά: «Η στιγμή της συνθηκολόγησης, της υποχώρησης, η ουτοπιστική και ιδεαλιστική στιγμή, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται στα δοκίμια του Λούκατς και την οποία σίγουρα θα ξεπεράσει, είναι αυτό που κάνει τις αξιοσπούδαστες εργασίες του μη ικανοποιητικές, είναι αυτό που δίνει την εντύπωση ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η απόλαυση κι όχι ο αγώνας, η διέξοδος κι όχι η προέλαση».

Για το ρεαλισμό

Δεν έχω την εντύπωση ότι θα χειριζόμασταν το θέμα μας ιδιαίτερα καλά, το θέμα του ρεαλισμού στη λογοτεχνία. Οι αδυναμίες των κύριων εξπρεσιονιστικών έργων δεν υποδείχθηκαν μόνο από ρεαλιστές. Η έννοια του ρεαλισμού εμφανίστηκε πολύ περιορισμένα, σχεδόν είχε κανείς την εντύπωση ότι επρόκειτο για μια λογοτεχνική μόδα με κανόνες που βγήκαν από μερικά αυθαίρετα διαλεγμένα έργα. Είναι σαν να πατάμε μερικά εξπρεσιονιστικά έργα σ’ ένα μπρούντζινο βαρέλι και ν’ απολαμβάνουμε το χυμό έχοντας την έκφραση της δυσαρέσκειας, και να συνεχίζουμε να τα πατάμε και πάει λέγοντας. Ετσι, θα ενεργούμε συνέχεια μόνο με τους χυμούς. Προχωρώντας όμως μ’ αυτόν τον τρόπο σημαίνει πως δεν προχωρούμε και πολύ ρεαλιστικά. Τότε αυτό που λέγεται ρεαλισμός δημιουργεί εξαιτίας της αδεξιότητας των ερμηνευτών του μια ιδιαίτερα αυθαίρετη εντύπωση, τα μέτρα είναι εξαιρετικά αμφίβολης φύσης, βγαλμένα από τη ζωή, μ’ όλες τις αποχρώσεις, πλατιά και τα λοιπά, και τα λοιπά. Και αναρωτιέται κανείς συνεχώς μήπως δεν εννοούμε το ρεαλισμό μόνο όπως ο Τολστόι ή ακριβώς όπως ο Μπαλζάκ ή αν τον εννοούμε απλά και μόνο σαν κάτι το ονομαστό. Ο ρεαλισμός αντιπαρατάσσεται στο φορμαλισμό σαν να ήταν μια πιστή και έντιμη απόδοση του περιεχομένου. Το ξέρετε ήδη. Παραθέτει κανείς, όπως ανέφερα, μερικά ονομαστά μυθιστορήματα του περασμένου αιώνα, τα επαινεί με τον έπαινο που τους αξίζει απόλυτα και βγάζει απ’ αυτά το ρεαλισμό. Το να απαιτούμε έναν τέτοιο ρεαλισμό από ζωντανούς συγγραφείς είναι σαν ν’ απαιτούμε από έναν άντρα να έχει 75 εκατοστά πλάτη, ένα μέτρο γενειάδα και φωτεινά μάτια, και κανείς να μην του λέει από πού μπορεί να τ’ αγοράσει. Νομίζω ότι δεν μπορούμε να προχωρήσουμε μ’ αυτόν τον τρόπο σ’ ένα τόσο σημαντικό θέμα. Είμαστε πραγματικά σε θέση να διατυπώσουμε έναν πολύ πιο γενναιόδωρο, πιο παραγωγικό και πιο πνευματώδη ορισμό του ρεαλισμού.

Αποτελέσματα της συζήτησης για το ρεαλισμό στη λογοτεχνία

Η μεγάλη συζήτηση για το ρεαλισμό στη λογοτεχνία, η οποία, ξεκινώντας από τη Σοβιετική Ενωση, προκάλεσε ένα διεθνές κίνημα, μου φαίνεται πως επεξεργάστηκε τα επόμενα τουλάχιστον σημεία:

1. Οι μυθιστοριογράφοι που αντικαθιστούν την περιγραφή του ανθρώπου με μια περιγραφή των ψυχικών του αντιδράσεων, βυθίζοντάς τον, έτσι, σ’ ένα απλό πλέγμα ψυχικών αντιδράσεων, δεν δικαιώνουν την πραγματικότητα. Ούτε ο κόσμος ούτε ο άνθρωπος μπορούν να γίνουν ορατοί (αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουμε κι έχει περιγραφεί), όταν περιγράφεται μόνο η αντανάκλαση του κόσμου στην ανθρώπινη ψυχή ή μόνο η ανθρώπινη ψυχή όταν αντανακλά τον κόσμο. Ο άνθρωπος πρέπει να περιγράφεται στις αντιδράσεις του και στις ενέργειές του.

2. Οι μυθιστοριογράφοι που περιγράφουν μόνο τον απανθρωπισμό που φέρνει ο καπιταλισμός, δηλαδή που παρουσιάζουν τον άνθρωπο σαν ψυχικά ερημωμένο, δε δικαιώνουν την πραγματικότητα. Ο καπιταλισμός δεν απανθρωποιεί μόνο, αλλά και δημιουργεί ανθρωπιά, και συγκεκριμένα με τον ενεργό αγώνα ενάντια στον απανθρωπισμό. Ακόμα και σήμερα, ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή, δεν λειτουργεί μόνο σαν κομμάτι ενός μηχανήματος. Ακόμα και από κοινωνική άποψη δεν έχει περιγραφεί αρκετά, όταν περιγράφεται μόνο σαν πολιτικός παράγοντας.

Λαϊκότητα και ρεαλισμός1

Αν θέλει κανείς να δώσει συνθήματα για σύγχρονη γερμανική λογοτεχνία, πρέπει να πάρει υπόψη του πως ό,τι έχει την αξίωση να ονομαστεί λογοτεχνία μπορεί να τυπωθεί αποκλειστικά στο εξωτερικό και να διαβαστεί σχεδόν αποκλειστικά στο εξωτερικό. Ετσι, το σύνθημα λαϊκότητα αποκτά για τη λογοτεχνία μια ιδιαίτερη νότα. Ο συγγραφέας πρέπει να γράψει για ένα λαό που δε ζει μαζί του. Ωστόσο, παρατηρώντας από πιο κοντά, βλέπουμε ότι η απόσταση μεταξύ του συγγραφέα και του λαού δεν είναι τόσο μεγάλη όσο θα νόμιζε κανείς. Τώρα δεν είναι τόσο μεγάλη όσο φαίνεται και παλιότερα δεν ήταν τόσο μικρή όσο φαινόταν. Η αισθητική που κυριαρχεί, η τιμή των βιβλίων και η αστυνομία δημιουργούσαν πάντοτε μια σημαντική απόσταση ανάμεσα στο συγγραφέα και το λαό. Παρ’ όλα αυτά δεν θα ήταν σωστό, θα ήταν δηλαδή μη ρεαλιστικό, να θεωρήσουμε την αύξηση της απόστασης μόνο σαν «εξωτερική». Ασφαλώς χρειάζονται ιδιαίτερες προσπάθειες για να μπορεί κανείς σήμερα να γράφει λαϊκά. Από την άλλη πλευρά, αυτό έχει γίνει πιο εύκολο, πιο εύκολο και πιο επείγον. Ο λαός έχει χωριστεί πιο καθαρά από το ανώτερο στρώμα, αποχώρησαν απ’ αυτόν οι καταπιεστές κι οι εκμεταλλευτές του και μπλέχτηκαν σε έναν αθέατο πια αιματηρό αγώνα. Εχει γίνει πιο εύκολο να παίρνει κανείς θέση. Ανάμεσα στο «κοινό», έχει ξεσπάσει, θα λέγαμε, μια ανοιχτή μάχη.

Ακόμα και την απαίτηση για ένα ρεαλιστικό τρόπο γραφής δεν μπορεί κανείς πια σήμερα εύκολα να την αγνοήσει. Απόκτησε κάτι το αυτονόητο. Τα κυρίαρχα στρώματα χρησιμοποιούν το ψέμα πιο απροκάλυπτα απ’ ό,τι άλλοτε, και το ψέμα είναι πιο χοντρό. Το να λέει κανείς την αλήθεια παρουσιάζεται σαν ένα όλο και πιο επείγον καθήκον. Τα βάσανα μεγάλωσαν, όπως και το πλήθος αυτών που υποφέρουν. Μπροστά στα μεγάλα βάσανα των μαζών, η αντιμετώπιση των μικροδυσκολιών και των δυσκολιών των μικρών ομάδων μοιάζει γελοία και μάλιστα άξια περιφρόνησης.

Ενάντια στην αυξανόμενη βαρβαρότητα υπάρχει μόνο ένας σύμμαχος: Ο λαός που τόσο πολύ υποφέρει απ’ αυτήν. Μόνο από το λαό μπορεί να περιμένει κανείς κάτι. Είναι λοιπόν φανερό ότι πρέπει να στραφούμε στο λαό και πιο αναγκαίο από ποτέ να μιλήσουμε τη γλώσσα του.

Ετσι, τα συνθήματα λαϊκότητα και ρεαλισμός συσχετίζονται με τρόπο φυσικό. Είναι προς το συμφέρον του λαού, των πλατιών εργαζόμενων μαζών να παίρνουν από τη λογοτεχνία πιστές στην πραγματικότητα απεικονίσεις της ζωής, και οι απεικονίσεις αυτές εξυπηρετούν πραγματικά το λαό, τις πλατιές εργαζόμενες μάζες, γι’ αυτόν το λόγο πρέπει απαραίτητα να είναι κατανοητές και αποδοτικές, άρα λαϊκές. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει πρώτα να ξεκαθαριστούν πλήρως οι έννοιες αυτές, πριν να διατυπώσουμε αρχές στις οποίες εφαρμόζονται και συγχωνεύονται. Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι αυτές οι έννοιες είναι εντελώς ξεκάθαρες, ότι δεν έχουν ιστορία, ότι δεν είναι, στρατευμένες και σαφείς. («Ολοι ξέρουμε, βέβαια, τι εννοούμε, ας μην είμαστε λεπτολόγοι».) Η ίδια η έννοια λαϊκότητα δεν είναι και πολύ λαϊκή. Δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύουμε κάτι τέτοιο. Πρέπει να παρατηρήσουμε με προσοχή μια ολόκληρη σειρά από «-ότητες». Ας σκεφτούμε μόνο τη χρησιμότητα, τη μεγαλειότητα, την αγιότητα και ξέρουμε ότι και η λαϊκότητα έχει έναν πολύ ιδιαίτερο, ιερό, πανηγυρικό και ύποπτο ήχο, που με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να παραβλέψουμε. Δεν επιτρέπεται να τον παραβλέψουμε, γιατί χρειαζόμαστε απαραίτητα την έννοια λαϊκός.

Είναι ακριβώς οι λεγόμενες ποιητικές διατυπώσεις, όπου «ο λαός» παρουσιάζεται ιδιαίτερα δεισιδαίμονας ή καλύτερα αυτός που γεννάει δεισιδαιμονίες. Εκεί ο λαός έχει τις αμετάβλητες ιδιότητές του, τις καθαγιασμένες παραδόσεις του, τις μορφές τέχνης του, τα ήθη και τα έθιμά του, τη θρησκευτικότητά του, τους προπατορικούς εχθρούς του, τις ακατανίκητες δυνάμεις του, και τα λοιπά και τα λοιπά. Εκεί εμφανίζεται μια αξιοσημείωτη ενότητα βασανιστών και βασανιζόμενων, εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων, ψευτών κι εξαπατημένων, και σίγουρα δεν πρόκειται απλά για τους πολλούς «μικρούς» εργαζόμενους ανθρώπους σε αντίθεση με τους ανώτερους.

Η ιστορία των πολλών παραποιήσεων που έπαθε η έννοια λαϊκότητα είναι μεγάλη και μπερδεμένη, είναι ιστορία των ταξικών αγώνων. Εδώ δε θέλουμε να προχωρήσουμε σε ανάλυση, θέλουμε μόνο να υπογραμμίσουμε το γεγονός της παραποίησης, όταν λέμε ότι χρειαζόμαστε λαϊκή τέχνη, εννοώντας μ’ αυτό τέχνη για τις πλατιές λαϊκές μάζες, για τους πολλούς που καταπιέζονται από τους λίγους, «για τους ίδιους τους λαούς», για τη μάζα αυτών που παράγουν, που τόσον καιρό στάθηκε το αντικείμενο της πολιτικής και που πρέπει να γίνει το υποκείμενο της πολιτικής. Πρέπει να θυμηθούμε ότι ισχυροί θεσμοί κράτησαν για πολύ καιρό το λαό αυτό μακριά από την πλήρη ανάπτυξη, ότι με διάφορες συμβάσεις φιμώθηκε τεχνητά και βίαια και ότι η έννοια λαϊκός χαρακτηρίστηκε έννοια στατική, χωρίς ιστορία και χωρίς εξέλιξη. Εμείς όμως δεν έχουμε καμιά σχέση μ’ αυτήν την πλευρά της έννοιας και, για να εκφραστώ καλύτερα, πρέπει να την καταπολεμήσουμε.

Ο δικός μας ορισμός του λαϊκού αφορά το λαό, που όχι μόνο συμμετέχει πλήρως στην ανάπτυξη, αλλά στην ουσία τη σφετερίζεται, την εκβιάζει, την καθορίζει. Εχουμε μπροστά στα μάτια μας ένα λαό που γράφει Ιστορία, που αλλάζει τον κόσμο και τον εαυτό του. Εχουμε μπροστά στα μάτια μας έναν αγωνιστή λαό, επομένως και μια αγωνιστική έννοια του λαϊκού.

Λαϊκό σημαίνει: Αυτό που είναι κατανοητό στις πλατιές μάζες, αυτό που παίρνει και εμπλουτίζει τον τρόπο της έκφρασής τους /αυτό που υιοθετεί, εδραιώνει και διορθώνει τις απόψεις τους/ αυτό που αντιπροσωπεύει το πιο προοδευτικό τμήμα του λαού, ώστε να μπορεί ν’ αναλάβει την αρχηγία και μ’ αυτόν τον τρόπο να γίνει κατανοητό και στα άλλα τμήματα του λαού /αυτό που συνδέεται με τις παραδόσεις και τις συνεχίζει/ αυτό που μεταβιβάζει στο τμήμα του λαού που επιδιώκει την αρχηγία τα επιτεύγματα του τμήματος εκείνου που διοικεί τώρα.

Και τώρα ερχόμαστε στην έννοια ρεαλισμός. Κι αυτήν την έννοια ακόμα, που είναι παλιά, που έχει χρησιμοποιηθεί από πολλούς και για πολλούς σκοπούς, θα πρέπει, πριν τη χρησιμοποιήσουμε, να την ξεκαθαρίσουμε. Κι αυτό είναι αναγκαίο, γιατί η αποδοχή της κληρονομιάς από το λαό πρέπει να γίνει με μια πράξη απαλλοτρίωσης. Δεν μπορεί κανείς να παραλάβει τα λογοτεχνικά έργα όπως τα εργοστάσια και τους λογοτεχνικούς τρόπους έκφρασης όπως τις συνταγές παραγωγής. Και ο ρεαλιστικός τρόπος γραφής, που γι’ αυτόν η λογοτεχνία παρουσιάζει πολλά και διαφορετικά παραδείγματα, διαμορφώνεται από τον τρόπο, από το πώς, πότε και για ποια τάξη χρησιμοποιήθηκε, διαμορφώνεται μέχρι την πιο μικρή λεπτομέρεια. Το λαό που αγωνίζεται ν’ αλλάξει την πραγματικότητα, δεν επιτρέπεται να τον αγκιστρώνουμε σε κανόνες διήγησης που έχουν «δοκιμαστεί», σε σεβαστά πρότυπα της λογοτεχνίας, σε αιώνιους αισθητικούς νόμους. Δεν πρέπει ν’ αφαιρέσουμε το ρεαλισμό από ορισμένα υπάρχοντα έργα, αλλά θα χρησιμοποιήσουμε όλα τα μέσα, παλιά και νέα, δοκιμασμένα και μη, που προέρχονται από την τέχνη ή από αλλού, για να μπορέσουμε να δώσουμε με μαεστρία την πραγματικότητα στα χέρια των ανθρώπων. Θα αποφύγουμε να χαρακτηρίσουμε ρεαλιστική μια μόνο συγκεκριμένη, ιστορική μορφή μυθιστορήματος μιας συγκεκριμένης εποχής, για παράδειγμα της εποχής του Μπαλζάκ ή του Τολστόι, θέτοντας έτσι για το ρεαλισμό μόνο μορφικά, μόνο λογοτεχνικά κριτήρια. Δεν θα μιλήσουμε για ρεαλιστικό τρόπο γραφής μόνο όταν μπορεί κανείς, για παράδειγμα, να τα μυρίσει, να τα γευτεί και να τα αισθανθεί «όλα», όταν υπάρχει «ατμόσφαιρα» κι όταν η πλοκή των έργων εξελίσσεται με τέτοιον τρόπο ώστε να παρουσιάζονται ψυχικά τα άτομα. Η δική μας έννοια για το ρεαλισμό πρέπει να είναι πλατιά και πολιτική, κυρίαρχη απέναντι στις συμβατικότητες.

Ρεαλιστικό2 σημαίνει: Αυτό που ξεσκεπάζει το πλέγμα της κοινωνικής αιτιότητας /αυτό που αποκαλύπτει τις κυρίαρχες απόψεις σαν απόψεις των κυρίαρχων/ αυτό που γράφει από την πλευρά της τάξης εκείνης, η οποία για τις χειρότερες αντιξοότητες που αντιμετωπίζει η ανθρώπινη κοινωνία, έχει έτοιμες τις πιο πλατιές λύσεις /αυτό που τονίζει τη στιγμή της ανάπτυξης/ αυτό που είναι συγκεκριμένο και καθιστά δυνατή την αφαίρεση.

Αυτά είναι τεράστιες υποδείξεις και μπορούν ακόμη να συμπληρωθούν. Κι εμείς θα επιτρέψουμε στον καλλιτέχνη να βάλει σ’ αυτό τη φαντασία του, την πρωτοτυπία, το χιούμορ και την ευρηματικότητά του. Δε θα κολλήσουμε σε υπερβολικά λεπτομερειακά λογοτεχνικά πρότυπα, δε θα υποχρεώσουμε τον καλλιτέχνη να χρησιμοποιήσει υπερβολικά συγκεκριμένες παραλλαγές της διήγησης.

Θα διαπιστώσουμε ότι ο λεγόμενος σενσουαλιστικός τρόπος γραφής (όπου μπορεί κανείς να μυρίσει, να γευτεί, να αισθανθεί τα πάντα) δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με το ρεαλιστικό τρόπο γραφής, αντίθετα, θ’ αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι υπάρχουν έργα που έχουν γραφτεί, με τον σενσουαλιστικό τρόπο και δεν είναι ρεαλιστικά και ότι υπάρχουν ρεαλιστικά έργα που δεν έχουν γραφτεί με τον σενσουαλιστικό τρόπο. Θα πρέπει να ερευνήσουμε προσεκτικά αν πραγματικά πλάθουμε την πλοκή με τον καλύτερο τρόπο, όταν επιδιώκουμε σαν τελικό αποτέλεσμα την ψυχική παρουσίαση των προσώπων. Ισως οι αναγνώστες μας να μη θεωρήσουν ότι τους δίνεται το κλειδί για τα γεγονότα, όταν, έχοντας παραπλανηθεί από τα πολλά τεχνάσματα, συμμετέχουν απλά και μόνο στις ψυχικές συγκινήσεις των ηρώων των βιβλίων μας. Υιοθετώντας τις μορφές του Μπαλζάκ και του Τολστόι, χωρίς να τις έχουμε εξετάσει σε βάθος, ίσως να κουράζαμε κι εμείς, όπως συχνά κι αυτοί οι συγγραφείς, τους αναγνώστες μας, το λαό. Ο ρεαλισμός δεν είναι απλά ζήτημα μορφής. Αντιγράφοντας τον τρόπο γραφής αυτών των ρεαλιστών, δεν θα ήμασταν πια ρεαλιστές.

Γιατί ο καιρός κυλά, κι αν δεν κυλούσε θα την είχαν άσχημα αυτοί που δεν κάθονται σε χρυσά τραπέζια. Οι μέθοδοι φθείρονται, τα ερεθίσματα αποτυχαίνουν. Καινούργια προβλήματα εμφανίζονται και απαιτούν καινούργια μέσα. Η πραγματικότητα αλλάζει. Για να την παρουσιάσουμε πρέπει ν’ αλλάξουμε τον τρόπο της παρουσίασης. Τίποτα δε γίνεται από το τίποτα, το καινούργιο βγαίνει από το παλιό, αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι καινούργιο.

Οι καταπιεστές δε δουλεύουν με τον ίδιο τρόπο όλες τις εποχές. Δεν μπορούν πάντα να συλλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν τόσες πολλές μέθοδοι να ξεφύγει κανείς από την ανάκριση. Τους δρόμους των εκστρατειών τους τους ονομάζουν αυτοκινητόδρομους. Τα τανκς τους βάφονται για να μοιάζουν με τους θάμνους του Μάκντουφ. Οι πράκτορές τους επιδεικνύουν τους ρόζους στα χέρια τους σαν να ήταν εργάτες. Οχι, χρειάζεται εφευρετικότητα για να μετατρέψει κανείς τον κυνηγό σε θήραμα. Ο,τι ήταν χθες λαϊκό, σήμερα δεν είναι πια, γιατί ο λαός δεν είναι σήμερα όπως ήταν χθες.

Ο καθένας που δεν είναι δέσμιος τυπικών προκαταλήψεων ξέρει ότι μπορεί κανείς με πολλούς τρόπους ν’ αποσιωπήσει την αλήθεια και με πολλούς τρόπους πρέπει να την πει. Οτι μπορεί να προκαλέσει αγανάκτηση για τις απάνθρωπες συνθήκες με διάφορους τρόπους, με την απευθείας εξιστόρηση με παθιασμένο και με αντικειμενικό τρόπο, με τη διήγηση μύθων και παραβολών, με ανέκδοτα, με την υπερβολή και τη μετριοπάθεια. Στο θέατρο η πραγματικότητα μπορεί ν’ αποδοθεί και πραγματικά και φανταστικά. Μπορεί οι ηθοποιοί να μη βάφονται καθόλου (ή πολύ λίγο) και να παρουσιάζονται «εντελώς φυσικοί», και παρ’ όλα αυτά μπορεί όλα να είναι μια πλάνη, και μπορούν πάλι να φοράνε αλλόκοτες μάσκες και να παρουσιάζουν την αλήθεια. Δεν υπάρχει λόγος να μαλώνουμε γι’ αυτό: Τα μέσα πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με το σκοπό. Ο λαός καταλαβαίνει ότι πρέπει να τα εξετάζει ανάλογα με το σκοπό. Τα μεγάλα θεατρικά πειράματα του Πισκάτορ (και τα δικά μου), με τα οποία καταστρέφονταν αδιάκοπα οι συμβατικές μορφές, βρήκαν το μεγάλο τους στήριγμα στα πιο προοδευτικά στελέχη της εργατικής τάξης. Οι εργάτες τα έκριναν όλα σύμφωνα με το ποσοστό της αλήθειας, χαιρέτιζαν κάθε νεοτερισμό που προωθούσε την παρουσίαση της αλήθειας, της πραγματικής κοινωνικής ταραχής, αρνούνταν όλα εκείνα που φαίνονταν να είναι χωρίς σοβαρότητα, που έμοιαζαν με μηχανισμό που λειτουργεί αυτόβουλα, δηλαδή που δεν εκπλήρωσε ακόμη το σκοπό του ή που δεν τον εκπληρώνει πια. Τα επιχειρήματα των εργατών ποτέ δεν ήταν λογοτεχνικά ή θεατροαισθητικά. Δεν μπορούμε να αναμίξουμε το θέατρο με τον κινηματογράφο, αυτό δεν ακούστηκε ποτέ εδώ. Αν το φιλμ δεν χρησιμοποιηθεί σωστά, το πολύ πολύ θα σήμαινε ότι: Το φιλμ στο σημείο αυτό είναι περιττό, αποσπά την προσοχή. Χοροί εργατών αναφωνούσαν πολύπλοκους ρυθμικούς στίχους («Αν υπήρχε ρίμα, θα ‘πεφτε σαν το νερό και τίποτα δεν θα ‘μενε ορθό») και τραγουδούσαν δύσκολες (ασυνήθιστες) συνθέσεις του Αϊσλερ («Εχουν δύναμη μέσα τους»). Εμείς όμως έπρεπε να μεταβάλουμε ορισμένους στίχους που το νόημά τους δεν ήταν σαφές ή ήταν λάθος. Αν στα εμβατήρια, που είχαν ομοιοκαταληξία για να μπορεί κανείς να τα μαθαίνει γρηγορότερα και είχαν απλό ρυθμό για να «περνάνε» καλύτερα, υπήρχαν ορισμένες λεπτομέρειες (ανωμαλίες, περιπλοκές), τότε λέγανε: «Υπάρχει ένα μικρό γύρισμα, είναι διασκεδαστικό». Θέματα που είχαν λήξει, ασήμαντα, συνηθισμένα, θέματα που δεν προβλημάτιζαν πια κανέναν, δεν τ’ αγαπούσαν καθόλου («Δεν βγαίνει τίποτα»). Αν χρειαζόταν κανείς κάποια αισθητική, μπορούσε να τη βρει εδώ. Δεν ξεχνώ ποτέ πώς με κοίταζε ένας εργάτης, όταν, στην πρότασή του να προσθέσω κάτι σ’ ένα χορικό για τη Σοβιετική Ενωση («Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να μπει κι αυτό, διαφορετικά τι νόημα έχει;»), του απάντησα ότι αυτό θα τίναζε στον αέρα την καλλιτεχνική μορφή: έγειρε το κεφάλι του στο πλάι χαμογελώντας. Ολόκληρη η αισθητική κατέρρευσε μ’ αυτό το ευγενικό χαμόγελο. Οι εργάτες δεν φοβούνταν να μας διδάξουν και δεν φοβούνταν και οι ίδιοι να μάθουν.

Μιλώ από πείρα όταν λέω: Ποτέ δεν πρέπει να φοβάται κανείς να εμφανιστεί μπροστά στο προλεταριάτο μιλώντας για τολμηρά, ασυνήθιστα πράγματα, όταν αυτά έχουν να κάνουν με την αλήθεια του. Θα υπάρχουν πάντοτε μορφωμένοι άνθρωποι, γνώστες της τέχνης που θα ανακατεύονται λέγοντας: «Αυτό δεν το καταλαβαίνει ο λαός». Ομως ο λαός παραμερίζει ανυπόμονα αυτούς τους ανθρώπους και συνεννοείται απευθείας με τους καλλιτέχνες. Υπάρχει ένα εξαιρετικό υλικό, φτιαγμένο για κλίκες, για να σχηματίζονται κλίκες, η διακοσιοστή παραλλαγή του παλιού καπέλου, το πάστωμα του παλιού κομματιού κρέατος που ήδη έχει αρχίσει να σαπίζει: Το προλεταριάτο το απορρίπτει («Εχουν σκοτούρες αυτοί») κουνώντας με δυσπιστία, ουσιαστικά με επιείκεια το κεφάλι. Αυτό που δε θέλει δεν είναι το αλάτι, αλλά το σάπιο κρέας. Οχι η διακοσιοστή παραλλαγή, αλλά το παλιό καπέλο. Οταν οι ίδιοι έγραφαν στίχους και θέατρο ήταν συναρπαστικά πρωτότυποι. Η λεγόμενη τέχνη «Αγκιτπρόπ», για την οποία δεν έσμιξαν τα καλύτερα φρύδια, στάθηκε πηγή σύγχρονων καλλιτεχνικών μέσων και τρόπων έκφρασης. Σ’ αυτήν παρουσιάστηκαν εξαιρετικά στοιχεία γνήσια λαϊκών εποχών της τέχνης, που είχαν ξεχαστεί εδώ και πολύ καιρό, στοιχεία κομμένα τολμηρά στα μέτρα των νέων κοινωνικών στόχων. Τολμηρές περικοπές και περιλήψεις, όμορφες απλοποιήσεις. υπήρχε συχνά καταπληκτική κομψότητα και σύντομη και περιεκτική κατασκευή κι ακόμη ένα ατρόμητο βλέμμα για το σύμπλεγμα. Μερικά πράγματα είναι ίσως πρωτόγονα, όμως ο πρωτογονισμός τους δεν είχε ποτέ τη μορφή εκείνη του πρωτογονισμού από την οποία υπέφεραν οι φαινομενικά τόσο διαφοροποιημένες απεικονίσεις της ψυχής της αστικής τέχνης. Δεν κάνουμε καλά ν’ απορρίπτουμε, λόγω μερικών ατυχών συνθέσεων, το στιλ μιας παρουσίασης που προσπαθεί (και συχνά με επιτυχία) να επεξεργαστεί το ουσιώδες και να καταστήσει δυνατή την αφαίρεση. Το οξύ μάτι των εργατών διαπέρασε την επιφάνεια των νατουραλιστικών απεικονίσεων της πραγματικότητας. Οταν στο «Ο αμαξάς Χένσελ» οι εργάτες έλεγαν για τον ψυχικό διαμελισμό πως: «Δεν θέλουμε να τα ξέρουμε όλα με τόση ακρίβεια», πίσω από τα λόγια τους αυτά κρυβόταν η επιθυμία να τους παρουσιαστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια οι πραγματικές κοινωνικές κινητήριες δυνάμεις που δρούσαν κάτω από την επιφάνεια του δίχως άλλο ορατού. Και για ν’ αναφέρουμε δικές μας εμπειρίες: δεν σκανδαλίστηκαν από τις φανταστικές περιβολές, από το φαινομενικά μη πραγματικό περίγυρο της «Οπερας της πεντάρας». Δεν ήταν στενόμυαλοι, μισούσαν τη στενότητα (τα σπίτια τους ήταν στενά). Αυτοί ήταν γενναιόδωροι, οι επιχειρηματίες ήταν οι φιλάργυροι. Θεώρησαν περιττά μερικά πράγματα για τα οποία οι καλλιτέχνες ισχυρίζονταν πως ήταν απαραίτητα γι’ αυτούς, αλλά εδώ στάθηκαν γενναιόδωροι. Δεν τάχθηκαν ενάντια στην αφθονία, τάχθηκαν ενάντια στο περιττό. Στο βόδι που αλώνιζε δεν έδεναν το στόμα, κοίταζαν μόνο να αλωνίζει. Δεν πίστευαν μόνο σε «μία» μέθοδο. Ηξεραν πως είχαν ανάγκη από πολλές μεθόδους για να πετύχουν το σκοπό τους.

Τα κριτήρια για τη λαϊκότητα και το ρεαλισμό πρέπει κανείς να τα διαλέγει τόσο με γενναιοδωρία όσο και με προσοχή, και δεν πρέπει να τα αντλεί από τα υπάρχοντα ρεαλιστικά και λαϊκά έργα, όπως συχνά συμβαίνει. Αν ενεργούσε κανείς μ’ αυτόν τον τρόπο, θα αποκτούσε φορμαλιστικά κριτήρια, καθώς και λαϊκότητα και ρεαλισμό μόνο σύμφωνα με τη μορφή.

Δεν μπορεί κανείς να διαπιστώσει αν ένα έργο είναι ρεαλιστικό ή όχι όταν εξετάζει μόνο αν μοιάζει ή όχι με τα υπάρχοντα ρεαλιστικά λεγόμενα έργα ή με αυτά που ονομάζονται ρεαλιστικά για την εποχή τους. Σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει κανείς να συγκρίνει την περιγραφή της ζωής με την ίδια τη ζωή που περιγράφεται (κι όχι με κάποια άλλη περιγραφή). Κι ακόμη, όσον αφορά τη λαϊκότητα, υπάρχει ένας καθαρά φορμαλιστικός τρόπος να ενεργήσει κανείς, από τον οποίο πρέπει να φυλάγεται. Το γεγονός ότι ένα έργο είναι κατανοητό δεν σημαίνει ότι αυτό ισχύει, όταν το έργο αυτό έχει γραφτεί με τον ίδιο τρόπο που έχουν γραφτεί άλλα έργα που έγιναν κατανοητά. Ακόμη και τα έργα που έγιναν κατανοητά δεν έχουν γραφτεί όπως τα έργα που γράφτηκαν πριν απ’ αυτά. Κάτι έγινε για να μπορέσουν να γίνουν κατανοητά. Ετσι θα πρέπει κι εμείς να κάνουμε κάτι για να γίνουν κατανοητά τα καινούργια έργα. Δεν υπάρχει μόνο το είμαι λαϊκός, αλλά και το γίνομαι λαϊκός.

Αν θέλουμε να έχουμε μια ζωντανή, αγωνιστική λογοτεχνία που να πληρεί την πραγματικότητα και να πληρείται απόλυτα απ’ αυτήν, μια λογοτεχνία αληθινά λαϊκή, πρέπει να συμβαδίζουμε με την ορμητική εξέλιξη της πραγματικότητας. Οι μεγάλες εργαζόμενες λαϊκές μάζες είναι ήδη έτοιμες για εξέγερση. Το αποδεικνύει η δραστηριότητα και η κτηνωδία των εχθρών τους.

1938

Για τη λαϊκότητα και το ρεαλισμό

1. Η στροφή στο λαό

Ενα τμήμα της λογοτεχνίας της εξορίας (της απόδρασης, της καταδίωξης, των διακρίσεων) συνεχίζει ν’ απευθύνεται στην αστική τάξη. Καταγγέλλει την εξόντωση των ανθρωπιστικών ιδανικών, αναφέρεται στη βαρβαρότητα για τη βαρβαρότητα. Αναφέρει πού και πού ότι τα απάνθρωπα μέτρα συνδέονται με ορισμένα κέρδη και μάλιστα με τα συμφέροντα μιας ορισμένης κάστας. Δε διαπιστώνει, όμως, ότι η εξόντωση των ανθρωπιστικών ιδεωδών εξυπηρετεί τη διατήρηση των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Με αφέλεια προσπαθεί να πείσει την αστική τάξη ότι αυτές οι σχέσεις ιδιοκτησίας θα μπορούσαν να διατηρηθούν κ.ά. χωρίς αυτά τα απάνθρωπα μέτρα, με περισσότερη καλοσύνη, ελευθερία, ανθρωπιά. Ισως ο λαός να έβρισκε κάπως κωμικές αυτού του είδους τις αφέλειες. Θα πίστευε, αν παραβρισκόταν σε μια συζήτηση μ’ αυτό το θέμα, πόση καταπίεση θα χρειαζόταν για να διατηρηθεί η εκμετάλλευση. Αν αυτό γίνεται χωρίς πόλεμο ή μόνο με τον πόλεμο. Μ’ έναν πόλεμο ανθρωπιστικό ή μη. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Οσο το σύνθημα «Ζήτω ο ανθρωπισμός!» δεν συμπληρώνεται από το σύνθημα «Ενάντια στις αστικές σχέσεις ιδιοκτησίας!», η στροφή της λογοτεχνίας προς το λαό δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί.

2. Η χρονική στιγμή

Και τελικά, για να δώσουμε στην κρίση μας μια συγκεκριμένη αρχή πρέπει βέβαια ν’ αναφέρουμε και πότε συνέβη. Η τοποθέτηση ορισμένων πινάκων στους εσωτερικούς τοίχους πλοίων μπορεί να ‘ναι κάτι πολύ τρελό αν γίνει σε μια χρονική στιγμή που το πλοίο έχει αρχίσει ήδη να βυθίζεται, όπως στην περίπτωση μιας ναυμαχίας. Στην πραγματικότητα συναντούμε, για να συνεχίσουμε με την εικόνα αυτή, καλλιτέχνες που ασχολούνται με το να επινοούν και να δημιουργούν πίνακες τη στιγμή που το πλοίο βυθίζεται.

3. Να απευθυνόμαστε σε όλους

Δεν πρέπει να έχει κανείς την απαίτηση τα καλλιτεχνικά έργα να γίνονται αμέσως κατανοητά σε όσους τα βλέπουν, αν θέλει να υπάρχει λογοτεχνία για το λαό. Ο λαός μπορεί με πολλούς τρόπους να γίνει κύριος των λογοτεχνικών έργων, κατά ομάδες κι ακόμη κατά μικρές ομάδες που κατανοούν γρήγορα και μεταδίδουν αυτά που κατάλαβαν, ή με το να στέκεται σ’ ορισμένα σημεία των έργων αυτών, που τα κατανοεί αμέσως, και ξεκινώντας απ’ αυτά να φτάνει να εξηγεί με συμπεράσματα αυτό που αρχικά ήταν ακατανόητο. Το να γράφει κανείς για μικρές ομάδες δεν σημαίνει ότι περιφρονεί το λαό. Το θέμα είναι αν οι ομάδες αυτές εξυπηρετούν από την πλευρά τους τα συμφέροντα του λαού, ή αν τα υπονομεύουν. Η υπονόμευση των συμφερόντων του λαού υπάρχει ήδη στο προσκήνιο, όταν τέτοιου είδους κύκλοι μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν για τη διατήρησή τους κι όταν επιδιώκονται μονοπώλια (πράγμα που διευκολύνουν και οι συγγραφείς). Το ρεύμα πρέπει να πλημμυρίσει, θα λέγαμε, τα σημεία συγκέντρωσης.

4. Λαϊκό από πάνω προς τα κάτω

Αναμφίβολα η έννοια αυτή έχει κάτι το αλαζονικό. Η λέξη, κατά κάποιο τρόπο, λέγεται από πάνω προς τα κάτω. Δείχνει να περιέχει μια απαίτηση για τη μέγιστη δυνατή απλοποίηση. Πρέπει κάτι να γίνει για το λαό, τέρμα με το χαβιάρι! Κάτι που να καταλαβαίνει ο λαός που έτσι κι αλλιώς αργεί να καταλάβει. Ο λαός είναι κάτι που έχει μείνει πίσω. Πρέπει όλα να του δίνονται στο χέρι, όπως έχει συνηθίσει. Μαθαίνει δύσκολα, δεν πλησιάζει εύκολα το καινούργιο. Ο Δανός προλετάριος ποιητής Χένρι Γιουλ Αντερσεν έγραψε ένα ποίημα για τις συνήθειες που είναι σαν τις αλυσίδες των σκλάβων. Δεν έχουμε καμιά σχέση με αυτή την έννοια του λαϊκού, από πάνω προς τα κάτω. Η λαϊκή γραφή δεν είναι πρόβλημα μορφής.

5. Οι ποιητές, φερέφωνα τον λαού

Ο λαός, που χρησιμοποιεί σαν φερέφωνά του μερικούς από τους ποιητές, απαιτεί να μεταφέρουν τα λόγια του, αλλά να μην τ’ αλλάζουν. Απαιτεί να εξυπηρετούνται τα συμφέροντά του, ολόκληρο το γιγαντιαίο πλέγμα των συμφερόντων του, από τα πιο φανερά, υπαρξιακά, μέχρι τα πιο κρυφά. Ενδιαφέρεται για τη μορφή του μυθιστορήματος τόσο λίγο και τόσο πολύ όσο και για τη μορφή του πολιτεύματος. Δεν πρόκειται για συντηρητισμό. Η συνέχιση της παράδοσης δεν είναι γι’ αυτόν κάτι το ιερό, πότε – πότε γίνεται και με τρόπο ανίερο.

13 του Αυγούστου 1953

Για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό

Για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό δε θα ‘πρεπε κανείς να μαθαίνει απλά και μόνο από τα έργα που υπάρχουν ή από τους τρόπους των παραστάσεων. Το κριτήριο δε θα έπρεπε να είναι αν ένα έργο ή μια παράσταση μοιάζει με άλλα έργα ή παραστάσεις που καταλογίζονται στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, αλλά αν το έργο είναι σοσιαλιστικό και ρεαλιστικό.

1) Η ρεαλιστική τέχνη είναι αγωνιστική τέχνη. Καταπολεμά τις λαθεμένες αντιλήψεις για την πραγματικότητα και τις ενέργειες εκείνες που αντιτίθενται στα πραγματικά συμφέροντα της ανθρωπότητας. Καθιστά δυνατές τις σωστές απόψεις και δυναμώνει τις παραγωγικές ενέργειες.

2) Οι ρεαλιστές καλλιτέχνες τονίζουν το λογικό στοιχείο, το «γήινο» με την πλατιά έννοια, το τυπικό (ιστορικά σημαντικό).

3) Οι ρεαλιστές καλλιτέχνες τονίζουν τη στιγμή της γέννησης και της φθοράς. Σε όλα τους τα έργα σκέφτονται ιστορικά.

4) Οι ρεαλιστές καλλιτέχνες παρουσιάζουν τις αντιφάσεις στους ανθρώπους και στις σχέσεις μεταξύ τους και δείχνουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αναπτύσσονται αυτές οι αντιφάσεις.

5) Οι ρεαλιστές καλλιτέχνες ενδιαφέρονται για τις αλλαγές στους ανθρώπους και στις σχέσεις μεταξύ τους, για τις σταθερές και για τις αλματώδεις αλλαγές στις οποίες μεταβάλλονται οι σταθερές.

6) Οι ρεαλιστές καλλιτέχνες παρουσιάζουν τη δύναμη των ιδεών και τα υλικά θεμέλια των ιδεών.

7) Οι σοσιαλιστές – ρεαλιστές καλλιτέχνες είναι ανθρώπινοι, αυτό σημαίνει πως αισθάνονται φιλικά απέναντι στους ανθρώπους και πως παρουσιάζουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να δυναμώνουν τα σοσιαλιστικά κίνητρα. Δυναμώνουν με την πρακτική επισκόπηση στον κοινωνικό μηχανισμό και με το να γίνεται η ώθηση απόλαυση.

8) Οι σοσιαλιστές – ρεαλιστές καλλιτέχνες δεν παίρνουν ρεαλιστική θέση μόνο απέναντι στα θέματά τους, αλλά και απέναντι στο κοινό τους.

9) Οι σοσιαλιστές – ρεαλιστές καλλιτέχνες παίρνουν υπόψη τους το βαθμό μόρφωσης και την τάξη στην οποία ανήκει το κοινό τους, καθώς και την κατάσταση που βρίσκονται οι ταξικοί αγώνες.

10) Οι σοσιαλιστές – ρεαλιστές καλλιτέχνες αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα από τη σκοπιά του εργαζόμενου πληθυσμού και των διανοουμένων που συνδέονται μαζί του, οι οποίοι είναι υπέρ του σοσιαλισμού.

Σοσιαλιστικός ρεαλισμός στο θέατρο

1) Σοσιαλιστικός ρεαλισμός σημαίνει μια πιστή στην πραγματικότητα απόδοση της συμβίωσης των ανθρώπων από τη σοσιαλιστική σκοπιά με τα μέσα της τέχνης. Η απόδοση γίνεται με τέτοιον τρόπο, ώστε να γίνεται αποδεκτή η εξέταση του κοινωνικού μηχανισμού και να προκαλούνται σοσιαλιστικές ωθήσεις. Στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό το μεγαλύτερο μέρος της ευχαρίστησης που κάθε τέχνη πρέπει να εξασφαλίζει, είναι η ευχαρίστηση που προσφέρει η δυνατότητα καθοδήγησης της τύχης των ανθρώπων μέσω της κοινωνίας.

2) Το σοσιαλιστικό – ρεαλιστικό έργο τέχνης αποκαλύπτει τους διαλεκτικούς νόμους κίνησης του κοινωνικού μηχανισμού, των οποίων η γνώση διευκολύνει το χειρισμό της τύχης των ανθρώπων. Προσφέρει ευχαρίστηση στην ανακάλυψη και παρατήρησή τους.

3) Το σοσιαλιστικό – ρεαλιστικό έργο τέχνης παρουσιάζει χαρακτήρες και γεγονότα σαν κάτι το ιστορικό, το μεταβαλλόμενο και το αντιφατικό. Αυτό σημαίνει μια μεγάλη απότομη μεταβολή. Είναι απαραίτητο να γίνουν σοβαρές προσπάθειες για νέα μέσα παρουσίασης.

4) Το σοσιαλιστικό – ρεαλιστικό έργο τέχνης ξεκινά από τις απόψεις της προλεταριακής τάξης και απευθύνεται σε όλους τους καλοπροαίρετους ανθρώπους. Τους δείχνει την κοσμοθεωρία και τους σκοπούς της προλεταριακής τάξης, που ετοιμάζεται ν’ ανεβάσει την παραγωγικότητα των ανθρώπων σε ανήκουστη μέχρι τώρα έκταση με μια νέα διαμόρφωση της κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση.

5) Η σοσιαλιστική – ρεαλιστική απόδοση παλιών κλασικών έργων ξεκινά από την αντίληψη ότι η ανθρωπότητα διαφύλαξε τα έργα εκείνα που διαμόρφωσαν καλλιτεχνικά τις προόδους της για έναν όλο και πιο ισχυρό, πιο ευαίσθητο και πιο τολμηρό ανθρωπισμό. Η απόδοση τονίζει, λοιπόν, τις προοδευτικές ιδέες των κλασικών έργων.

Σημειώσεις:

1. Λαϊκότητα και ρεαλισμός. Η πραγματεία αυτή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1958 στο τεύχος 4 του περιοδικού «Ζιν Ουντ Φορμ», του Βερολίνου. Το κείμενο που δίνεται εδώ παίρνει υπόψη του μερικές χειρόγραφες διορθώσεις του Μπρεχτ οι οποίες έγιναν γνωστές λίγο αργότερα.

2. Το περιοδικό «Ντας Βορτ» χρωστά ιδιαίτερα στον Γκ. Λούκατς μερικές σημαντικά αξιόλογες πραγματείες που φωτίζουν την έννοια του ρεαλισμού αν και, κατά τη γνώμη μου, ο ορισμός που δίνουν είναι κάπως πολύ στενός.

Τα δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς1

Κάποτε αναρωτήθηκα γιατί ορισμένα δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς έχουν κάτι που δεν είναι ικανοποιητικό, παρ’ όλο που περιέχουν τόσα αξιοσπούδαστα πράγματα. Ο Λούκατς ξεκινά από μια υγιή αρχή, κι όμως κανείς δεν μπορεί να απαλλαγεί από την εντύπωση ότι είναι κάπως ξένος προς την πραγματικότητα. Εξετάζει την πτώση του αστικού μυθιστορήματος από τα ύψη εκείνα που είχε κυριεύσει, όταν η αστική τάξη ήταν ακόμη προοδευτική. Μεταχειρίζεται ευγενικά τους σύγχρονους μυθιστορηματογράφους, στο μέτρο που αυτοί ακολουθούν τους κλασικούς του αστικού μυθιστορήματος, δηλαδή γράφουν τουλάχιστον ρεαλιστικά από την άποψη της μορφής. Ομως, δεν μπορεί να μη δει κι εδώ ακόμη την πτώση. Του είναι εντελώς αδύνατο να βρει σ’ αυτούς ένα ρεαλισμό που να είναι εφάμιλλος με το ρεαλισμό των κλασικών σε βάθος, έκταση και επιθετικότητα. Αλλωστε, πώς θα μπορούσαν να υψωθούν πάνω από την ίδια τους την τάξη; Κι ακόμη υπάρχει, πρέπει να υπάρχει, και αποσύνθεση της μυθιστορηματικής τεχνικής. Δε σημαίνει πως υπάρχει μειωμένη τεχνική επιδεξιότητα, η τεχνική όμως αποκτά κάτι το παράξενα τεχνικό, κάτι το αυταρχικό, αν θέλετε. Ακόμη και στο ρεαλιστικό τρόπο δόμησης πάνω σε κλασικά πρότυπα εισχωρούν κάποια φορμαλιστικά στοιχεία. Υπάρχουν μερικές χαρακτηριστικές λεπτομέρειες. Ακόμη και οι συγγραφείς που διαπιστώνουν και καταπολεμούν την εκμετάλλευση, τη βαρβαρότητα και τη μηχανοποίηση του ανθρώπου μέσα από τον καπιταλισμό, δείχνουν να παίρνουν μέρος σ’ αυτή την πράξη της εκμετάλλευσης, ενώ στις εξιστορήσεις τους φαίνονται να τον εξυψώνουν ελάχιστα, να τον κυνηγούν παθιασμένα μέσα από τα γεγονότα και να αντιμετωπίζουν την εσωτερική του ζωή σαν quantite negligeable [αμελητέα ποσότητα] και τα λοιπά. Κι αυτοί γίνονται ορθολογιστές, ας πούμε. Συμμετέχουν στις «προόδους» της φυσικής. Εγκαταλείπουν την αυστηρή αιτιότητα και προχωρούν στη στατιστική, εγκαταλείποντας το μεμονωμένο άνθρωπο, ακολουθώντας αυστηρά τη σχέση αιτίου και αιτιατού και μιλούν μόνο για μεγαλύτερες μονάδες. Και μάλιστα, με τον τρόπο τους, έχουν τον παράγοντα αβεβαιότητας του Σρέντινγκερ. Αφαιρούν από τον παρατηρητή την αυθεντία και την αξιοπιστία και κινητοποιούν τον αναγνώστη ενάντια στον εαυτό του, παρουσιάζοντας μόνο υποκειμενικές μαρτυρίες που χαρακτηρίζουν απλά αυτούς που τις αναφέρουν (Ζιντ, Τζόις, Ντέμπλιν). Μπορεί κανείς ν’ ακολουθήσει τον Λούκατς σ’ όλες αυτές τις παρατηρήσεις και να υπογράψει τη διαμαρτυρία του. Τώρα όμως ερχόμαστε στο θετικό, εποικοδομητικό, αξιωματικό μέρος της αντίληψης του Λούκατς. Με μια και μόνο κίνηση του χεριού του καθαρίζει απ’ το τραπέζι την «απάνθρωπη» τεχνική. Γυρίζει πίσω στους προγόνους, εξορκίζει τους εκφυλισμένους απογόνους να προσπαθήσουν να τους φτάσουν. Οι συγγραφείς βρίσκονται λοιπόν μπροστά σ’ έναν άνθρωπο που έχει χάσει τις ανθρώπινες ιδιότητές του; Σ’ έναν άνθρωπο με κατεστραμμένο εσωτερικό κόσμο; Σ’ έναν άνθρωπο που σ’ όλη του τη ζωή θα καταδιώκεται με πάθος; Μειώθηκαν οι λογικές του ικανότητες; Πώς φαίνονται τώρα πια ασύνδετα τα πράγματα που συνδέονταν μεταξύ τους; Ετσι οι συγγραφείς πρέπει να μείνουν πιστοί στους παλιούς δασκάλους, να παραγάγουν πλούσια πνευματική ζωή, να σταματήσουν το ρυθμό των γεγονότων με την αργή διήγηση, να τοποθετήσουν και πάλι με την τέχνη τους τον άνθρωπο στο κέντρο των γεγονότων και τα λοιπά και τα λοιπά. Και οι κανονισμοί για την πραγματοποίηση γίνονται ψίθυροι. Είναι φανερό ότι οι προτάσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Κανένας άνθρωπος που θεωρεί τη βασική αντίληψη του Λούκατς σωστή, δε θα παραξενευτεί γι’ αυτό. Δεν υπάρχει λοιπόν διέξοδος; Υπάρχει μία. Τη δείχνει η νέα ανερχόμενη τάξη. Δεν είναι παλινδρόμηση. Δε συνδέεται με το καλό παλιό, αλλά με το κακό νέο. Δεν πρόκειται για την κατάργηση της τεχνικής, αλλά για την τελειοποίησή της. Ο άνθρωπος δεν ξαναγίνεται άνθρωπος με το να διαχωριστεί από τη μάζα, αλλά με το να επανενταχθεί σ ‘ αυτήν. Η μάζα αποτινάσσει την κατάσταση της έλλειψης των ανθρώπινων ιδιοτήτων, κι έτσι ο άνθρωπος ξαναγίνεται άνθρωπος (όχι αυτός που ήταν πριν). Σ ‘ αυτόν το δρόμο πρέπει να βαδίσει η λογοτεχνία στην εποχή μας, όπου οι μάζες αρχίζουν να οδηγούνται σ’ ό,τι πιο αξιόλογο και ανθρώπινο υπάρχει, όπου οι μάζες κινητοποιούν τους ανθρώπους ενάντια στην απανθρωποποίηση που φέρνει ο καπιταλισμός στη φασιστική του φάση. Η στιγμή της συνθηκολόγησης, της υποχώρησης, η ουτοπιστική και ιδεαλιστική στιγμή, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται στα δοκίμια του Λούκατς και την οποία σίγουρα θα ξεπεράσει, είναι αυτό που κάνει τις αξιοσπούδαστες εργασίες του μη ικανοποιητικές, είναι αυτό που δίνει την εντύπωση ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η απόλαυση κι όχι ο αγώνας, η διέξοδος κι όχι η προέλαση.

Σημείωση:

1. Τα δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς. Στο περιοδικό «Ιντερνατσιονάλε Λιτερατούρ» δημοσιεύτηκαν από τον Γκέοργκ Λούκατς, εκτός από το άρθρο, που ήδη αναφέρθηκε, για τον εξπρεσιονισμό, μεταξύ άλλων και πραγματείες: «Διήγηση ή περιγραφή; Για τη συζήτηση πάνω στο νατουραλισμό και το φορμαλισμό» (τεύχος 11 και 12/1936), «Ο λέων Τολστόι και η ανάπτυξη του ρεαλισμού» (τεύχος 10 και 11/1938), «Αλληλογραφία ανάμεσα στην Αννα Ζέγκερς και τον Γκέοργκ Λούκατς» (τεύχος 5/1939), «Συγγραφείς και κριτικοί» (τεύχος 9 και 10/1939), «Λαϊκό βήμα ή γραφειοκράτης;» (τεύχος 1,2 και 3/1940). Στο περιοδικό «Ντας Βορτ» δημοσιεύτηκαν του Λούκατς: «Πνευματική φυσιογνωμία των καλλιτεχνικών μορφών» (τεύχος 4/1936), «Ο φασιστικοποιημένος και ο πραγματικός Μπίχνερ» (τεύχος 2/1937), «Η πτώση του αστικού ρεαλισμού» (τεύχος 6/1937), «Το ιδανικό του αρμονικού ανθρώπου στην αστική αισθητική» (τεύχος 4/1938), «Πρόκειται για το ρεαλισμό» (τεύχος 6/1938), «Η νεότητα του Βασιλιά Ερρίκου του 4ου» (τεύχος 8/1938), «Ο πληβείος ουμανισμός στην αισθητική του Τολστόι» (τεύχος 9/1938). Οι πραγματείες του Λούκατς, αφού κατά ένα μέρος δέχτηκαν επεξεργασία, εκδόθηκαν το 1955 στις εκδόσεις «Αουφμπαου» του Βερολίνου στο συνοπτικό τόμο «Προβλήματα ρεαλισμού». Ενα μέρος των εργασιών είχε ήδη εκδοθεί το 1948 από τον ίδιο εκδοτικό οίκο με τίτλο «Δοκίμια για το ρεαλισμό».

No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: