Skip to content

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΙΡΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (ΚΟΜΕΠ τευχος 6/2012)

Κυκλοφόρησε το τεύχος 6/2012 με αφιέρωμα στη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση

Η συμπλήρωση 95 χρόνων από τη Σοσιαλιστική Οχτωβριανή Επανάσταση στις 7 Νοέμβρη (25 Οκτώβρη με το παλιό ημερολόγιο) του 1917 είναι για τους κομμουνιστές μια επέτειος με ιδιαίτερη πολιτική σημασία, ειδικά σήμερα, σε συνθήκες μιας όχι συνηθισμένης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, νέας όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, με αποτέλεσμα να έχει κλονιστεί η δυνατότητα του καπιταλισμού να ενσωματώνει όπως παλιότερα. Στην πράξη έχουν ήδη καταρρεύσει οι υποσχέσεις που συνόδευαν την αντεπανάσταση του 1989 – 1991 για τον κόσμο «ειρήνης και δημοκρατίας» που θα συνόδευε το τέλος του «ψυχρού πολέμου». Από την άλλη, όμως, ο καπιταλισμός συνεχίζει να έχει αντοχή, καταφέρνει να αποσπά τη στήριξη εργατικών και λαϊκών δυνάμεων που, όσο και αν αγανακτούν, είναι ακόμα προσκολλημένες στο «καλύτερο παρελθόν» και αναζητούν πολιτικές λύσεις επιστροφής σε αυτό. Πιστεύουν ότι είναι πιο εύκολη, ανώδυνη κι εφικτή μια τέτοια επιστροφή, ενώ φοβούνται τη σύγκρουση, τη ρήξη, την ανατροπή. Είναι καθαρό ότι σε αυτές τις συνθήκες, από τους κομμουνιστές απαιτείται πιο βαθιά, επιχειρηματολογημένη ιδεολογική παρέμβαση για να αποκαλύπτονται οι αιτίες του βάθους και της διάρκειας της τρέχουσας καπιταλιστικής κρίσης υπερπαραγωγής στην Ελλάδα, οι αιτίες των αδιεξόδων της αστικής πολιτικής διαχείρισης, είτε με φιλελεύθερο είτε με κεϊνσιανό μείγμα, του αντιλαϊκού και αντεργατικού τους χαρακτήρα, του κινδύνου εμπλοκής της Ελλάδας σε έναν πιο γενικευμένο περιφερειακό ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ενδεχομένως να υπάρξουν αναγνώστες, κυρίως νεότερων ηλικιών, που να σκεφτούν ή να έχουν συναντήσει από άλλους νέους το ερώτημα: Ποια μπορεί να είναι η σημασία μιας μεγάλης επανάστασης, όταν το αποτέλεσμά της, το δημιουργικό έργο της ανατράπηκε μετά από αρκετές δεκαετίες; Το ερώτημα είναι λογικοφανές, «φυσιολογικό» για νέους και νέες που δε γνωρίζουν σε βάθος την κίνηση, τα ζιγκ-ζαγκ της Ιστορίας, της κοινωνικής προόδου που αφορούν και την εδραίωση, επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων αναφορικά με τις προγενέστερες.

Πολύ περισσότερο απαιτείται μελέτη της ταξικής πάλης στη διαμόρφωση – οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, στην αποκάλυψη των αιτιών των πισωγυρισμάτων στην πορεία εδραίωσης – ανάπτυξης – επέκτασης – πλήρους και οριστικής νίκης των νέων, μη εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής – κατανομής, των σοσιαλιστικών, ως ανώριμων κομμουνιστικών σχέσεων, στην ωρίμανσή τους σε κομμουνιστικές. Η ταξική πάλη δεν περιορίζεται μόνο στην περίοδο που καταργείται η καπιταλιστική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, αλλά και στην περίοδο που η κοινωνικοποίησή τους συνυπάρχει με τη σχέση ατομικής (χωρίς εκμετάλλευση ξένης εργασίας) ή συνεταιριστικής ιδιοκτησίας στα ακόμα σκόρπια μέσα παραγωγής. Από μια ορισμένη, διαφορετική σκοπιά υπάρχει σκληρός αγώνας συνολικότερα με τις κληρονομημένες ανισότητες και αντιθέσεις μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής, ανειδίκευτης και ειδικευμένης εργασίας, που αποτελούν την αντικειμενική (υλική) βάση πάνω στην οποία διαμορφώνονται η αποξένωση, η απέχθεια, η μη κομμουνιστική στάση προς την εργασία. Η πρωτοπόρα κομμουνιστική δράση αναμετριέται με τις δυσκολίες και τα λάθη ως προς την αποτύπωση των νομοτελειών της σοσιαλιστικής οικονομίας στους δείκτες του εκάστοτε διαμορφωμένου Κεντρικού Σχεδιασμού (παραγωγής – κατανομής, κοινωνικών υπηρεσιών) και στην υλοποίησή τους, στο εκάστοτε επίπεδο του εργατικού ελέγχου, μέχρι τη μετατροπή του σε κομμουνιστική αυτοδιοίκηση.

Ένοπλη πολιτοφυλακή εργατών και εργατριών στα πρώτα χρόνια της ΕΣΣΔ

Εξίσου αναμετριέται με την ουσιαστική πραγμάτωση του καθοδηγητικού ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος στην άσκηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας, στην ολοένα και ευρύτερη συμμετοχή της εργατικής τάξης στους θεσμούς της, στα όργανα διοίκησης των σοσιαλιστικών παραγωγικών μονάδων και υπηρεσιών, σε τελευταία ανάλυση στην ικανότητα καθοδήγησης της ταξικής πάλης ενάντια στις δυνάμεις της αντεπανάστασης εγχώρια, περιφερειακά, παγκόσμια.

Η ιστορία διαμόρφωσης του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, του καπιταλιστικού εποικοδομήματος, δείχνει ζιγκ-ζαγκ και συγκρούσεις με το παρελθόν, παρόλο που δεν είχε ως ιστορικό έργο να καταργήσει την εκμετάλλευση, αλλά μόνο να αλλάξει τη μορφή της.

Αν και η νίκη της αντεπανάστασης και η καπιταλιστική οπισθοδρόμηση είναι πολύ πιο αντιδραστική, καταστροφική, ωστόσο είναι λαθεμένο να θεωρηθεί ότι οδηγεί σε πλήρη ακύρωση των επιτευγμάτων της πορείας σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Με άλλα λόγια, είναι αντιδιαλεκτικό και εξωπραγματικό να φανταζόμαστε ότι αν δεν είχε νικήσει η Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, η εξέλιξη της καπιταλιστικής Ρωσίας θα είχε εξίσου οδηγήσει στη σημερινή Ρωσία. Και από αυτή τη σκοπιά χρειάζεται να γίνουν γνωστά τα επιτεύγματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, αλλά και η επίδρασή τους στις κατακτήσεις της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό.

Βέβαια, σήμερα το κύριο είναι να αναδείξουμε την πολύ μεγαλύτερη ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων για τη σοσιαλιστική επανάσταση και οικοδόμηση, που όμως προσκρούει στη σημαντική υποχώρηση του υποκειμενικού παράγοντα. Σήμερα η εργατική συνείδηση, κάτω και από το βάρος της ιδεολογικής επίθεσης της αστικής τάξης, της δράσης των μηχανισμών της εργοδοτικής τρομοκρατίας, αλλά και υπό την επίδραση των μικροαστικών αντιλήψεων και συμπεριφορών, βλέπει τη σοσιαλιστική προοπτική ως ουτοπική, ανέφικτη, ως «δευτέρα παρουσία». Βλέπει την πάλη για την εξουσία ως «πολυτέλεια», ως διαδικασία αποσυνδεδεμένη από την πάλη για την ικανοποίηση των σύγχρονων εργατικών και λαϊκών αναγκών. Σε αυτές τις συνθήκες διαμορφώνεται ο «ρεαλισμός» της υποταγής, που συστηματικά καλλιεργείται από τις δυνάμεις του οπορτουνισμού. Εχθρός της δυνατότητας της εργατικής και λαϊκής αντεπίθεσης για την ανατροπή είναι η ουτοπία μιας άμεσης φιλολαϊκής πολιτικής ως δήθεν εναλλακτικής, χωρίς σύγκρουση και ρήξη με τις δυνάμεις του κεφαλαίου, των μονοπωλίων, η ουτοπική ελπίδα ότι η βελτίωση του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος μπορεί να έρθει με αλλαγή στο μείγμα διαχείρισης από νεοφιλελεύθερο σε νεοκεϊνσιανό.

Ο Λένιν μιλάει στην Κόκκινη Πλατεία στις 7 Νοέμβρη 1918, στην πρώτη επέτειο της Οχτωβριανής Επανάστασης

Σήμερα, το καθήκον των κομμουνιστών επικεντρώνεται στη συμβολή τους για την αλλαγή των εργατικών και λαϊκών διαθέσεων, που προϋποθέτει την αντοχή και ικανότητα, το ατσάλωμα των κομμουνιστών, των ΚΝιτών, των φίλων και οπαδών του Κόμματος που βρίσκονται στη μάχη. Τότε μπορούν ν’ αξιοποιούν κάθε δυνατότητα στη συσπείρωση μαζών με στόχο τη λύση του προβλήματος της εξουσίας, αλλά και να ερμηνεύσουν τις αλλαγές, την αναδιάταξη στο συσχετισμό δυνάμεων, ακόμα και τις αρνητικές, να προετοιμάζονται για νέα αντεπίθεση. Το καθήκον διαμόρφωσης μιας μαχητικής εργατικής πρωτοπορίας, που θα συσπειρώνεται στην πολιτική του Κόμματος σε διαφορετικές φάσεις της ταξικής πάλης, απαιτεί ιδεολογικό επίπεδο και πολιτική ικανότητα, δηλαδή γνώση και ικανότητα να ανιχνεύονται και να ερμηνεύονται τάσεις, ικανότητα παρέμβασης στις μάζες, αίσθηση των διαθέσεών τους, αλλά και δράση ενάντια στις μικροαστικές και αστικές επιρροές που δέχονται μαζικά οι εργατικές δυνάμεις.

Η εκτίμηση των διαθέσεων της εργατικής τάξης και λαϊκών δυνάμεων είναι ένα σύνθετο καθήκον. Σημαίνει ικανότητα στην επεξεργασία συνθημάτων, στόχων στα επιμέρους μέτωπα πάλης, κατάλληλους ελιγμούς σε κάθε φάση κατά την πορεία της ταξικής πάλης, ώστε να φωτίζεται ο δρόμος της σύγκρουσης με την εξουσία του κεφαλαίου, με τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Απαιτείται ικανότητα εξήγησης για το πώς επιδρούν οι αντικειμενικές εξελίξεις στη διάταξη των τάξεων, των κοινωνικών δυνάμεων, πώς σπάνε παλιές και πώς δημιουργούνται νέες συμμαχίες της αστικής τάξης. Απαιτεί υπομονή και επιμονή για την εξουδετέρωση των προκαταλήψεων, του φόβου, της συνήθειας, της επιφυλακτικότητας απέναντι στην προοπτική της επαναστατικής ανατροπής, αλλά και στη δράση των καπιταλιστικών μηχανισμών για εξαγορά, εκφοβισμό και ενσωμάτωση της εργατικής τάξης. Συνέπεια τέτοιων επιδράσεων είναι και η αντιφατική στάση εργατικών και λαϊκών δυνάμεων απέναντι στο Κόμμα: Από τη μια να το εμπιστεύονται στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ως σταθερή, συνεπή δύναμη αντίστασης, αγώνα, οργάνωσης των απεργιών, των συγκρούσεων με την εργοδοσία, από την άλλη να μην πείθονται για τη ρεαλιστικότητα της πολιτικής του Κόμματος για αποδέσμευση από την ΕΕ και μονομερή διαγραφή του χρέους με εργατική εξουσία και κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων.

Είναι προϋπόθεση το Κομμουνιστικό Κόμμα να βρίσκεται μέσα στις εργατικές και λαϊκές μάζες, να συνδέεται με αυτές, να γνωρίζει τις σκέψεις, τους προβληματισμούς, τις απόψεις τους, τις φοβίες, τις επιφυλάξεις, τους δισταγμούς τους. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό, χρειάζεται να κατανοεί τους αντικειμενικούς παράγοντες που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της εργατικής συνείδησης, να γνωρίζει τις δυνατότητες αλλά και τα όρια σε κάθε φάση της ταξικής πάλης.

Γι’ αυτό τα μέλη και τα στελέχη του Κόμματος χρειάζεται να έχουν σταθερότητα, επιμονή και υπομονή απέναντι στην εξέλιξη των εργατικών και λαϊκών συνειδήσεων, να διακρίνουν την αντιφατικότητα που τις διαπερνά, να έχουν κατακτημένα επιστημονικά και ταξικά κριτήρια για τις αλλαγές που συντελούνται, να αντιμετωπίζουν τόσο την υπεραισιοδοξία όσο και την εύκολη απογοήτευση, το συμβιβασμό με τη δυσκολία. Σε διαφορετική περίπτωση το ΚΚ κινδυνεύει να γίνει άλλο ένα ρεφορμιστικό – οπορτουνιστικό κόμμα, να εγκλωβιστεί στα γρανάζια της καπιταλιστικής εξουσίας, να χάσει τον επαναστατικό εργατικό του χαρακτήρα, να απομακρυνθεί από το ρόλο του στην προετοιμασία και ετοιμότητα, στη συγκέντρωση και ωρίμανση δυνάμεων για την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας.

Οι αλλαγές που συντελέστηκαν στο συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων κατά το τελευταίο εξάμηνο συχνά προκαλούν ερωτήματα, ακόμα και σε ψηφοφόρους του ΚΚΕ, βέβαια όχι τόσο «αυθόρμητα» όσο μπορεί να φαίνονται. Γεννιούνται ερωτήματα, όπως γιατί σε συνθήκες εξέλιξης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, επιδείνωσης της ζωής της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων, οι εργατικές και λαϊκές διαθέσεις παραμένουν γενικά σε πολύ χαμηλό επίπεδο, είναι ευμετάβλητες, δεν απεγκλωβίζονται από τη γραμμή της αστικής διαχείρισης, σε σημαντικό βαθμό υποχωρούν, παρασύρονται από το ρεφορμιστικό ρεύμα, επηρεάζονται από αντιδραστικές – εθνικοσοσιαλιστικές – ρατσιστικές – φασιστικές απόψεις, όπως άλλωστε φάνηκε και στις πρόσφατες εκλογές.

Η ύλη του 6ου τεύχους 2012 της ΚΟΜΕΠ παίρνει υπόψη της τέτοια ερωτήματα, αναδεικνύει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην όξυνση των αντιθέσεων στο τρίπτυχο κρίση – πόλεμος – επανάσταση και στις ταλαντεύσεις στις διαθέσεις των μαζών.

Σημαντική αλλαγή των εργατικών διαθέσεων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, όταν δηλαδή στο έδαφος της όξυνσης των αντιφάσεων του καπιταλιστικού συστήματος, των ενδοϊμπεριαλιστικών και ενδοαστικών αντιθέσεων και με πόλεμο, της επιδείνωσης της ζωής της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, η αστική τάξη απότομα χάνει την ικανότητά της να επιβάλλει την κυριαρχία της, να καταστέλλει, αλλά και να οργανώνει στοιχειώδεις υπηρεσίες που αφορούν στην επιβίωση των εργατικών και λαϊκών μαζών (π.χ. σίτιση, Πρόνοια, Υγεία), ενώ από την άλλη η εργατική τάξη και ευρύτερες λαϊκές μάζες βρίσκονται σε ασυνήθιστη κινητικότητα, προσελκύονται κάτω από αυτές τις συνθήκες στην οργανωμένη πάλη. Τέτοιες συνθήκες διαμορφώνονται αντικειμενικά, δεν προκύπτουν κυρίως ως αποτέλεσμα της σχεδιασμένης δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος, της ταξικής πάλης σε πιο συνηθισμένες συνθήκες.

Η ιστορική πείρα του 20ού αιώνα απέδειξε ότι τέτοιες συνθήκες συνδυάζονται συνήθως με την οικονομική και πολιτική κατάσταση που συνοδεύει την εξέλιξη ενός πιο γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Βασική παρακαταθήκη της Οχτωβριανής Επανάστασης είναι η πάλη των κομμουνιστών για τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε σοσιαλιστική επανάσταση. Παρακαταθήκη που όμως δεν μπόρεσε να γίνει σταθερό κτήμα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια. Σε αυτά τα ζητήματα αναφέρεται το κείμενο του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ με τίτλο «Ο Λένιν για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη στάση των κομμουνιστών», που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ. Το κείμενο αναδεικνύει τις βασικές αρχές της λενινιστικής σκέψης σχετικά με το ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Εξετάζει την πείρα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στον 20ό αιώνα και προσανατολίζει στα καθήκοντα των κομμουνιστών σε συνθήκες που πυκνώνουν τα σύννεφα μιας πιο γενικευμένης πολεμικής σύρραξης σε διάφορες γωνιές του πλανήτη, από τον Ειρηνικό μέχρι τη γειτονιά μας, την Ανατολική Μεσόγειο. Το κύριο πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η εργατική τάξη, προσελκύοντας και τα λαϊκά στρώματα, οφείλει να οργανώσει, υπό την ιδεολογική-πολιτική καθοδήγηση του ΚΚ, το δικό της κέντρο πάλης, υπεράσπισης της δικής της πατρίδας, της εξόδου από τον πόλεμο με ανατροπή της τάξης που μπλέχτηκε τόσο στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο όσο και προηγούμενα στην ιμπεριαλιστική ειρήνη, να πετύχει την έξοδο από τον πόλεμο με κατάκτηση της εργατικής εξουσίας.

Από αυτή τη σκοπιά είναι επίκαιρη και η πείρα της Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, που αποτέλεσε τη μόνη δυνατή και ρεαλιστική πολιτική διεξόδου από την οικονομική κρίση και τον πόλεμο, σε αντίθεση τόσο με τις αστικές όσο και τις μικροαστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις που είχαν πάρει μέρος στην επανάσταση του Φλεβάρη ενάντια στον τσαρισμό. Η πείρα της Οχτωβριανής Επανάστασης αναδεικνύει επίσης ότι ακόμα και σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της δεν ακολουθούν αυθόρμητα τον επαναστατικό δρόμο. Γι’ αυτό άλλωστε κάθε επαναστατική κατάσταση, κάθε εξέγερση δεν οδηγεί και σε νίκη της επανάστασης. Είναι υπόθεση του ΚΚ να βοηθήσει τις εργατικές και λαϊκές μάζες μέσα από την πείρα τους να συνειδητοποιήσουν την ανάγκη να οδηγηθούν στη σύγκρουση με την αστική εξουσία, ξεπερνώντας φόβους, δισταγμούς και επιφυλάξεις.

Ιδιαίτερα χρήσιμη για την εξαγωγή συμπερασμάτων είναι η περίοδος από το Μάη ως τον Οκτώβρη του 1917. Σε αυτή την περίοδο βλέπουμε να εναλλάσσονται βήματα προς τα μπρος και πισωγυρίσματα στις εργατικές και λαϊκές διαθέσεις, βλέπουμε την υπομονετική και σταθερή δράση των μπολσεβίκων με σταθερό άξονα στο ζήτημα της εξουσίας την ανάγκη ανατροπής της αστικής εξουσίας. Επίσης, βλέπουμε το χαρακτήρα των ελιγμών τους, που εξυπηρετούν το στόχο επαναστατικοποίησης των συνειδήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και μέσα στις ένοπλες οργανώσεις της εργατικής τάξης, στα ίδια τα Σοβιέτ, κυριαρχούσαν αυταπάτες για τη δυνατότητα συμβιβασμού με την αστική τάξη, κυριαρχούσε το ρεύμα στήριξης της αστικής Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, στην οποία συμμετείχαν με υπουργούς οι μενσεβίκοι και οι εσέροι.

Είναι επίσης σημαντικό να τονίσουμε ότι τον Ιούλη του 1917 οι μπολσεβίκοι βρέθηκαν κόντρα στο ρεύμα, οι εργάτες δεν τους ακολουθούσαν, τα Σοβιέτ μετατρέπονταν υπό την ηγεσία των οπορτουνιστών σε στηρίγματα της αντεπανάστασης, ενώ η αστική τάξη είχε εξαπολύσει μια τρομοκρατική και συκοφαντική εκστρατεία εναντίον των μπολσεβίκων με στόχο την εξόντωσή τους. Παρ’ όλα αυτά, με αποφασιστική παρέμβαση του Λένιν, όχι μόνο δε συμβιβάστηκαν αλλά αξιοποίησαν καμπές στην πορεία της ταξικής πάλης, καταφέρνοντας να συμβάλουν στην αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων. Την πείρα αυτή μπορούμε να αντιπαραθέσουμε στο παράδειγμα της επανάστασης του Νοέμβρη 1918 στη Γερμανία, όπου οι εξελίξεις πήραν την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση: Τα γερμανικά Σοβιέτ, στα οποία κυριαρχούσαν οι σοσιαλδημοκράτες, ουσιαστικά στήριξαν την καταστολή της ένοπλης εξέγερσης των σπαρτακιστών (των πιο συνεπών κομμουνιστών). Αυτές οι πλευρές αναδεικνύονται στα ντοκουμέντα και στα αποσπάσματα από το βιβλίο του Αλμπερτ Νιεναρόκοφ «Εικονογραφημένη Ιστορία της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης 1917. Από μήνα σε μήνα», εκδόσεις «Προγκρές», που αναδημοσιεύονται σε αυτή την ενότητα. Μια επιπλέον αξία των ντοκουμέντων των μπολσεβίκων είναι και η προπαγανδιστική δύναμη των συνθημάτων, με τα οποία απευθύνονταν άμεσα στους εργάτες και στους φτωχούς αγρότες, στους στρατιώτες.

Στην ίδια ενότητα δημοσιεύονται τρία κείμενα του Μπέρτολτ Μπρεχτ που αναφέρονται στα ζητήματα του πολέμου, του φασισμού και της επανάστασης.

Τα τρία αυτά κείμενα είναι γραμμένα την περίοδο του πολέμου και αμέσως μετά. Ο Μπρεχτ με το νυστέρι του ιστορικού υλισμού, αλλά με πολύ εκλαϊκευτικό τρόπο, εξηγεί πώς ο φασισμός και η πολεμική προετοιμασία βρήκαν αποδοχή και λαϊκό έρεισμα στη Γερμανία. Αναδεικνύει πώς ο πόλεμος ουσιαστικά προετοιμάζεται μέσα στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής ειρήνης και πώς η σοσιαλιστική επανάσταση αποτελεί τη μόνη πραγματική λαϊκή διέξοδο από τον πόλεμο. Στα κείμενα επίσης προβάλλεται η θέση ότι ο δρόμος της επανάστασης δεν είναι ένας δρόμος εύκολα αποδεκτός από την εργατική συνείδηση, ότι οι εργάτες θα πειστούν να τον ακολουθήσουν ως αποτέλεσμα των ίδιων των αντικειμενικών συνθηκών που θα έχουν κλονίσει ενστάσεις και δισταγμούς, όταν αυτός θα φαντάζει αναγκαστική επιλογή, σε συνδυασμό με τη συστηματική δράση των κομμουνιστών.

Στην ενότητα Οικονομία δημοσιεύεται άρθρο με τίτλο «Διαδίκτυο και Οικονομία: Πρώτη κριτική προσέγγιση». Το ζήτημα του διαδικτύου και της χρήσης του αποτελεί αντικειμενικά ζήτημα ιδεολογικής πολιτικής διαπάλης. Αστικές ερμηνείες αξιοποιούν το Διαδίκτυο για να αμφισβητήσουν τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της σύγχρονης κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα απολυτοποιείται και προβάλλεται εξιδανικευμένα ο ρόλος του Διαδικτύου ως μέσου «ελεύθερης ανεξάρτητης» επικοινωνίας και οργάνωσης της λαϊκής πάλης, μακριά από την καθοδήγηση «παραδοσιακών» μορφών (σωματείων και κομμάτων).

Το άρθρο αναδεικνύει ότι το Διαδίκτυο είναι μια τεχνολογική εξέλιξη στον τομέα της Πληροφορικής, μία ακόμα επιστημονική – τεχνολογική κατάκτηση, όπως τόσες άλλες στο παρελθόν, που η εφαρμογή της δεν αφορά μόνο στον κλάδο των επικοινωνιών, αλλά σε όλους τους τομείς της Οικονομίας – Βιομηχανία, Εμπόριο, Κυκλοφορία του χρηματικού κεφαλαίου. Αφορά επίσης σε όλες τις λεγόμενες υπηρεσίες (Παιδεία, Υγεία – Πρόνοια, Τουρισμό), ανεξάρτητα εάν διατηρούνται ως κρατικές υπηρεσίες ή έχουν εμπορευματοποιηθεί. Επίσης, αφορά στους κρατικούς και διακρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς και από αυτή την άποψη αξιοποιείται και στους μηχανισμούς χειραγώγησης, παρακολούθησης και καταστολής και ως σύγχρονο μέσο υπεισέρχεται στην ταξική πάλη.

Το άρθρο στέκεται ιδιαίτερα στο χαρακτήρα της χρησιμοποίησης του Διαδικτύου στα σύγχρονα μέσα παραγωγής, στο σχεδιασμό και στην οργάνωση της σύγχρονης βιομηχανικής μονάδας ή συνόλου βιομηχανικών – εμπορικών – τραπεζικών ομίλων, των σύγχρονων υπηρεσιών, ενώ λιγότερο στέκεται στην άμεση ατομική χρησιμοποίησή του.

Επίσης, στο άρθρο θίγονται ζητήματα, όπως η παρασιτική – καταστροφική χρήση του Διαδικτύου (πορνογραφία, τζόγος κ.λπ.), όπως πάντα συμβαίνει όταν οποιαδήποτε νέα ή παλιότερη τεχνολογία αξιοποιείται σε μια εκμεταλλευτική κοινωνία, στον καπιταλισμό, όπου κυριαρχεί το κίνητρο του κέρδους.

Ακροθιγώς αναφέρονται πτυχές της αξιοποίησης του Διαδικτύου στους μηχανισμούς χειραγώγησης και καταστολής, στην ιδεολογική πάλη, ζητήματα που μπορούν να αποτελέσουν θέματα ξεχωριστής αρθρογραφίας. Το ίδιο ισχύει και για την αξιοποίησή του στη σοσιαλιστική οικονομία, στον Κεντρικό Σχεδιασμό, η μελέτη της θετικής και αρνητικής σοβιετικής πρακτικής.

Στην ίδια ενότητα δημοσιεύεται άρθρο με τίτλο «Η εξέλιξη της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα». Πρόκειται για σύνοψη μιας πιο εκτεταμένης μελέτης του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ σε συνεργασία με το Τμήμα Αγροτικής Πολιτικής της ΚΕ του ΚΚΕ, σχετικά με την αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα. Στο κείμενο φωτίζονται καλύτερα πλευρές που αφορούν στη διάρθρωση της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, κριτήρια για την κοινωνική σύνθεση των αγροτοπαραγωγών, για το μέγεθος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, για το διαχωρισμό των αγροτών, για την πορεία συγκεντροποίησης της γης και της αγροτικής παραγωγής. Αναδεικνύει επίσης τις αιτίες της σχετικής αντοχής της μικρής ιδιοκτησίας γης και μιας ορισμένης μορφής αγροτικής εκμετάλλευσης, τουλάχιστον μέχρι την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης του 2009, όπου υπάρχουν διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία. Επισημαίνεται η επίδραση της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ-ΕΕ, της ΚΑΠ στην ανισομετρία της αγροτικής παραγωγής, ιδιαίτερα στην ένταση της ελλειμματικότητας της κτηνοτροφικής παραγωγής παρά την άνοδο της παραγωγικότητας μέσω της συγκεντροποίησης και εκμηχάνισής της.

Η εξέλιξη της διάρθρωσης της αγροτικής παραγωγής κατά την τελευταία 30ετία επιβεβαιώνει τη θέση του ΚΚΕ ότι απέναντι στην προοπτική της καταστροφής του ατομικού αγροτοπαραγωγού που επιφυλάσσει ο καπιταλισμός υπάρχει ως μόνη ελπιδοφόρα προοπτική η πολιτική της εργατικής εξουσίας: Με την κοινωνικοποίηση της γης και των μεγάλων αγροτικών εκμεταλλεύσεων, την άμεση υπαγωγή τους στον Κεντρικό Σχεδιασμό. Με τη συνεταιριστικοποίηση των αυτοαπασχολούμενων αγροτοπαραγωγών στη βάση αναγνώρισης του δικαιώματος χρήσης της γης (χωρίς δικαίωμα αγοραπωλησίας – κληρονομιάς), με τη σχεδιασμένη χρησιμοποίηση εφοδίων της σοσιαλιστικής βιομηχανίας και κρατικών υποδομών, με την κρατική προστασία απέναντι στις φυσικές καταστροφές, αλλά και τη συγκέντρωση του αγροτικού προϊόντος μέσω του κρατικού εμπορίου και των κρατικά καθορισμένων όρων του συνεταιριστικού.

Το άρθρο αναδεικνύει αυτά τα ζητήματα ως τη βάση για τη διαμόρφωση της κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα πιο φτωχά στρώματα των αγροτών. Το κείμενο συμβάλλει στον εμπλουτισμό των θέσεων του ΚΚΕ για την αγροτική παραγωγή και την προοπτική της στην εργατική εξουσία και σοσιαλιστική οικονομία.

Στο εν λόγω τεύχος της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνονται τα περιεχόμενα όλων των τευχών του 2012, θεματικά ταξινομημένα. Επίσης, δημοσιεύονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 28.8.2012 έως 18.10.2012.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: