Μετάβαση στο περιεχόμενο

Η δημιουργία της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ)

«Η δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης υπήρξε η προοδευτική, φιλολαϊκή ένωση, σε αντίθεση με τις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μέσα σε καπιταλιστικό καθεστώς», που «είτε είναι απραγματοποίητες είτε είναι αντιδραστικές», όπως πρόβλεψε ο Λένιν. 

Σήμερα, οι ιμπεριαλιστικές ενώσεις διαπερνώνται από αξεπέραστες αντιθέσεις. Τον ανταγωνισμό τους για κυριαρχία τον γεννά η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Οι σχέσεις της ΕΕ με άλλα κράτη και στο εσωτερικό της διέπονται από την ανισοτιμία και την επιβολή.

Η σοβιετική εξουσία αντιπαρατέθηκε με τον εθνικισμό, τον τοπικισμό, την ξενοφοβία. Αναγνώρισε το δικαίωμα κάθε λαού στην αυτοδιάθεση μέχρι του πλήρους αποχωρισμού. Προώθησε τον αμοιβαίο σεβασμό και την ισοτιμία ανάμεσα στα έθνη και τις εθνότητες, καλλιέργησε και υλοποίησε την ιδέα της εθελοντικής τους συνένωσης στο ενιαίο πλαίσιο της Σοβιετικής Ένωσης.

Βάση αυτής της πολιτικής ήταν ο Προλεταριακός Διεθνισμός, η μόνη αρχή που η συνεπής εφαρμογή της μπορεί να διασφαλίζει σεβασμό της εθνικής, γλωσσικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας και την ενιαία συμμετοχή στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αντίθετα, η παραβίαση του Προλεταριακού Διεθνισμού, ιδιαίτερα σε συνθήκες συσσώρευσης εσωτερικών προβλημάτων, διαμορφώνει έδαφος για την άμβλυνση και χαλάρωση των δεσμών, ακόμα και για την εναντίωση στην ενοποίηση». (Από τη Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 90 χρόνια της μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία (1917).

Ο σοσιαλισμός και το Εθνικό Ζήτημα

 

Η Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, στα 1917, ήταν το μεγαλύτερο κοσμοϊστορικό γεγονός του 20ού αιώνα. Ήταν η πρώτη φορά στην Ιστορία της ανθρωπότητας που η εργατική τάξη με τους συμμάχους της, ανατρέποντας τον καπιταλισμό, εγκαθίδρυε τη δική της εξουσία, οργάνωνε το εργατικό κράτος, ανοίγοντας το δρόμο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού- κομμουνισμού. Αλλά πέντε χρόνια μετά, το Δεκέμβρη του 1922, οι λαοί της πρώην τσαρικής Ρωσίας, έκαναν ένα ποιοτικό άλμα στην εφαρμογή του προλεταριακού διεθνισμού. Η επανάσταση τόλμησε και πέτυχε τη σε ισότιμη βάση συνένωση των διαφορετικών εθνών ιδρύοντας την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ).

Έτσι, η σοβιετική εξουσία έβαζε τις βάσεις για τη λύση σ’ ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα, το «Εθνικό Ζήτημα», άλυτο στον καπιταλισμό. Ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει αυτό το ζήτημα με σχέσεις κυριαρχίας, υποταγής και καταπίεσης, άρα ανισοτιμίας, λόγω των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Με τη σοσιαλιστική επανάσταση, οι λαοί απελευθερώνονται από τα δεσμά της ταξικής εκμετάλλευσης. Παύουν να υποδαυλίζονται οι εθνικιστικές αντιθέσεις ως συνέπεια των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων. Και συνενώνονται στη δική τους εξουσία, κοινωνικά απελευθερωμένοι, για τον κοινό τους σκοπό, την οικοδόμηση της δικής τους κοινωνίας. Ολ’ αυτά αποτυπώνονταν και στη Διακήρυξη ίδρυσης της ΕΣΣΔ, που διάβασε στο 1ο Συνέδριο των Σοβιέτ ο Ι. Β. Στάλιν:

«Η θέληση των λαών των Σοβιετικών Δημοκρατιών – υπογραμμιζόταν στο κείμενο της ιδρυτικής διακήρυξης – που συνήλθαν τελευταία στα συνέδρια των Σοβιέτ τους και πήραν ομόφωνα την απόφαση για το σχηματισμό της «Ένωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών», αποτελεί σίγουρη εγγύηση ότι η Ένωση αυτή είναι εθελοντική συνένωση ισότιμων λαών, ότι για κάθε Δημοκρατία είναι εξασφαλισμένο το δικαίωμα της ελεύθερης αποχώρησης από την Ένωση, ότι η είσοδος στην Ένωση είναι ανοιχτή σε όλες τις Σοσιαλιστικές Σοβιετικές Δημοκρατίες, και σ’ αυτές που υπάρχουν, και σε κείνες που μπορεί να γεννηθούν στο μέλλον, ότι το νέο ενωσιακό κράτος θα είναι το άξιο επιστέγασμα των αρχών της ειρηνικής και αδελφικής συνεργασίας των λαών που δημιουργήθηκαν ακόμα από τον Οκτώβρη του 1917, ότι θα αποτελέσει σίγουρο προπύργιο ενάντια στον παγκόσμιο καπιταλισμό και καινούριο αποφασιστικό βήμα στο δρόμο της Ένωσης των εργαζομένων όλων των χωρών σε μια Παγκόσμια Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία».

Η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ) ήταν το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος, το δεύτερο σε οικονομική και στρατιωτική ισχύ και η τρίτη χώρα σε πληθυσμό. Στα εδάφη της, υπήρχαν πάρα πολλά έθνη. 

Η Οχτωβριανή Επανάσταση στα 1917, ήταν το μεγαλύτερο κοσμοϊστορικό γεγονός του 20ού αιώνα. Ηταν η πρώτη φορά στην Ιστορία της ανθρωπότητας που η εργατική τάξη με τους συμμάχους της, ανατρέποντας τον καπιταλισμό, εγκαθίδρυε τη δική της εξουσία, οργάνωνε το εργατικό κράτος

Ποιο ήταν το πολυεθνικό σοσιαλιστικό κράτος;

Στην ΕΣΣΔ, το 1922, ενώθηκαν η Ρωσική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, η Ουκρανική ΣΣΔ, η Λευκορωσική ΣΣΔ και η Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Υπερκαυκασίας (αποτελούμενη από τη Γεωργία, την Αρμενία, και το Αζερμπαϊτζάν). Όλες αυτές οι Δημοκρατίες είχαν εμφανιστεί μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση. Από το 1956 έως και το 1991 χρονιά της οριστικής ανατροπής, στην ΕΣΣΔ υπήρχαν 15 ενωσιακές Δημοκρατίες.

Πριν από την Οχτωβριανή Επανάσταση, στη σύνθεση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ο μη ρωσικός πληθυσμός έφτανε το 57% και την ίδια ώρα αυτοί οι λαοί βίωναν και την εθνική καταπίεση. Αυτή εκφραζόταν με διαφορετικό βαθμό και μεθόδους στις πιο αναπτυγμένες περιοχές της αυτοκρατορίας (Φινλανδία, Πολωνία, Βαλτική, Ουκρανία) και διαφορετικά στις καθυστερημένες οικονομικά και πολιτιστικά περιοχές της Κεντρικής Ασίας και του Καυκάσου.

Συχνά η τσαρική κυβέρνηση προχωρούσε στην αναδιανομή της γης υπέρ διαφόρων Ρώσων αξιωματούχων, αριστοκρατών και κουλάκων, σε βάρος των ντόπιων πληθυσμών, σε περιοχές όπως του Καζαχστάν, της Κεντρικής Ασίας, της Μπασκίριας κ.ά.

 

Μια άλλη μορφή οικονομικής καταπίεσης ήταν η φορολογική πολιτική του τσαρισμού, η οποία στις εθνικές περιφέρειες ήταν υψηλότερη σε σχέση με την κεντρική Ρωσία. Εκεί επίσης οι συνθήκες δουλειάς ήταν χειρότερες και ταυτόχρονα ίσχυαν διαφοροποιήσεις στους μισθούς για τους Ρώσους και τους εργάτες άλλων εθνών, σε βάρος των τελευταίων.

Σ’ ό,τι αφορά την πολιτιστική καταπίεση, η τσαρική πολιτική της ρωσοποίησης των εθνικών περιφερειών οδηγούσε σε μέτρα περιορισμού της χρήσης των υπόλοιπων γλωσσών, της διδασκαλίας τους σε σχολεία, της ύπαρξης θεάτρων και άλλων πολιτιστικών ιδρυμάτων των μη ρωσικών πληθυσμών, ακόμη και σε περιορισμούς της χρήσης των άλλων γλωσσών.

Η οικονομική, πολιτιστική καταπίεση συμπληρωνόταν και από την πολιτική καταπίεση. Βεβαίως, γενικότερα τα πολιτικά δικαιώματα ήταν πολύ περιορισμένα για την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα επί τσαρισμού, όμως επιπλέον υπήρχε και το εθνικό «φιλτράρισμα», με βάση σχετικό νόμο δεν είχαν κανένα εκλογικό δικαίωμα οι λαοί της Σιβηρίας και της Κεντρικής Ασίας, ενώ περιορισμένη ήταν και η εκπροσώπηση των λαών του Καυκάσου και της Πολωνίας. Καθόλου δικαιώματα δεν είχαν οι νομαδικοί λαοί, ενώ δεν μπορούσαν να εκλεγούν όσοι δε γνώριζαν τη ρώσικη γλώσσα.

Οι μη ρωσικοί πληθυσμοί είχαν επίσης περιορισμούς στη μετακίνησή τους, ενώ υπήρχαν και περιορισμοί στην απόκτηση περιουσίας.

 

Ένα σημαντικό «εργαλείο» της «εθνικής πολιτικής» του τσαρισμού στο πλαίσιο της διατήρησης της αυτοκρατορίας ήταν το να στρέφει τον ένα λαό ενάντια στον άλλο και να καλλιεργεί το εθνικό μίσος ανάμεσά τους.

Ο πληθυσμός της ΕΣΣΔ ήταν το 1989 περίπου 286,7 εκατομμύρια και είχε σχεδόν διπλασιαστεί κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Κι αυτό παρά τις τεράστιες δυσκολίες και καταστροφές που είχε προκαλέσει η ξένη ιμπεριαλιστική επέμβαση μετά την Επανάσταση και ο εμφύλιος πόλεμος, όπως και οι τεράστιες απώλειες τουλάχιστον 25 εκατομμυρίων ανθρώπων, κατά τη διάρκεια του Β` Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Σοβιετική Ένωση ήταν ένα πολυεθνικό κράτος, στο οποίο κατοικούσαν πάνω από 100 έθνη κι εθνότητες, με διαφορετική γλώσσα, πολιτισμικά χαρακτηριστικά, ήθη κι έθιμα, που η τύχη τους συνδέθηκε μέσα στο πλαίσιο της ΕΣΣΔ.

Στην ΕΣΣΔ, εκτός από τις 15 Ενωσιακές Δημοκρατίες (Ρωσίας, Ουκρανίας, Λευκορωσίας, Αζερμπαϊτζάν, Αρμενίας, Γεωργίας, Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενίας, Τατζικιστάν, Καζαχστάν, Κιργιζίας, Μολδαβίας, Λιθουανίας, Λετονίας, Εσθονίας), υπήρχαν ακόμη 20 αυτόνομες Δημοκρατίες, 8 αυτόνομες περιοχές και 10 αυτόνομες Περιφέρειες. Όλες αυτές οι Δημοκρατίες και αυτόνομες επικράτειες ήταν δημιουργημένες πάνω σε εθνική βάση, στη βάση του κυρίαρχου έθνους σε κάθε Δημοκρατία ή περιοχή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι εκεί υπήρχαν αποκλειστικά εκπρόσωποι αυτού του έθνους ή ότι υπήρχε κάποια προνομιακή μεταχείριση αυτού του έθνους, σε σχέση με τους υπόλοιπους Σοβιετικούς πολίτες, που κατοικούσαν εκεί.

 

Σε δύο σοβιετικές Δημοκρατίες το ποσοστό του κυρίαρχου έθνους ήταν αρκετά χαμηλό, στο Καζαχστάν οι Καζάχοι ήταν μόλις το 36% και στην Κιργιζία οι Κιργίζιοι μόλις 41%.

Πιο ομογενοποιημένη ήταν η Αρμενία, όπου το ποσοστό των Αρμενίων έφτανε το 90%.

Στη Ρωσία, στη Λευκορωσία και το Αζερμπαϊτζάν το ποσοστό του κυρίαρχου έθνους ήταν πάνω από το 80%.

Στο πλαίσιο της ΕΣΣΔ υπήρχαν διάφορες εθνολογικές κατηγορίες. Οι κυριότερες από αυτές ήταν:

Οι Σλάβοι, που αποτελούνταν από τους Ρώσους, τους Ουκρανούς και τους Λευκορώσους. Το ποσοστό τους στην εθνολογική σύνθεση της ΕΣΣΔ ξεκίνησε το 1922 από το 85% και σταδιακά έπεσε στο 70% το 1989, εξαιτίας του μεγαλύτερου ρυθμού γεννήσεων που είχαν άλλες εθνολογικές κατηγορίες. Το 1989 οι Ρώσοι αποτελούσαν μόλις το 51% των κατοίκων της ΕΣΣΔ.

Στην Κεντρική Ασία ζούσαν οι τουρανικοί λαοί των Ουζμπέκων, Καζάχων, Κιργίζιων και των Τουρκμένων, καθώς και οι Τατζίκοι που είναι περσικό φύλο και, συνολικά, το 1989 ήταν 34 εκατομμύρια (ενώ εκεί ζούσαν και 11 εκατομμύρια Ρώσοι, κυρίως στις πόλεις).

Στον Καύκασο υπήρχε ένα μωσαϊκό λαών και εθνοτήτων. Κυριότεροι από αυτούς ήταν οι Γεωργιανοί, οι Αρμένιοι και οι Αζέροι. Αυτά τα 3 έθνη αποτελούσαν τα 2/3 του μη σλαβικού πληθυσμού (περίπου 15 εκατομμύρια) που ζούσε εκεί το 1989.

Οι λαοί της Βαλτικής (5,5 εκατομμύρια) Λιθουανοί, Λετονοί και Εσθονοί.

Εκπρόσωποι άλλων εθνών, που έφταναν το 1989 το 10% του πληθυσμού της ΕΣΣΔ.

Κατακτήσεις της Οχτωβριανής Επανάστασης

 

Μια τεράστια κατάκτηση της Οχτωβριανής Επανάστασης, το 1917, ήταν η ανακήρυξη των παρακάτω αρχών στην εθνική πολιτική:

  • Αναγνώριση του δικαιώματος των εθνών στην αυτοδιάθεση.

  • Δικαίωμα στην ισότητα και στην κυριαρχία.

  • Ελεύθερη ανάπτυξη των εθνικών μειονοτήτων.

Έτσι, καταρχήν, ως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, μια σειρά από έθνη, που ζούσαν στο πλαίσιο της «φυλακής των λαών» (όπως είχε χαρακτηριστεί η Τσαρική Αυτοκρατορία), απέκτησαν μετά την Επανάσταση του 1917 τις δικές τους χώρες. Εμφανίστηκαν Πολωνία, Φινλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Εσθονία, καθώς και οι Σοβιετικές Δημοκρατίες της Υπερκαυκασίας, της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας. Τα δικαιώματα των λαών, που δεν επιθυμούσαν να αποκτήσουν ξεχωριστά κράτη, κατοχυρώθηκαν συνταγματικά από τη Σοβιετική Εξουσία.

Ταυτόχρονα, για την αποτελεσματικότητα της πάλης ενάντια στην ιμπεριαλιστική επέμβαση και την εσωτερική αντεπανάσταση, οι Σοβιετικές Δημοκρατίες συγκρότησαν αρχικά μια πολιτικο-στρατιωτική και οικονομική συμμαχία και λίγα χρόνια αργότερα τέθηκε το ζήτημα της ενοποίησής τους σ’ ένα ενιαίο πολυεθνικό κράτος. Το 1ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, που συνήλθε στις 30 του Δεκέμβρη 1922, βασιζόμενο στην ελεύθερη βούληση των λαών, διακήρυξε τη δημιουργία της ΕΣΣΔ. Το πρώτο Σύνταγμα της Σοβιετικής Ένωσης (1924) κατοχύρωσε νομοθετικά τη συνένωση των σοβιετικών Δημοκρατιών σε ενιαίο πολυεθνικό κράτος, στη βάση της κυριαρχίας τους και της πλήρους ισοτιμίας. Οι πολίτες της ΕΣΣΔ απόκτησαν έτσι την ίση νομική δυνατότητα να χρησιμοποιούν τη μητρική γλώσσα τους και τις γλώσσες των άλλων λαών της Σοβιετικής Ένωσης στα σχολεία, στον Τύπο, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση.

 

Το σοβιετικό σύστημα βοήθησε στην ανύψωση ιδιαίτερα εκείνων των εθνών, που ήταν σε βαθιά καθυστέρηση κατά τη διάρκεια της προεπαναστατικής Ρωσίας (φωτ.:Υπαίθριο, μετακινούμενο σχολείο για τα παιδιά των αγροτών, τη δεκαετία του 1920)

Βάση αυτής της πολιτικής ήταν ο Προλεταριακός Διεθνισμός, η μόνη αρχή που η συνεπής εφαρμογή της μπορεί να διασφαλίζει σεβασμό της εθνικής, γλωσσικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας και την ενιαία συμμετοχή στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Χαρακτηριστικά, το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ αποτελούνταν από δύο ισότιμα σώματα: Το Σοβιέτ της Ένωσης, η συγκρότηση του οποίου γινόταν στη βάση του μεγέθους του εκλογικού σώματος της κάθε περιοχής και το Σοβιέτ των Εθνοτήτων, όπου όλες οι Ενωσιακές Δημοκρατίες εκπροσωπούνταν από 32 βουλευτές, από 11 κάθε αυτόνομη Δημοκρατία, από 3 κάθε αυτόνομη περιοχή κι από 1 κάθε αυτόνομη Περιφέρεια.

Στη βάση της εθνικής πολιτικής του σοβιετικού, σοσιαλιστικού κράτους, τέθηκε η λενινιστική αρχή της εθελοντικής ένωσης των εθνών. Με την εξάλειψη των εκμεταλλευτών (της αστικής τάξης και των κουλάκων), οι λαοί της χώρας είχαν τη δυνατότητα της ελεύθερης οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης.

Το σοβιετικό σύστημα βοήθησε στην ανύψωση ιδιαίτερα εκείνων των εθνών, που ήταν σε βαθιά καθυστέρηση κατά τη διάρκεια της προεπαναστατικής Ρωσίας. Με την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος και τη συνδρομή άλλων Σοβιετικών πολιτικών και μαζικών οργανώσεων, καταπολέμησε τον αναλφαβητισμό, πολλά έθνη απέκτησαν το δικό τους γραπτό λόγο. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί πως στο πλαίσιο του σοσιαλισμού ολοκληρώθηκε η διαδικασία διαμόρφωσης μιας σειράς εθνών, κυρίως στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας.

Κοινός στόχος όλων, άσχετα από την εθνική καταγωγή τους, ήταν η οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Πάνω σ’ αυτήν την κοινή βάση και μέσα στο πλαίσιο της κοινής ιστορικής διαδρομής, των οικονομικών σχέσεων και της κοινωνικο-πολιτικής δομής, άρχισε να εμφανίζεται μια νέα ιστορικο-κοινωνική έννοια, ο σοβιετικός λαός.

Το γεγονός ότι ριζικά και μέσα σε διάστημα λίγων δεκαετιών χτυπήθηκε ο εθνικισμός, η αντίληψη της υπεροχής του ενός έθνους πάνω στα άλλα, φαίνεται κι από τη συσπείρωση του σοβιετικού λαού κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως κι από άλλα παραδείγματα, όπως ότι ο κάθε 7ος γάμος στη χώρα ήταν «μεικτός», δηλαδή ανθρώπων με διαφορετική εθνική καταγωγή.

Ορισμένα βασικά ιστορικά στοιχεία στην πορεία για την Ένωση

Στις 29 Δεκέμβρη του 1922 συνήλθε στη Μόσχα η συνδιάσκεψη των πληρεξουσίων αντιπροσωπειών της ΡΣΟΣΔ, της ΣΣΔ της Ουκρανίας, της ΣΣΔ της Λευκορωσίας και της ΣΟΣΔ της Υπερκαυκασίας. Στη συνδιάσκεψη συζητήθηκαν τα σχέδια της Διακήρυξης και της Συμφωνίας για την ίδρυση της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, ΕΣΣΔ, καθώς και η σειρά των εργασιών του 1ου Ενωσιακού Συνεδρίου των Σοβιέτ. Στη Συνδιάσκεψη αποφασίστηκε να επικυρωθούν στο συνέδριο τα δύο ντοκουμέντα για την ίδρυση της ΕΣΣΔ, η Διακήρυξη και η Συμφωνία, και αμέσως μετά να τις εξετάσουν και να τις επικυρώσουν οριστικά οι Κεντρικές Εκτελεστικές Επιτροπές των ενωσιακών δημοκρατιών και το 2ο συνέδριο των Σοβιέτ της ΕΣΣΔ.

Την επομένη μέρα, στις 30 Δεκέμβρη του 1922 άρχισε τις εργασίες του στη Μόσχα, στο θέατρο «Μπολσόι» το 1ο Συνέδριο των Σοβιέτ της «Ένωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών». Στο συνέδριο πήραν μέρος 1.727 αντιπρόσωποι από τη ΡΣΟΣΔ, 364 από τη ΣΣΔ της Ουκρανίας (Ουκρανία, Μολδαβία), 33 από τη ΣΣΔ της Λευκορωσίας και 91 από τη ΣΟΣΔ της Υπερκαυκασίας (Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν). Στις 12.45 ο μεγαλύτερος σε ηλικία αντιπρόσωπος και μέλος της Πανρωσικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής Γ. Σμιντόβιτς κήρυξε την έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου. Ο Σμιντόβιτς είπε πως «η ομόθυμη θέληση των εργαζόμενων της Ουκρανίας, του Αζερμπαϊτζάν, της Γεωργίας, της Αρμενίας και της Λευκορωσίας να συγχωνευτούν οι ξεχωριστές Σοβιετικές Δημοκρατίες σε ένα ενιαίο σύνολο, σε ένα ισχυρό κράτος, σε μια ένωση Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατιών, έχει εκφραστεί στα συνέδρια των Σοβιέτ της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της Ομοσπονδίας της Υπερκαυκασίας. Η θέληση αυτή υποστηρίχτηκε με απερίγραπτο ενθουσιασμό από τους αντιπροσώπους των εργαζομένων της ΡΣΟΣΔ στις εργασίες του 10ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ…».

Το Πανεπιστήμιο της Φιλίας των Λαών της Μόσχας εγκαινιάστηκε στις 17 του Νοέμβρη 1960, με σκοπό να παρέχει βοήθεια στις αναπτυσσόμενες χώρες για την κατάρτιση ειδικευμένων στελεχών. Στη Διακήρυξη για την ίδρυση της ΕΣΣΔ υπογραμμιζόταν πως μόνο στη χώρα των Σοβιέτ, μόνο στις συνθήκες της δικτατορίας του προλεταριάτου, που συσπείρωσε γύρω της την πλειοψηφία του πληθυσμού, έγινε δυνατόν να: εξαφανιστεί η καταπίεση των εθνοτήτων, να δημιουργηθεί κατάσταση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και να μπουν οι βάσεις της αδελφικής συνεργασίας των λαών. Στη Διακήρυξη αναφέρονταν οι λόγοι που επιβάλλανε επιτακτικά να δημιουργηθεί η ΕΣΣΔ και διακηρύσσονταν η ισοτιμία και ο προαιρετικός χαρακτήρας της Ένωσης. «Η θέληση των λαών των Σοβιετικών Δημοκρατιών που μόλις τελευταία συνήλθαν τα συνέδρια των Σοβιέτ τους και πήραν ομόφωνα την απόφαση να Ιδρυθεί η Ένωση των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών είναι μια σίγουρη εγγύηση πως η Ένωση αυτή είναι προαιρετική ένωση ισότιμων λαών, πως κάθε Δημοκρατία έχει εξασφαλισμένο το δικαίωμα να αποχωρήσει ελεύθερα από την Ένωση, πως όλες οι Σοβιετικές Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες μπορούν ελεύθερα να μπουν στην Ένωση».

Η ίδρυση της ΕΣΣΔ ήταν ο μεγαλύτερος σταθμός στην πορεία της ανάπτυξης των σοσιαλιστικών εθνοτήτων στις Σοβιετικές Δημοκρατίες. Η ιστορική αυτή πράξη άνοιγε μεγάλες προοπτικές για την άνοδο των υλικών και πνευματικών δυνάμεων όλων των λαών της Σοβιετικής Ένωσης. Η συνένωση των λαών για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού ενίσχυε τη δύναμή τους, για να προχωρήσουν ακόμη πιο αποφασιστικά σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης το τεράστιο έργο της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, έργο που άλλαζε τη ροή της Ιστορίας προς το ανώτερο στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης. Θεμελιακή βάση και δύναμη στην ένωση των ισότιμων εθνοτήτων ήταν η εργατική τάξη με την καθοδηγητική δουλειά της συνειδητής πολιτικής οργανωμένης πρωτοπορίας της, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Η εργατική τάξη, ήταν αυτή που μπορούσε να ενώσει και ένωσε τους λαούς των διαφόρων εθνοτήτων στον αγώνα για το τσάκισμα της εκμετάλλευσης, στον αγώνα εναντίον της διαμάχης ανάμεσα στις εθνότητες, εναντίον του μεγαλοεθνικού σοβινισμού και του αστικού εθνικισμού. Η ένωση των σοβιετικών δημοκρατιών σε ενιαίο ενωσιακό κράτος είχε ιστορική σημασία για τον αποτελεσματικό αγώνα που απέβλεπε στην οικοδόμηση του κομμουνισμού. Το απέδειξε η πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού, τα τεράστια επιτεύγματα, η πορεία άρσης των ανισοτήτων στην ανάπτυξη των διαφορετικών Δημοκρατιών και λαών, που κληρονόμησε η επανάσταση από το προηγούμενο σάπιο εκμεταλλευτικό κοινωνικό καθεστώς. Ήταν η νίκη της Λενινιστικής θεωρίας στο Εθνικό Ζήτημα.

Η ωρίμανση των προϋποθέσεων για τη δημιουργία της ΕΣΣΔ

Η δημιουργία των προϋποθέσεων και των συνθηκών για την ίδρυση της ΕΣΣΔ ήταν αποτέλεσμα της πορείας εδραίωσης της σοβιετικής εξουσίας, αλλά και των αναγκών που προέκυπταν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε αντίξοες εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες. Ο διεθνής ιμπεριαλισμός, παρά την ήττα του στην πάλη για την ανατροπή της νεαρής σοβιετικής εξουσίας, ποτέ δεν παραιτήθηκε απ’ αυτό το σκοπό. Επίσης, η τσαρική Ρωσία ήταν μια χώρα (αδύνατος κρίκος του ιμπεριαλισμού) που σε σύγκριση με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων των τότε ισχυρών καπιταλιστικών κρατών ήταν καθυστερημένη.

Με την εγκαθίδρυση της σοβιετικής εξουσίας, αναπτύσσονταν γοργά οι αμοιβαίες πολιτικές και οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στις ανεξάρτητες τότε σοβιετικές Δημοκρατίες. Στα 1920 το κόμμα των μπολσεβίκων έβαλε το ζήτημα της ανάγκης για την ομοσπονδιακή ένωσή τους. Στις θέσεις για το ζήτημα των εθνικοτήτων και των αποικιών που γράφτηκαν για το 2ο Συνέδριο της Γ’ Διεθνούς, ο Β. Ι. Λένιν έβαλε το καθήκον «να επιδιώκεται όλο και πιο πολύ η στενή ομοσπονδιακή ένωση». Τον ίδιο χρόνο, η ΡΣΟΣΔ και η ΣΣΔ της Ουκρανίας υπέγραψαν συμφωνία που πρόβλεπε τη συνεργασία των δύο Δημοκρατιών σε διάφορους τομείς. Στα 1920 – 1921 υπογράφτηκαν συμφωνίες ανάμεσα στη ΡΣΟΣΔ και στη ΣΣΔ Λευκορωσίας και ανάμεσα στη ΡΣΟΣΔ και στις σοβιετικές Δημοκρατίες της Υπερκαυκασίας. Το Μάρτη του 1922 σχηματίστηκε η Υπερκαυκασιανή Ομοσπονδία Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατιών, συνενώνοντας τους λαούς της Γεωργίας, της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν.

Στις προσπάθειες για την ένωση των λαών της Σοβιετικής χώρας που αποβλέπανε στην ίδρυση μιας ισχυρής Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών αντιτάσσονταν οι αστοί εθνικιστές που εκφράζανε την ιδεολογία των εκμεταλλευτικών τάξεων που είχαν ανατραπεί, αλλά ήταν πολύ νωρίς ιστορικά για να ξεριζωθούν εντελώς. Οι αστοί εθνικιστές προσπαθούσαν να επηρεάσουν τα μικροαστικά σε συνείδηση στοιχεία ανάμεσα στους εργάτες και κυρίως στους αγρότες που ήταν και πλειοψηφία του πληθυσμού, να υποδαυλίσουν εθνικιστικές αντιθέσεις ανάμεσα στις εθνότητες και να διαιρέσουν τους σοβιετικούς λαούς. Η δράση των αστών εθνικιστών δυνάμωσε ύστερα από την κάποια ανάπτυξη των καπιταλιστικών στοιχείων στην πρώτη φάση της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ).

Βεβαίως, η εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου εξασφάλισε σε όλες τις εθνότητες της πρώην τσαρικής Ρωσίας ελεύθερη εθνική ανάπτυξη και τους παραχώρησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα. Οι λαοί σύμφωνα με τη θέλησή τους είχαν τη δυνατότητα να ενωθούν ή να μην ενωθούν σε προλεταριακό πολυεθνικό κράτος.

Οι ενωτικές τάσεις επικράτησαν, γιατί ανταποκρίνονταν στα συμφέροντα όλων των λαών των Σοβιετικών Δημοκρατιών. Σ’ αυτό εκδηλώθηκε η δράση της δικτατορίας του προλεταριάτου, ως εξουσία που ένωνε τους λαούς σε διάκριση από την αστική δημοκρατία που τους διαιρούσε. Οι σοβιετικές εθνότητες θέλησαν να ενωθούν και να αποτελέσουν ένα ενιαίο πολυεθνικό κράτος γιατί συνδέονταν στενά ή μια με την άλλη οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά, ακόμη και γιατί χωρίς την ένωση αυτή θα τους ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αντισταθούν στην επίθεση του διεθνούς ιμπεριαλισμού.

Για δημιουργία ενός ενιαίου ενωσιακού σοβιετικού σοσιαλιστικού κράτους υπήρχε αντικειμενική βάση. Ήταν απόλυτη ανάγκη να ενωθούν οι οικονομικοί και δημοσιονομικοί πόροι των σοβιετικών δημοκρατιών και να συντονιστούν τα σχέδιά τους για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Μεγάλο ρόλο σ’ αυτό έπαιζαν ορισμένοι παράγοντες όπως ο καταμερισμός της εργασίας που είχε διαμορφωθεί ιστορικά στο έδαφος της πρώην τσαρικής Ρωσίας.

Η ανόρθωση της οικονομίας και η αποκατάσταση των οικονομικών δεσμών ανάμεσα στις σοβιετικές Δημοκρατίες που άρχισε μετά την ιμπεριαλιστική επέμβαση στα 1919 και τον εμφύλιο πόλεμο, συνέβαλε στην πορεία για την Ένωση. Ταυτόχρονα, η σοβιετική εξουσία επιδίωκε την οικοδόμηση βιομηχανιών, την εκμετάλλευση του ορυκτού και του άλλου φυσικού πλούτου στις περιοχές όπου στο προηγούμενο καθεστώς δε γινόταν αυτό. Έτσι αναπτύσσονταν και οι πιο καθυστερημένες περιοχές ενώ ενισχύονταν οι οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στις σοβιετικές Δημοκρατίες και οι συντροφικοί δεσμοί των λαών.

Η ίδρυση ενωσιακού σοβιετικού κράτους «πατούσε» και στις δυνατότητες της σχεδιασμένης σοσιαλιστικής οικονομίας. Η ατομική ιδιοκτησία και το κεφάλαιο χωρίζουν τους λαούς, η συλλογική ιδιοκτησία και η εργασία τους συνενώνουν.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση απαιτεί τη γοργή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, προκειμένου να ικανοποιούνται οι ολοένα και αυξανόμενες ανάγκες των λαών, η ευημερία τους. Αυτό μπορούσε να γίνει αποτελεσματικά μόνο με τις κοινές προσπάθειες όλων των σοβιετικών εθνοτήτων μέσα στα πλαίσια ενός ενωσιακού πολυεθνικού σοβιετικού κράτους.

Η ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας στον απολογισμό της για το 1922 εκτιμούσε πως η πείρα από την ανάπτυξη της οικονομίας των σοβιετικών Δημοκρατιών «έδειξε την ανάγκη της ένωσης σε κρατική κλίμακα των οικονομικών προσπαθειών των Δημοκρατιών και της συστηματικής σύμφωνα με σχέδιο κατανομής των πόρων που υπάρχουν στις Δημοκρατίες αυτές».

Η ένωση των σοβιετικών Δημοκρατιών ήταν επίσης αναγκαία λόγω της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης που απαιτούσε την ενίσχυση της αμυντικής τους ικανότητας. Η νίκη της σοβιετικής εξουσίας στον εμφύλιο και στην ιμπεριαλιστική επέμβαση έδωσε τη δυνατότητα ειρηνικής ανοικοδόμησης της οικονομίας σε σοσιαλιστική πια βάση. Αλλά τα ιμπεριαλιστικά κράτη δεν παραιτήθηκαν από το σκοπό της ανατροπής της σοβιετικής εξουσίας, αν όχι με τη δύναμη των οπλών, τουλάχιστον με την υπονομευτική δράση, με την οικονομική και πολιτική πίεση, με το να σπείρουν ανταγωνισμούς και αντιθέσεις ανάμεσα στις σοβιετικές Δημοκρατίες.

Σ’ αυτές τις αντίξοες συνθήκες οι σοβιετικές Δημοκρατίες έπρεπε να διατηρούν ενότητα δράσης στο διεθνή στίβο. Η συνεργασία ανάμεσα στα Λαϊκά Επιτροπάτα των Εξωτερικών των σοβιετικών Δημοκρατιών δυνάμωνε. Έτσι άρχισε να εδραιώνεται και η ενιαία διπλωματική εκπροσώπηση για τις εξωτερικές, τις διεθνείς σχέσεις. Την ίδια κοινή δράση ανέπτυσσαν και τα όργανα του εξωτερικού εμπορίου.

Όλες οι σοβιετικές Δημοκρατίες ζητούσαν να συγχωνευτούν το γρηγορότερο οι Ένοπλες Δυνάμεις και η στρατιωτική ηγεσία. Τα σοβιετικά και τα κομματικά όργανα της ΣΣΔ Ουκρανίας είχαν σημειώσει αρκετές φορές πως ήταν επιτακτική ανάγκη να γίνει αυτό. Ανάλογες αποφάσεις είχαν πάρει οι ΚΕ των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Γεωργίας και της Αρμενίας.

Έτσι στα 1922 είχαν ωριμάσει οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία του σοβιετικού πολυεθνικού κράτους. Από τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου άρχισαν οι διαδικασίες για την υλοποίηση αυτού του καθήκοντος. Στις 6 Οκτώβρη του ίδιου χρόνου η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΡ (μπ.) πήρε απόφαση για τη μορφή συγκρότησης ενωσιακού πολυεθνικού κράτους, με βάση την υπόδειξη του Λένιν ότι ο σχηματισμός της ένωσης δεν καταργεί την ανεξαρτησία των Δημοκρατιών αλλά δημιουργεί μια ομοσπονδία ισότιμων Δημοκρατιών. Η Ολομέλεια αποφάσισε: «Αναγνωρίζει απαραίτητο να υπογραφεί συμφωνία ανάμεσα στην Ουκρανία, στη Λευκορωσία, στην Ομοσπονδία των Δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας και στη ΡΣΟΣΔ για την ένωσή τους σε «Ένωση Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατικών» και αφήνει σε καθεμιά από αυτές το δικαίωμα να αποχωρεί ελεύθερα από την Ένωση». Η ίδρυση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν πλέον ζήτημα χρόνου και ολοκληρώθηκε στο 1ο Συνέδριο των Σοβιέτ των λαών της ΕΣΣΔ.

Λύθηκε οριστικά το εθνικό ζήτημα;

Η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα αμφισβητεί το τεράστιο έργο της Σοβιετικής Εξουσίας για τη λύση του Εθνικού Ζητήματος, προβάλλοντας τις οξύτατες αντιθέσεις μεταξύ των νέων εθνών – κρατών που δημιουργήθηκαν μετά την αντεπανάσταση ή και τις εθνικιστικές αντιθέσεις μέσα στην ίδια τη Ρωσία, όπως π.χ. εκδηλώνονται από τη δράση των Τσετσένων.

Λύθηκε λοιπόν οριστικά το Ενικό Ζήτημα στην ΕΣΣΔ; Θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο μια για πάντα. Υπήρχαν ισχυροί «θύλακες» εθνικισμού, π.χ. στην Ουκρανία, στις Βαλτικές Δημοκρατίες και στον Καύκασο, που αξιοποιήθηκαν από τους ναζί στα χρόνια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Όταν κοινωνικές δυνάμεις που είχαν ανατραπεί (πρώην καπιταλιστές, μεγαλοκτηματίες κ.ά.) προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν την εθνική ταυτότητα για να πάρουν τη «ρεβάνς», στηριζόμενοι στα όπλα των χιτλερικών ορδών. Έτσι, π.χ., στις Βαλτικές χώρες εμφανίστηκαν οι λετονικές κι οι εσθονικές «λεγεώνες των SS» και στην Ουκρανία οι ντόπιοι «γερμανοτσολιάδες» (ΟΟΥΝ-ΟΥΠΑ). Αυτές οι δυνάμεις για άλλη μια φορά ηττήθηκαν το 1945 από τον Κόκκινο Στρατό, παρέμειναν ωστόσο κάποιες εθνικιστικές τάσεις σε διάφορες περιοχές. Ακόμη και εθνικιστικές ένοπλες ομάδες, που έκαναν δολιοφθορές ή και δολοφονίες στελεχών του ΚΚ κι άλλων Σοβιετικών πολιτών, κυρίως στη Δυτική Ουκρανία και στη Βαλτική έως τη δεκαετία του ’60 (όπως, π.χ., η λιθουανική αντικομμουνιστική οργάνωση «Αδελφοί του δάσους»). Την ίδια ώρα, όμως, αυτές οι εθνικιστικές και αποσχιστικές τάσεις δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν στις συνθήκες του σοσιαλισμού, αφού έλειπε ο βασικός «κινητήρας» του εθνικισμού, που είναι η ντόπια αστική τάξη.

Οι ΗΠΑ και οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ποτέ δε σταμάτησαν με τις δεκάδες ραδιοφωνικές εκπομπές, σε όλες τις βασικές γλώσσες των λαών της ΕΣΣΔ, να προσπαθούν να σπείρουν το μίσος ανάμεσα στα έθνη, που αποτελούσαν την ΕΣΣΔ και να τη διασπάσουν πάνω στην εθνική βάση.

Πώς, πότε και γιατί εκδηλώθηκε;

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 το εθνικό ζήτημα και πάλι έρχεται σε πρώτο πλάνο, αφού γίνεται αισθητή η αναζωπύρωση των εθνικιστικών διαθέσεων σε μια σειρά περιοχές, που αναπτύσσονταν από διανοούμενους και άλλους κύκλους, με συχνά την ίδια έκφραση κατά των Ρώσων. Ακόμη όμως και τους τελευταίους μήνες ύπαρξής της, η μεγάλη πλειοψηφία των λαών της ΕΣΣΔ, όπως έδειξε το δημοψήφισμα στις 17 Μάρτη 1991, τάχθηκε με ποσοστό 76% υπέρ της διατήρησης της ΕΣΣΔ.

Είναι φανερό πως το ζήτημα δεν προέκυψε ξαφνικά τη δεκαετία του ’80, αλλά ωρίμασαν μια σειρά παράγοντες για την εκδήλωσή του. Παράγοντες που είχαν να κάνουν τόσο με το αδυνάτισμα του ρόλου του ΚΚ, όσο και με μια σειρά οικονομικά μέτρα, που είχαν ληφθεί και κάθε άλλο παρά ενίσχυαν τις οικονομικές βάσεις του σοσιαλιστικού – κομμουνιστικού συστήματος, λειτουργώντας, επί της ουσίας, διαλυτικά. Τέτοια ήταν, π.χ., η απόφαση του ΚΚΣΕ για τη διάλυση των κλαδικών υπουργείων, που εξασφάλιζαν την κεντρική διεύθυνση διαφόρων κλάδων της οικονομίας και η εφαρμογή του συστήματος της διεύθυνσης ανά Σοβιετική Δημοκρατία. Μια πολιτική απόφαση, που όχι μόνον αποδείχτηκε λαθεμένη και αναποτελεσματική, αλλά αύξησε και την αντιπαράθεση «κέντρου» – «περιφέρειας». Το ίδιο ζημιογόνες για το σοσιαλισμό αποδείχτηκαν και μια σειρά οικονομικές μεταρρυθμίσεις τη δεκαετία του ’60, που δημιούργησαν το κοινωνικο – οικονομικό «έδαφος» για την ανάπτυξη και των αντισοσιαλιστικών και συχνά εθνικιστικών στοιχείων.

Όπως γράφει το στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) Β. Γκριζλόφ, διευθυντής του περιοδικού «Πολιτική Διαφώτιση»: «Αν κατανοούμε την Ιστορία στη βάση του διαλεκτικού υλισμού, τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε πως το εθνικό ζήτημα αποτελεί μέρος του ζητήματος της εξουσίας στο κράτος. Οι ρίζες των σημερινών αντιθέσεων δεν πρέπει να τις ψάξουμε στο καθαυτό εθνικό ζήτημα, αλλά στην κοινωνικο-οικονομική σφαίρα. Κι όταν μιλάω για την κοινωνικο-οικονομική σφαίρα, δεν εννοώ κάποια πτώση στην οικονομία ή στο επίπεδο ζωής, αλλά στην κατεύθυνση της ανάπτυξης, στις βασικές κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές. Τι εννοώ; Στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού μας κράτους, πραγματοποιήθηκε μια καλυμμένη αλλαγή των μορφών ιδιοκτησίας, μια αλλαγή του κοινωνικού μας συστήματος, που οδήγησε στην παλινόρθωση του καπιταλισμού. Και μάλιστα σε ορισμένες περιοχές αυτή είχε και στοιχεία μεικτά με φεουδαρχικές και πατρογονικές σχέσεις. Σε όλο τον κόσμο η καπιταλιστική αγορά οδηγεί στην όξυνση του εθνικού ζητήματος. Εμφανίστηκαν νέες κοινωνικές δυνάμεις, που ενδιαφέρονταν με τον ένα ή άλλο τρόπο για σχέσεις «μοιράσματος». Αυτό οδηγεί σε συγκρούσεις, πολέμους κλπ. Η εμφάνιση της αστικής τάξης οδήγησε στην εμφάνιση του αστικού εθνικού κράτος. Στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ εμφανίστηκαν εθνικιστικές ομάδες, που άνθισαν την περίοδο της «περεστρόικα» κι οι οποίες μετατράπηκαν σε ισχυρές πολιτικές δυνάμεις. Δυνάμεις, που όχι μόνο χρειάστηκε να τις λάβουμε υπόψη μας, αλλά που δυστυχώς, σε τελική φάση, νίκησαν. Υπέρ αυτών των σχέσεων μοιράσματος ήταν η σκιώδης οικονομία, ο οικονομικός κόσμος του εγκλήματος, που κρυφά είχε δημιουργηθεί στην ΕΣΣΔ» (Στρογγυλό τραπέζι στην «Πράβντα» για τα 85 χρόνια από την ίδρυση της ΕΣΣΔ (28/12/2007) http://kprf.ru/party-live/54065.html?print).

Από τη μεριά του, το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας (ΚΕΚΡ-ΚΚΡ) σημειώνει στο Πρόγραμμά του πως «το έδαφος για το εθνικιστικό μίσος βρίσκεται πάντα στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Μόλις επί ΕΣΣΔ αναγεννήθηκε η ατομική ιδιοκτησία, δηλαδή επιτράπηκε σε κάποιους ανθρώπους να κλέβουν τους άλλους, τότε στη χώρα ξεκίνησαν οι διεθνικές συγκρούσεις» (Πρόγραμμα του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ).

Πότε, όμως, προέκυψε τέτοιο θέμα; Οπως σημειώνεται στη Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 90χρονα της Οχτωβριανής Επανάστασης: «Από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1956 και μετά, για την επίλυση τέτοιων προβλημάτων υιοθετήθηκαν σταδιακά λαθεμένες θεωρητικές προσεγγίσεις και εφαρμόστηκαν οπορτουνιστικές πολιτικές στην οικονομία, που επεκτάθηκαν στη σοσιαλιστική εξουσία και στις διεθνείς σχέσεις».

«Ο παράνομος πλουτισμός, το λεγόμενο «σκιώδες κεφάλαιο», επιδίωκε τη νόμιμη λειτουργία του ως κεφάλαιο στην παραγωγή, δηλαδή επιδίωκε την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Επέδρασε στο κόμμα, ενισχύοντας την οπορτουνιστική διάβρωση και το σοσιαλδημοκρατικό εκφυλισμό» (Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 90χρονα της Οχτωβριανής Επανάστασης).

Σήμερα μπορούμε επίσης να εκτιμήσουμε πως «η αποκέντρωση αρμοδιοτήτων προς τα τοπικά σοβιέτ, ειδικά στον οικονομικό τομέα, δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ανεξάρτητα από τις αντίστοιχες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που προωθήθηκαν εκείνη την περίοδο και οι οποίες χαλάρωσαν τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, στο όνομα της λεγόμενης ιδιοσυντήρησης και αυτοδιεύθυνσης των σοσιαλιστικών επιχειρήσεων και ανέθρεψαν τη δυνατότητα πλουτισμού και κερδοσκοπίας. Τα μέτρα αυτά προωθούνταν στο όνομα της μετατροπής του παλλαϊκού κράτους σε σοσιαλιστική αυτοδιεύθυνση. Εκτός των άλλων, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ενθαρρύνθηκαν τοπικιστικές και εθνικιστικές τάσεις που βεβαίως στο τέλος εκδηλώθηκαν ανοιχτά» (Κ. Παπασταύρου. Μερικά ζητήματα για το σοσιαλιστικό εποικοδόμημα στην εμπειρία της ΕΣΣΔ. ΚΟΜΕΠ 6/2007).

Ετσι, όπως συνοπτικά σημειώνει η ΚΕ του ΚΚΕ, «η παραβίαση του Προλεταριακού Διεθνισμού, ιδιαίτερα σε συνθήκες συσσώρευσης εσωτερικών προβλημάτων, διαμορφώνει έδαφος για την άμβλυνση και χαλάρωση των δεσμών, ακόμα και για την εναντίωση στην ενοποίηση. Ο ιμπεριαλιστικός παράγοντας, σε συνεργασία με τις εσωτερικές αντεπαναστατικές δυνάμεις, αξιοποίησε στρεβλώσεις και λάθη και πυροδότησε κατάλοιπα εθνικιστικών διαθέσεων, για να υπονομεύσει το σοσιαλιστικό σύστημα και να οξύνει αποσχιστικές τάσεις» (Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 90χρονα της Οχτωβριανής Επανάστασης).

Αυτό δεν αναιρεί καθόλου το τεράστιο έργο του σοσιαλισμού και της Σοβιετικής Εξουσίας ούτε τη νομοτελειακή τάση για την οριστική λύση του Εθνικού Ζητήματος στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Πηγές:

— Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Η’, εκδόσεις «Μέλισσα».

— Ι.Β. Στάλιν: Απαντα, τόμος 5ος, εκδόσεις «Γνώσεις».

Οι βάσεις της συγκρότησης της ΕΣΣΔ, «Ριζοσπάστης», 11/5/2008.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: